Σούζη Παλαιοκώστα

Σούζη Παλαιοκώστα

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016 18:35

Στο γκισέ, της Βυζαντίας Πυριόχου Γκυ

Μιας και δεν μου έταξες ταξίδια – μιας και δεν μου πήρες δώρα – μιας και δεν μου έσκαγες χαμόγελα τα πρωινά – πέρασε έτσι ο καιρός, χαμένος, σκοτεινός. Σε ένα παλιογκισέ μιας παλιοτράπεζας, να σε κοιτώ και να σπαράζω. Κάθε μέρα στο γκισέ σου – και όταν άδειαζε άλλη ουρά, όταν μου έκανε νόημα άλλος υπάλληλος, έκανα πως χτυπούσε το κινητό μου (το δάχτυλο πάντα κολλημένο στην ψευδή κλήση) και το σήκωνα, κι έλεγα στον εαυτό μου που γελούσε στην άλλη άκρη του ακουστικού

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016 18:11

Εξοχικό, του Κώστα Περούλια

Έφτανα στου κυρ Τζώνη, έστριψα, και είδα στο βάθος όπου χώριζε ο δρόμος το κτήμα με τις φιστικιές του Γούλα.

Ο κυρ Τζώνης είχε πάει να ζήσει είκοσι χρόνια στη Μόσχα και είχε γυρίσει μια μέρα με τη γυναίκα και την πεθερά του που ’ταν Ρωσίδες τον καιρό που κανείς δεν έφευγε από τη Σοβιετική Ενωση, αγόρασε το οικόπεδο απ’ τον Ντούνη, σήκωσε πάνω σε μια κοντή βάση από τσιμεντόλιθους ένα λυόμενο από κίτρινο τσίγκο σαν του Γούλα κι έμεινε εκεί μέχρι που πέθανε.

να πάνε στο σχολείο μαζί με τα δικά τους παιδιά. Ο,τι και να φοβούνται, ο,τι και να θέλουν να αποτρέψουν ένα είναι το σίγουρο. Τη μεγαλύτερη ζημιά που μπορούν να κάνουν στα δικά τους παιδιά, την κάνουν με αυτήν την άρνηση. Η φθορά είναι ήδη μέσα στο νου και στη καρδιά τους και με αυτήν την άρνηση τη διασπείρουν και στο νου και στη καρδιά των παιδιών τους.

Οι Γάλλοι στήνουν μελίσσια και κήπους στις ταράτσες, οι Σουηδοί ανακυκλώνουν την συντριπτική ποσότητα των σκουπιδιών τους, οι Ολλανδοί κινούνται με ποδήλατο, οι Ιάπωνες αγροτοποιούν τις μεγαλουπόλεις τους, οι Γερμανοί χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κι εμείς τσιμεντοποιούμε τα πάντα, κινούμαστε με υπερβολικά και μεγάλα οχήματα, έχουμε ατελείωτες χωματερές, είμαστε κατά κάθε είδους βελτίωσης, βαλτωμένοι σε πρακτικές άλλων εποχών. Η Ελλάδα για ακόμα μια φορά έμεινε πίσω.

Tο 1991, το ηλικίας 5.000 ετών μουμιοποιημένο πτώμα ενός θύματος δολοφονίας ανακαλύφθηκε μέσα σε πάγους που έλιωναν σε μια πετρώδη ρεματιά, ψηλά στις Ιταλικές Άλπεις. Ο άνδρας, περίπου 45 ετών, που ονομάστηκε από τους επιστήμονες «Ότζι» (από την οροσειρά Ότζαλ, όπου ανακαλύφθηκε) ήταν απίστευτα καλά διατηρημένος, όπως και τα υπάρχοντά του.

Φόροι επί φόρων (ανάμεσά τους ο πιο νταβατζιλίδικος ever, εκείνος που τάχα θα καταργούνταν «από την πρώτη μέρα» κι από τον οποίο δεν εξαιρούνται πλέον ούτε τα ξενοίκιαστα ή δίχως ρεύμα διαμερίσματα, αέρας κοπανιστός οπότε οι «εκπτώσεις»), κατασχέσεις σπιτιών, εργασιακής «ευελιξίας» (πόνεσε η μέση μου), λιτότητας και ύφεσης συνέχεια, δεύτερη αξιολόγηση, μεταναστευτικό/προσφυγικό ξανά σε έξαρση με τις συνθήκες σε πολλά «κέντρα φιλοξενίας» να είναι οριακές... Δυσοίωνος o Σεπτέμβρης για έβδομη σερί χρονιά, δίχως ωστόσο το γεγονός αυτό να εντυπωσιάζει ιδιαίτερα πια κανέναν μας. 

Τα τελευταία χρόνια, η Ιαπωνία αντηχεί ολόκληρη από Μότσαρτ. Ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, η μουσική του μεγάλου Αυστριακού έχει γίνει το νεότερο τρεντ στην παραγωγή φρούτων και λαχανικών. Μια τεράστια γκάμα προϊόντων, από μπανάνες έως σάκε, ωριμάζουν σήμερα υπό τους ήχους του Μότσαρτ και αγοράζονται με περισσό ενθουσιασμό. Ο Μότσαρτ (ειδικά αυτός) έχει γίνει η νέα, θαυματουργή ορμόνη ανάπτυξης.

Κολυμπάς αμέριμνα, βουτάς και κατεβαίνεις ως το βυθό, βγαίνεις για ανάσα και τότε νιώθεις τον εισβολέα, αυτήν την ύπουλη μικρή σταγόνα που αποφάσισε να ανακαλύψει πόσες διαδρομές θα ακολουθήσει εντός σου. Μπλέκεται ως άλλος Θησέας στον λαβύρινθο του αυτιού σου, ξεχνώντας τον μίτο που θα την ξαναβγάλει στα ανοιχτά.

«Τι κάνει το ψάρι, μαμά;» ρώτησε η Αννα.

Ημασταν καθισμένοι οι τρεις μας στην προβλήτα της Αγίας Μαρίνας και παρακολουθούσαμε τους ψαράδες καθισμένους στη σειρά με τα καλάμια τους. Ενας από αυτούς είχε πιάσει ένα μικρό ψάρι κι εκείνο σπαρταρούσε πάνω στο τσιμέντο.

«Χορεύει» της είπε η μαμά.