Παρασκευή, 08 Μαΐου 2020 19:35

Νικόλας Σεβαστάκης: Προτείνω εδώ να σκεφτούμε την πανδημία και τις συνέπειές της ως αφύπνιση από κάθε δογματικό ύπνο

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo175Έξι σκέψεις για τα φιλοσοφικά και πολιτικά διλήμματα της υγειονομικής κρίσης του κορωνοϊού. 

1.

ΔΥΟ ΜΗΝΕΣ ΤΩΡΑ, πίσω από χειρισμούς και διαφωνίες στον χειρισμό της υγειονομικής κρίσης του κορωνοϊού, είδαμε να αναδύονται σοβαρά φιλοσοφικά και πολιτικά διλήμματα. Σε πολλές χώρες διχάστηκαν τα επιστημονικά teams και όχι μόνο τα πολιτικά επιτελεία και ο απλός κόσμος που συμμετείχε συναισθηματικά από τις οθόνες του σπιτιού του. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτο, αφού όλα τα μείζονα συμβάντα με επιδημίες, πολεμικές συρράξεις ή φυσικές καταστροφές (από τον σεισμό στη Λισαβόνα το 1755 μέχρι τον τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη το 2005) έδωσαν τροφή σε γενικότερους στοχασμούς για την πολιτική οργάνωση, την ηθική και την οικονομία των κοινωνιών και ευρύτερα του «πολιτισμού» που δέχτηκε τα πλήγματα.

 Τώρα, τα διαφορετικά μοντέλα απόκρισης στην κρίση και η στάθμιση των όποιων αποτελεσμάτων τους (σε σχέση με την ανάσχεση ή την πυροδότηση της νόσου) γίνονται θέμα συζήτησης στη δημόσια σφαίρα αυτής της συγκυρίας, που είναι κυρίως ο ψηφιακός επικοινωνιακός χώρος. Γραφήματα και άρθρα γνώμης, μαθηματικοποίηση και ιστορίες συνωμοσίας αποίκισαν την καθημερινότητα του 13033 και τον σχολιασμό της. Εξαρχής, γύρω από την πανδημία και τα μέτρα παίχτηκε ένα παιχνίδι εννοιών και προσανατολισμών πολιτικής και ηθικής. Η εξωτερική πλευρά αυτής της κριτικής στάθηκε στα μέτρα περιορισμού και στο μοντέλο του lockdown. Η άλλη πλευρά, όμως, στρέφεται στα πορίσματα της ιστορίας αυτής ως προς τη μελλοντική οργάνωση κρατών και κοινωνιών για την αντιμετώπιση τέτοιας κλίμακας προκλήσεων. Άλλωστε, αν ο Covid-19 είναι ο κυρίαρχος τόπος των ημερών, η κλιματική κρίση και η περιβαλλοντική υποβάθμιση θα απαιτήσουν τα δικά τους επείγοντα και ανορθόδοξα μέτρα. 

2.

Η κριτική στο μοντέλο των περιορισμών και ειδικά στην απόφαση για πάγωμα σημαντικού μέρους των κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, αν δεν στάθηκε απλώς στο επιδερμικό αντιπολιτευτικό γήπεδο και στα επιθετικά μηνύματα των social media, συντονίστηκε σε δύο βασικούς άξονες:

••• Έγινε αρχικά λόγος για υπό απειλή ατομικά δικαιώματα απέναντι στον «αθέμιτο» ή καταχρηστικό χαρακτήρα περιορισμών που νομοθετήθηκαν με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Για κάποιους, προφανώς, το δίλημμα ήταν πολύ απλό. Είπαν: κρατική χειραγώγηση μέσα από την τεχνητή ανακοπή μιας «μέτριας γρίπης»¹ ή, κατά κάποιον τρόπο, αυτορρύθμιση των συμπεριφορών και ανάληψη του ρίσκου σε μια κοινωνία που, ούτως ή άλλως, δεν έπρεπε να αναστείλει την παραγωγική και κοινωνική της καθημερινότητα; Σε αυτό συντάχτηκαν διαφορετικά κοινά, τα οποία, τουλάχιστον στη χώρα μας, φαίνονται εμφανώς μειοψηφικά. Για παράδειγμα, κάποιοι οπαδοί των καθαρόαιμων ελεύθερων αγορών συντονίστηκαν με ευσεβιστικούς κύκλους που προσπάθησαν τις πρώτες εβδομάδες να φιλοτεχνήσουν εικόνες δίωξης των πιστών και της Εκκλησίας. Φωνές υπέρ της λειτουργίας της οικονομίας και δεήσεις υπέρ της συνέχισης των λατρευτικών πρακτικών και της «κοινωνίας των πιστών» ήρθαν κοντά για να αμφισβητήσουν επιμέρους μέτρα και το ίδιο το πνεύμα που υπαγόρευσε τη στρατηγική του περιορισμού και του social distancing: την επιλογή κυβερνήσεων και των περισσότερων πολιτικών δυνάμεων να προτάξουν τη δημόσια υγεία και ιδίως αυτή των ευπαθών ομάδων και όχι τη λειτουργικότητα της οικονομικής μηχανής και τους όρους του κοινωνικού βίου (μέσα στο οποίο εντάσσεται και η ενοριακή ζωή). 

Σε αυτή την αμφισβήτηση επιστρατεύτηκε ένα δάνειο από το οπλοστάσιο της «αριστερής» υποψίας: ο ισχυρισμός ότι τα πραγματικά κίνητρα της απόφασης για αυστηρά μέτρα περιορισμού δεν ήταν ανθρωπιστικά ή υπέρ της δημόσιας υγείας αλλά ο φόβος των κυβερνήσεων για την υπερφόρτωση των συστημάτων υγείας και τις συνέπειές της. Αυτό το «ήπια καχύποπτο» επιχείρημα συνόδευσε την ιδέα ότι γύρω από την πανδημία ξετυλίγεται πια ένα σχέδιο για μετατροπή των πολιτών σε μια παθητική και ευνουχισμένη μάζα. Το συγκεκριμένο επιχείρημα έχει προέλευση κυρίως από οπαδούς μιας ακρο-νεοφιλελεύθερης ή τραμπικής δεξιάς, είδαμε όμως να αντανακλά διάχυτα και σε άλλους χώρους «αντισυστημικών» φιλοδοξιών. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η αγωνία των δημόσιων εξουσιών –για την αντοχή των υγειονομικών δομών– δεν ήταν κανένα μυστικό, αφού στις επίσημες ενημερώσεις των Τσιόδρα και Χαρδαλιά γινόταν καθημερινά ρητή αναφορά στην ανάγκη για επιβράδυνση της ροής των κρουσμάτων, ώστε να μη δημιουργηθούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις για τις υγειονομικές δομές. Επομένως, κανένα μυστικό δεν αποκαλύπτεται απ' όσους απαξιώνουν την ηθική βάση της απόφασης για τα μέτρα περιορισμού.

••• Μια δεύτερη εστία κριτικών αναζήτησε πιο εκλεπτυσμένα αναλυτικά εργαλεία, απορρίπτοντας όχι τόσο τα μέτρα όσο το σύστημα των σκοπών που έχουν οι πολιτικές, ιατρικές και διοικητικές αρχές. Έγινε κάποιος δημοσιογραφικός θόρυβος για το πρώιμο κείμενο του Giorgio Agamben και τις αντιδράσεις τις οποίες προκάλεσε, όμως η εξάπλωση αυτού του λόγου είναι μεγαλύτερη, κυρίως σε διανοούμενα περιβάλλοντα που κινούνται κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ. Ποιος είναι ο συλλογισμός που κέρδισε έδαφος από την επαφή των ριζοσπαστών φιλοσόφων και σχολιαστών² με την πανδημία; Η αναπόδεικτη υπόθεση ή, καλύτερα, η βεβαιότητά τους πως ζούμε ένα κοινωνικό πείραμα, με την έννοια ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός της επιτήρησης και οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τον Covid-19 ως ευκαιρία για επιμέρους αντιλαϊκούς και αντικοινωνικούς στόχους: την επιδίωξη για φίμωση της αντιπολίτευσης, για εμφύτευση συνείδησης αντιδραστικής πειθάρχησης στο κοινωνικό σώμα, τον δυνάμει εξοστρακισμό των μη συναινούντων κ.λπ. Στο ίδιο πλαίσιο θα επιστρέψει και η κριτική στην «εξουσία των ειδικών», κριτική η οποία στην παλαιότερη αντιμνημονιακή φάση είχε στο στόχαστρο τους οικονομικούς συμβούλους και τώρα επιχειρεί να εντοπίσει εχθρούς στις ιατρικές ομάδες και στους επιστημονικούς συμβούλους της κυβέρνησης. Στην εύλογη απορία κάποιου γιατί ο σύγχρονος καπιταλισμός που ζει από τη συνεχή κινητικότητα, την κατανάλωση και τις ροές εμπορευμάτων και τουριστών να «θέλει» την ακινησία και τον εγκλεισμό δεν υπάρχει απάντηση ή αλλάζει και το θέμα της κουβέντας. 

lifo1713.

Η βίαιη παρέμβαση του ιού στις κοινωνικές σχέσεις και στις εθνικές οικονομίες, ανατρέποντας τους ρυθμούς της κοινωνικής καθημερινότητας, ερεθίζει τις προσδοκίες για μια αντίστοιχα αντισυμβατική απόκριση η οποία, όπως λέγεται, δεν θα πρέπει να αφήσει τις κοινωνίες να επιστρέψουν στην προ του ιού «κανονικότητα». Εξάλλου, ο ριζοσπαστισμός έχει στον πυρήνα του την ιδέα πως η ουσία της πολιτικής είναι η άρνηση και η σύγκρουση. Έτσι, οι καταστάσεις που ζήσαμε και το ξέσπασμα της αλυσιδωτής κρίσης κλειδώνουν καλά με τη συγκεκριμένη προδιάθεση. Πιστεύω εδώ πως πρέπει να ξεχωρίσουμε ως διαφορετικό θέμα έναν συλλογικό υπαρξιακό προβληματισμό για τη γενικότερη βιωματική οδύνη και την ανασφάλεια αυτής της συγκυρίας. Για παράδειγμα, η απορία για το αν η συνεχής ατομική προφύλαξη μπορεί να παράγει νέες μορφές διακρίσεων και μια περίκλειστη και οχυρωμένη ατομικότητα που θα ζητά διαρκώς πιστοποιητικά ασφάλειας σε κάθε της βήμα είναι ερώτημα που δεν έχει σχέση με τις προβολές του πολιτικού ριζοσπαστισμού ή με τις φαντασιώσεις των αντισυστημισμών: είναι ένα από τα πολλά ανοιχτά ερωτήματα που πρέπει να απασχολούν όλους τους δημοκρατικούς πολίτες και τις κοινότητες των κοινωνικών επιστημόνων. Ζητήματα όπως η σχέση του εγκλεισμού και της φυσικής αποστασιοποίησης με τυχόν ψυχικές διαταραχές ή τα όρια της ψηφιακής μετατροπής των σημαντικών κοινωνικών και διαπροσωπικών μας επαφών έχουν ένα δικό τους κριτικό ενδιαφέρον, γιατί θίγουν λεπτές πλευρές του αποτυπώματος της πανδημίας: το πώς αναδιαμορφώνονται οι δεσμοί μας και η ίδια η σφαίρα της ενδόμυχης ζωής σε καταστάσεις «κοινωνικής αποστασιοποίησης», καταστάσεις που αφήνουν ασφαλώς ίχνη και μετά το τέλος των αυστηρών μέτρων. Έχουμε, πολύ πριν από την πανδημία και τις οικονομικές κρίσεις, ένα μεγάλο στοκ από κοινωνικές και επιστημονικές δυστοπίες για την εξουθένωση των ατόμων στις κοινωνίες της προφύλαξης. Αυτό όμως το επίπεδο των δυστοπικών περιγραφών και των σκοτεινών προγνώσεων, αυτή η σφαίρα της προφητείας για το «χειρότερο», δεν μπορεί να συσκοτίζει τα πραγματικά ερωτήματα που αφορούν το πώς στεκόμαστε ως θεσμοί και άτομα μέσα σε συγκεκριμένες δοκιμασίες. Η σύγχυση μεταξύ των επιπέδων –να τα ρίχνεις όλα στο σακούλι της πολιτικής δυσφορίας και του ιδεολογικού μίσους δηλαδή– δεν είναι καθόλου χρήσιμη για αξιόπιστα πολιτικά συμπεράσματα.

Πολλά από τα παραπάνω έχουν όψεις αφοριστικές και «τρομοκρατικές». Λόγου χάρη, μια φιλοσοφούσα συνθηματολογία που λέει ότι πληρώνουμε με αυτόν τον ιό το τι κάναμε στη φύση, ότι όλα εκπορεύονται από αυτό ή εκείνο το στοιχείο του πολιτισμού μας, είτε είναι οι υπερβολικές και ηδονιστικές μας μετακινήσεις είτε η καταστροφή των τοπικών κοινοτήτων κ.λπ. Πέρα, όμως, από τις δυστοπικές εμμονές των φιλοσόφων, υπάρχουν απορίες πραγματικά ενδιαφέρουσες και ερεθιστικές. Αλλά στον πάγκο της ελληνικής πολιτικής πολλά από τα ευρήματα της εναλλακτικής και ριζοσπαστικής «καχυποψίας» επιστρατεύονται πάλι μόνο και μόνο για να αντιπολιτευτούν την «επίσημη» απόκριση στην κρίση του Covid-19. Με την ακλόνητη πεποίθηση ότι εφόσον τα θεσμικά και πολιτικά μας συστήματα είναι εξ ορισμού αποτυχημένα ή εγκληματικά, οι όποιες επιτυχίες στη διαχείριση μιας κρίσης από τις συμβατικές, «συστημικές» κυβερνήσεις ανάγονται είτε σε τυχαίους λόγους είτε σε παράγοντες όπως η αυτοσυντήρηση των ατόμων που έσπευσαν να τηρήσουν τα μέτρα και έτσι, λένε, αποφύγαμε τα χειρότερα. Στην ελληνική περίπτωση, ακόμα και ένας αντιδεξιός λόγος πήγε να αμφισβητήσει επιστημονικές συστάσεις και πρωτόκολλα μόνο και μόνο διότι στην κυβέρνηση βρίσκεται η κεντροδεξιά.

lifo1724.

Μπορούμε, άραγε, να σκεφτούμε τις προκλήσεις αυτής της καινούργιας συνθήκης για τη χώρα, χωρίς να αποδεχτούμε μια σκέψη που βλέπει κάθε συμφορά ως προάγγελο ριζοσπαστικών καταιγίδων; Μπορούμε να συμμεριστούμε τον προβληματισμό για αποτυχίες, κενά ή χρεοκοπημένες μορφές διαχείρισης της κρίσης σε διάφορες χώρες και συγχρόνως να αφήσουμε στην άκρη τις φαντασιώσεις για μια (ακόμα) «κατάρρευση του συστήματος»; Εδώ νομίζω πως διαφαίνεται μία ακόμα πολιτική και ιδεολογική τομή. Πολλές από τις προσεγγίσεις σε αυτό που συνέβη στην Ελλάδα σε αυτή την πρώτη φάση της πανδημίας δεν μπορούν να κρύψουν την ανυπομονησία για τη δικαίωση μιας ιδεολογικής προφητείας. Είναι ήδη σε λειτουργία η συνήθεια του μεταφυσικού μηχανισμού που πάει να μετατρέψει κάθε αρνητικό γεγονός σε προανάκρουσμα μιας επερχόμενης σωτηρίας, σε πρόπλασμα της μεταστροφής του κόσμου από την κατάσταση αμαρτίας στην οποία έχει ριχτεί. Η βαθιά ύφεση και τα μεγάλα τραύματα στον παραγωγικό και εργασιακό ιστό της χώρας θα γίνουν έτσι το αφηγηματικό υλικό για νέους συνδυασμούς καταστροφισμού και αδάπανης σωτηριολογίας, ανάλογους, ίσως, με αυτούς που προβλήθηκαν την περίοδο του 2011-2015. 

5.

Προτείνω εδώ να σκεφτούμε την πανδημία και τις συνέπειές της ως αφύπνιση από κάθε δογματικό ύπνο. Να τη δούμε ως ένα μάθημα δοκιμασίας της πράξης, της διακυβέρνησης, σε συνθήκες απότομης αλλαγής πλάνου ή μάλλον ανατροπής όλων των σχεδιασμών και των πλάνων. Να σταθούμε στο πώς αυτό το πλέγμα πανδημίας και απαντήσεων οδηγεί στην επαναξιολόγηση των συστημάτων κοινωνικής συνεργασίας και του τρόπου που σκεφτόμαστε την αλληλεξάρτηση ιδιωτικού και δημόσιου, «χαμηλών» και «υψηλών» επαγγελμάτων. Στην κρίση αυτή αναγνωρίσαμε τη σημασία της υλικής καθημερινότητας και τομέων της εργασίας που κινούνται πέρα από την ορατότητα των επαγγελμάτων κύρους. Να διαβάσουμε αυτή την εμπειρία ως κάτι που υπέβαλε σε δοκιμασία την κυβερνητική συλλογική ευθύνη, τις προσωπικές συμπεριφορές, τον ηθικό κώδικα κάθε πολίτη, μαζί με το οργανωμένο σύστημα υγείας, τις αδυναμίες και τις αρετές του.

Η ηθική μας φαντασία μπορεί, φυσικά, να συνεχίσει να βλέπει ανήσυχα όνειρα για τους ιούς ή για το νόημα του ευ ζην σε κοινωνίες σύνθετων στόχων και αβέβαιων αποτελεσμάτων. Η πολιτική μας σκέψη, όμως, έχει τώρα ένα πιο ταπεινό καθήκον: να προσανατολιστεί στην ανασύνταξη ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κράτους δικαίου, ικανού να οργανώνει αποκρίσεις στις επείγουσες στιγμές, ανακτώντας όλο και καλύτερες ποιότητες πολιτικού σχεδιασμού και κοινωνικής κινητοποίησης. Αυτή η διαδικασία ανασύνταξης όλων των δημόσιων εξουσιών δεν έχει, ωστόσο, σχέση με ρετρό κεϊνσιανισμούς της δεκαετίας του '50. Ούτε με τις χαιρέκακες προσδοκίες κάποιων δεξιών εθνικιστών για παγίωση των κλειστών συνόρων και για αναστροφή της παγκοσμιοποίησης. Οι δύο «τάσεις» που ερίζουν στη λεγόμενη αρένα των αντισυμβατικών ιδεών παίζουν γύρω από επιθυμίες που, όταν ματαιώνονται, μετατρέπονται σε μνησίκακα συνθήματα. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ό,τι και αν έπραττε ή αν δοκίμαζε ο Μακρόν, ήταν εξ ορισμού λίγο, χάλια, ψίχουλα. Μια ορισμένη αριστερά, δυστυχώς, δεν αναγνωρίζει ποτέ κάτι που εκπορεύεται από άλλους. Και αν το αναγνωρίζει, ισχυρίζεται ότι οφείλεται στην ίδια, είτε στην πίεση που ασκεί πάνω στους άλλους ώστε να συμμορφωθούν στο σωστό. Ενώ, ας πούμε, ακόμα βρισκόμαστε στο στόμιο της υγειονομικής και κοινωνικής καταιγίδας και η κοινωνική παραγωγή έχει καταρρεύσει, προβάλλεται η επιθυμία για ένα κράτος απεριόριστων πόρων και δυνατοτήτων που και θα μπορεί να κινητοποιεί τους πάντες υπέρ των συμφερόντων του και θα παραμένει αλώβητο από τις εξωτερικές πιέσεις. Σιγοκαίνε, επίσης, στη χώρα εστίες ανορθολογικής διαμαρτυρίας, που βλέπουν ακόμα το φάντασμα της δικτατορίας στα έκτακτα μέτρα και δανείζονται το λεξιλόγιο της ανυπακοής – χωρίς, ευτυχώς, να βρίσκονται πολλοί οπαδοί γι' αυτό.  

lifo1736.

Το υγειονομικό πρόβλημα και οι οικονομικές και κοινωνικές του συνέπειες προσφέρουν χώρο για αναθεωρήσεις προτεραιοτήτων, ακόμα και για ιδεολογικές μετατοπίσεις. Η καινούργια συνθήκη που σχηματίζεται φέρνει, ούτως ή άλλως, αναπροσαρμογές σε όλα τα προηγούμενα προγράμματα και τους δημόσιους στόχους. Ίσως, για παράδειγμα, η κρίση της τουριστικής παγκοσμιοποίησης και των ανοιχτών συνόρων –που θα έχει μεγαλύτερο βάθος μάλλον– να είναι μια καλή αφορμή για την επανατοποθέτησή μας απέναντι στη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και για ένα νέο πολιτικό ενδιαφέρον για την πρωτογενή παραγωγή. Αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα μιας νέας ιεράρχησης των δημόσιων στόχων και του παραγωγικού προτύπου. Το αντίθετο των «εναλλακτικών» αφηγήσεων δεν είναι προφανώς η ακινησία ούτε η δειλία απέναντι σε μεταρρυθμιστικές απόπειρες: είναι το σθένος των μετριοπαθών, η ιδέα δηλαδή πως μπορεί κανείς να παρεμβαίνει στην τροπή των πραγμάτων για να εμποδίζει να συμβούν μεγάλες καταστροφές και για να καλύπτει πεδία συγκεκριμένου ανθρωπισμού και βελτίωσης των όρων ζωής. Αντιθέτως, ο ρηχός αντικρατισμός, ο φετιχισμός των μαζικών επιτάξεων, η ρητορική της καχυποψίας, όπως και η παρωχημένη επιθετικότητα απέναντι στους ειδικούς, όλα αυτά που κυκλοφόρησαν ευρέως στην αγορά αυτών των ημερών, δεν έχουν κανένα πολιτικό ενδιαφέρον, ούτε πραγματική γείωση: δεν προσφέρουν στη συλλογική αυτογνωσία, παρά λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως γλωσσικά παιχνίδια για ομάδες και άτομα που θέλουν, σε κάθε ευκαιρία, να παράγουν «αντισυναινετικούς» λόγους.

Όταν πιστεύει κανείς πως η ουσία της πολιτικής ζωής είναι η σύγκρουση, δεν μπορεί να χαρεί ούτε μια πρώτη και εύθραυστη νίκη επί ενός επιδημικού κύματος. Το ζητούμενο στο εξής είναι να συγκρατηθούν το βάθος και η ένταση της ύφεσης και να οργανωθούν καλύτερες απαντήσεις στις ανάγκες των πιο ευάλωτων, που θα αυξηθούν το επόμενο διάστημα και το φθινόπωρο. Η ανάσχεση της πανδημίας είναι ένα κομμάτι αυτής της πολύμορφης αναμέτρησης με προβλήματα μετάβασης σε νέους τρόπους ζωής, που η διάρκειά τους είναι άγνωστη. Και αυτό από μόνο του δεν επιτρέπει τη συνηθισμένη διάταξη πολιτικών παθών και διανοητικών εργαλείων. 

Πηγή:  lifo.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 08 Μαΐου 2020 19:58
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση