Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019 07:53

Γιάννης Νιάρρος: «Θέλω να καταφέρω να ζήσω χωρίς τη φιλοδοξία μου»

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
giannis niarrosΤης Ματούλας Κουστένη. Ενας από τους πιο ταλαντούχους νέους ηθοποιούς μας, πολυβραβευμένος και χορτάτος από διακρίσεις και ουρές έξω από το θέατρο, αποφασίζει να αφήσει λίγο στην άκρη τους ρόλους ρεπερτορίου και μας αποκαλύπτει μια πλευρά του εαυτού του. Πώς; Παρουσιάζοντας στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο ένα ιδιότυπο μουσικό stand-up comedy!
 Στην αρχή ήταν ο Σταβρόγκιν στους «Δαιμονισμένους» του Θοδωρή Αμπαζή, έπειτα ο Ρασκόλνικοφ στο «Εγκλημα και τιμωρία» του Σωτήρη Χατζάκη, μετά ο γιος του μαφιόζου Γερακάρη στο έξοχο «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη που έσκισε επί τέσσερα χρόνια στα αθηναϊκά θέατρα, πρόσφατα ο εκδικητικός Ορέστης στις «Χοηφόρους» και από πέρυσι ντύνεται τα βράδια Κρίστοφερ, υποδυόμενος ένα 15χρονο αυτιστικό αγόρι με σπάνια χαρίσματα στο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» του Σάιμον Στίβενς που σκηνοθετεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο θέατρο «Τζένη Καρέζη». Τόσο πολύ ιντριγκάρουν τον Γιάννη Νιάρρο οι σκοτεινοί, ιδεοληπτικοί, ψυχικά ασταθείς, παραβατικοί και διχασμένοι ήρωες;

«Με ενδιαφέρουν, ναι. Αλλά κανένα από αυτά τα δύσκολα “παιδιά” δεν με έχει βασανίσει, γιατί κανένας ρόλος δεν είναι μεγαλύτερο βάσανο από τον ίδιο μας τον εαυτό», λέει ο Γιάννης Νιάρρος που, έπειτα από όλους αυτούς τους ζόρικους, βασανιστικούς τύπους, αποφασίζει να μας συστήσει μια πλευρά της δικής του προσωπικότητας. Ο ταλαντούχος ηθοποιός, περσινός νικητής του Βραβείου Χορν, παράλληλα με την παράσταση στο «Καρέζη» που συνεχίζεται παρουσιάζει από τις 4 Νοεμβρίου και κάθε Δευτέρα (με διαφορετικό καλεσμένο) στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο ένα ιδιότυπο stand-up comedy μετά μουσικής που του έδωσε τον τίτλο «Life before Grammy’s».

Υποδυόμενος έναν εκκεντρικό, ψωνισμένο, ευαίσθητο και ξεκαρδιστικό μουσικό ο Νιάρρος που από μικρό παιδί έχει πάθος με τη μουσική (ακόμα και σήμερα κάνει μαθήματα τζαζ πιάνου) αφηγείται τη σχέση του με την τέχνη και τον έρωτα, φορά περούκες, μεταπηδά από το ένα ρεπερτόριο στο άλλο, κάνει τσαλίμια τραγουδώντας λαϊκά, ντύνεται ροκάς, τολμά διασκευές σε πρωτότυπες ενορχηστρώσεις, παίζει διάφορα όργανα, ερμηνεύει από τα «I don’t need no doctor» και «What I’d say» του Ρέι Τσαρλς, μέχρι κομμάτια των Στίβι Γουόντερ και Πρινς, αναμετριέται με το είδωλό του, Τσετ Μπέικερ, παρουσιάζει τα ραπ που έγραψε ο ίδιος για να σατιρίσει όσα σιχαίνεται.

Αρρωστος με την τζαζ και το πιάνο, ο νεαρός ηθοποιός που στα νιάτα του δούλευε ως κλόουν σε παιδικά πάρτι, λατρεύει τον Μάιλς Ντέιβις, θεωρεί ήρωες τους ανθρώπους που ασχολούνται με την τζαζ στην Ελλάδα και ποτέ δεν ξεχνά το πρώτο τραγούδι που έμαθε να παίζει στην κιθάρα, το «Νothing else matters» των Metallica πάνω στη δύσκολη στιγμή μιας αφόρητης εφηβικής απόρριψης. «Ηταν τότε η πρώτη φορά που με παράτησε ένα κορίτσι και ήθελα να πονάω, να νιώθω καταραμένος.

Τι καλύτερο από το να συνοδεύεται όλο αυτό το στερεότυπο και από μια κιθάρα;», λέει σήμερα. «Μικρός –ξεκάθαρα– ασχολήθηκα με τη μουσική για να ρίξω γκόμενες. Μετά όμως, όταν έπαιζα για φίλους, διαπίστωνα ότι είχα την τάση να τα διακωμωδώ. Ισως γιατί ένιωθα ανεπαρκής. Ισως από σεβασμό απέναντί τους, ποτέ δεν κατάφερα να αποδώσω σοβαρά τον χαρακτήρα του μουσικού. Είναι σαν να παίζω μουσική, αλλά να μην έχω μουσική ταυτότητα. Ημουν πάντα ένας wanna be μουσικός και ποτέ ένας συγκροτημένος, ολοκληρωμένος σολίστας, γιατί η πρωτιά χρειάζεται αφοσίωση και η μουσική είναι ιερή».

Κι αυτή τη φορά στο «Γυάλινο» το ίδιο δεν θα κάνεις;

Δεν ξέρω πώς πρέπει να ονομάσω αυτό που ετοίμασα. Είναι μουσικό live; Είναι stand-up comedy; Είναι μουσικοθεατρική παράσταση ή ένα one man show; Μπορώ όμως να σας το περιγράψω: Εχω φτιάξει μία περσόνα που δεν απέχει πολύ από την πραγματική μου διάσταση, είναι δηλαδή ένας ψωνισμένος μουσικός, ο οποίος προσπαθεί να εκφράσει πώς νιώθει απέναντι στην τέχνη του. Καφρίζει τα social media και τους influencers, καυτηριάζει παθογένειες, αναρωτιέται αν αντέχει τη μοναξιά.

Για τον εαυτό σου έχεις απαντήσει σε όλα αυτά;

Μη νομίζεις, και εγώ μάσησα όταν όλοι γύρω μου λέγανε «Μα δεν έχεις Instagram, αφού είναι κομμάτι της δουλειάς σου;». Το ιδανικό για μένα θα ήταν να υπήρχε η δημιουργία χωρίς χρήματα. Να μπορούσα να δουλέψω χωρίς να πρέπει να πληρωθώ. Γιατί, από τη στιγμή που πουλάω κάτι, μπαίνω κι εγώ στην αγορά. Ωστόσο, από τη στιγμή που αποδέχτηκα να το κάνω, ακολουθώ όλες τις προσταγές διότι με νοιάζει να είμαι στη σκηνή και να υπάρχει πολύς κόσμος από κάτω. Από πολύ μικρός ήθελα να έχω και κοινό. Δεν ήθελα να απευθύνομαι στους λίγους και φυσικά όχι στον εαυτό μου.

Πώς προέκυψε ο τίτλος «Life before Grammy’s»;

Προέκυψε πριν από δύο χρόνια που άρχισα να ετοιμάζω την παράσταση. Εκείνη την περίοδο είχα μόλις πάρει το Βραβείο Χορν. Οπως εγώ τότε λύσσαγα να πάρω το βραβείο, έτσι και η περσόνα που έφτιαξα λυσσάει για Γκράμι.

Μα όντως σε ενδιέφερε τόσο πολύ το Βραβείο Χορν;

Ναι, πάρα πολύ, κυρίως γιατί θαυμάζω όλους εκείνους που το έχουν πάρει πριν από μένα και ήθελα να νιώθω ότι είμαι και εγώ ένας από αυτούς.

Το απομυθοποίησες πια;

Οχι, αλλά το έχω τοποθετήσει εκεί που πρέπει. Οταν μπαίνει κανείς σε ένα επάγγελμα μαζεύει γύρω του πράγματα που θεωρεί ότι θα τον καθορίσουν. Η «στολή» του ηθοποιού περιλαμβάνει βραβεία, καλές σχέσεις με τους δημοσιογράφους, συνεντεύξεις, μεγάλους ρόλους, σημαντικά κείμενα. Σιγά σιγά καταλαβαίνεις ότι πολλά από αυτά δεν θα τα χρειαστείς και αρχίζεις να τα ξεφορτώνεσαι. Πλέον, θέλω να καταφέρω να ζήσω χωρίς τη φιλοδοξία μου. Αν μπορέσω να επιβιώσω μόνο ως ηθοποιός και όχι ως ηθοποιός κατ’ επάγγελμα, θα είμαι ευτυχής. Το αντίθετο είναι να θεωρείς εσύ ότι είσαι ηθοποιός, αλλά να μην το πιστεύει κανείς άλλος.

• Οταν ο Γιάννης Οικονομίδης σού πρότεινε τον ρόλο που τελικά σου χάρισε το βραβείο, κατάλαβες από την αρχή ότι έχεις στα χέρια σου το κείμενο που θα σου χαρίσει το βραβείο;

Οχι, κάθε άλλο. Θεωρούσα μάλιστα ότι είναι μια παράσταση που θα με χαντακώσει και ότι δεν είχα καταφέρει να μπω σε αυτό που μου ζητούσε. Εν τέλει και με τον τρόπο που δουλεύει αυτός ο φοβερός σκηνοθέτης όλα έγιναν αβίαστα. Τόσο, που στο τέλος νόμιζα ότι παίζω τον εαυτό μου.

• Για ποια πράγματα μιλούν τα κείμενα του «Life before Grammy’s»;

Θίγεται η ζωή του Αθηναίου καλλιτέχνη. Εφτιαξα, λοιπόν, ιστορίες με ένα δικό μου χιούμορ και αστεία αυτοαναφορικά. Για πρωταγωνιστή έχω έναν τύπο που, ενώ θεωρεί τον εαυτό του τεράστιο ταλέντο, νιώθει ότι δεν του δίνονται οι κατάλληλες ευκαιρίες. Υπάρχει πολλή γραφικότητα και καφρίλα. Θα δείτε μία μίξη κυνισμού, ευαισθησίας και καλλιτεχνικής ύπαρξης.

• Δεν θα ήθελες φέτος να κάνεις για παράδειγμα έναν Ιψεν; Να σε σκηνοθετήσει ένας από τους κορυφαίους Ελληνες σκηνοθέτες;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πια αυτή την καύλα. Μου μοιάζει πια λίγο σαν εφηβικό όνειρο, όχι γιατί δεν υπάρχουν καλοί σκηνοθέτες στην Ελλάδα, αλλά νιώθω ότι είμαι πια σε μια φάση που μπορώ να σκέφτομαι και μόνος μου δημιουργικά πράγματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αρχίσω να σκηνοθετώ. Απλώς αυτή την παράσταση γουστάρω που την κάνω μόνος.

• Δεν είναι πιο δύσκολο να ανεβάζεις τον εαυτό σου στη σκηνή από το να κρύβεσαι πίσω από έναν Ρασκόλνικοφ ή έναν Ορέστη;

Οχι, είναι πιο εύκολο να διοχετεύσεις τον εαυτό σου σε κάτι που είναι ανοιχτό και προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Αντιθέτως, οι ήρωες που έχει αποδώσει ένας τραγωδός ή ο Ντοστογέφσκι έχουν πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αν τα βάλεις πάνω σου, πάλι εσύ είσαι. Επίσης, τους μεγάλους ρόλους, που τους έχουν ερμηνεύσει οι πάντες, πρέπει πάντα να βρίσκεις κάτι ιδιαίτερο για να τους αποδώσεις. Κι αυτό το ιδιαίτερο πολύ συχνά είναι κάτι πολύ δικό σου...

Τι θα μάθουμε στο «Life before Grammy’s» για σένα που δεν ξέραμε;

Θα μάθετε πόσο καμένος είμαι με τη μουσική, σε σημείο που ο παππούς στον κάτω όροφο θέλει εδώ και πολλά χρόνια να με σκοτώσει. Βλέπεις, επειδή δεν είμαι ο κλασικός επαγγελματίας μουσικός που έχει πρόγραμμα και μελετά συγκεκριμένες ώρες της μέρας, κάθομαι στο πιάνο ανά πάσα στιγμή και μελετάω ατελείωτες ώρες, ενοχλώντας τους πάντες γύρω μου. Θα μάθετε επίσης πόσο πολύ καμένος είμαι στον τρόπο που κάνω χιούμορ.

• Το χιούμορ παίζει σημαντικό ρόλο γενικά στη ζωή σου;

Παλαιότερα έπαιζε σημαντικότερο ρόλο. Ημουν πιο χαρούμενο παιδί, είχα μάλλον μεγαλύτερη διάθεση να κάνω πλάκα. Τώρα πια πηγαίνω αναλόγως με τις φάσεις μου: κάποιες φορές δεν θέλω να μιλάω σε κανέναν, κάποιες άλλες είμαι εντελώς ξεφτιλισμένος και γελοίος. Σε ό,τι αφορά τους ανθρώπους γύρω μου, ναι θέλω να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που έχουν διάθεση να αυτοσαρκάζονται. Δεν αντέχω τη σοβαρότητα, με αγχώνει πολύ. Οι άνθρωποι χωρίς χιούμορ δεν έχουν αντιληφθεί την ματαιότητα της ζωής και της ίδιας μας της ύπαρξης.

Ο Κρίστοφερ για παράδειγμα στο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» λέει ότι υπάρχουν αστέρια που απέχουν εκατοντάδες έτη φωτός από τη Γη και μερικά από αυτά δεν υπάρχουν καν πια. Ωστόσο, θα αργήσουμε να μάθουμε ότι πέθαναν γιατί το φως τους στα μάτια μας θα σβήσει ύστερα από χρόνια. Εμείς, λοιπόν, βλέπουμε πράγματα που στην πραγματικότητα έχουν εξαφανιστεί. Ετσι πρέπει να σκεφτόμαστε και για τα προβλήματα που σήμερα μας φαντάζουν ανυπέρβλητα: μπορεί, όταν σταματήσουν να υπάρχουν, να μην υπάρχουμε ούτε εμείς.

• Η περίοδος που δούλευες ως κλόουν συνδέεται με αυτό που θα κάνεις τώρα;

Ακόμα κι αν δεν είναι συνδεδεμένο απολύτως με το project, συνδέεται με τους λόγους για τους οποίους έκανα θέατρο: ήθελα πάντα να κάνω τον άλλον να γελάσει, να του προκαλέσω συναισθήματα, να έχω κοινό. Ακόμα και σήμερα αν μου πεις «Ανέβα στη σκηνή και κάνε μας κάτι», δεν θα σου διαβάσω τα «Κεριά» του Καβάφη. Θα ανέβω και θα προσπαθήσω να σε κάνω να αισθανθείς πράγματα, πιθανότατα να γελάσεις. Επίσης η δουλειά του κλόουν με έμαθε να είμαι συνεπής και να διαχειρίζομαι την απόρριψη που στα παιδιά είναι ξεκάθαρη και καθόλου φιλτραρισμένη. Οταν έχεις ακούσει το πεντάχρονο να κλαίει και να λέει στη μαμά του «Μαμά, ο κλόουν είναι βλάκας, τον βαριέμαι», είσαι προετοιμασμένος για όλες τις κριτικές.

• Αρα αντέχεις τις επικρίσεις.

Η κριτική δεν με σοκάρει, ούτε με κάνει να αισθάνομαι άσχημα, διότι έχω απόλυτη επίγνωση του τι κάνω. Ξέρω πως, όταν κάποιος θα με κράξει, θα επιβεβαιώσει την αδυναμία που είχα εκείνη την ημέρα πάνω στη σκηνή. Με τους περισσότερους κριτικούς συμφωνώ. Ξέρω γιατί δεν τους άρεσα. Το λάθος μου το ξέρω ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνει.

• Θα μου πεις τους στίχους από το λαϊκό τραγούδι που έγραψες για την παράσταση;

«Η ώρα πήγε οκτώ/ και ψάχνω να σε βρω/ στους δρόμους τριγυρίζω με βήματα αργά/ τσιγάρο και ποτό/ να σβήσουν τον καημό... κι όλο σ’ αναζητώ/ στη σκέψη στο μυαλό...» και φτάνουμε στο ρεφρέν που τα δίνω όλα τραγουδώντας «κι επιταχύνω, επιταχύνω, επιταχύνω...».

Πηγή:  efsyn.gr

Γιάννης Νιάρρος: «Είναι βαρετό να παίζεις τον γκόμενο σε ένα σίριαλ»  Ακόμα μία συνέντευξη στην Μ. Κουστένη που δημοσιεύτηκε στις 1.12.18 στη lifo με αφορμή τη βράβεσυη του Νιάρρου με το βραβείο Χορν. 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019 08:15

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση