Κυριακή, 04 Αυγούστου 2019 18:05

Η νύχτα του Λωτ, του Θανάση Σκρουμπέλου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

sophie-bassΤο παιδί ένιωθε λύκος. Βγήκε στην ταράτσα γυμνός κι άρχισε να ουρλιάζει. Ένα φεγγάρι ολόγιομο στον ουρανό. Χλωμό φεγγάρι. Η κυρία Κούλα, χήρα παπά θεοβλαμμένη, τι άλλο της είχε μείνει της γυναίκας να πιαστεί; Εβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Κλέφτες υπουργοί, λαμογιές δικαστικών, εφοριακοί με άγνωστο πόθεν έσχες, παπαδαριό χλιδάτο, τίποτα όρθιο. «Θα μας κάψει ο Θεός. Σόδομα και Γόμορρα γινήκαμε, ούτε δέκα τίμιοι άνθρωποι σε αυτό τον τόπο», είπε.  

 Αυτά έβλεπε κάθε βράδυ και μετά έπεφτε ψυχικό ράκος για ύπνο στο διπλό κρεβάτι. Μόνη κι έρημη. Κι όλο κακές σκέψεις τής γεννούσε το σώμα της. Εψαχνε κορμί δίπλα της να κλειδώσει πάνω του, όπως τότε με τον συγχωρεμένο.Τίποτα. Μονο το μαξιλάρι. Μια δυό φορές λοξοδρόμησε κι αμάρτησε με τα χέρια. Και την 'πιάσαν τύψεις κι ενοχές «τι κάνω η τρελή ;».   

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι, τάσι από στάχτη, φώτιζε το παραθυρό της. Δεν την έπιανε ύπνος. Σηκώθηκε έκλεισε το κλιματιστικό, άνοιξε το παράθυρο. Την πήρε μια φούντωση απο τη ζέστα που ζέχναν ο δρόμος και οι τοίχοι.  

«Θεέ μου, τι μας επιφυλάσσεις για τις αμαρτίες μας», είπε μέσα της. Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση της κι άκουσε απο πάνω της το ουρλιαχτό. Γύρισε τα μάτια προς την ταράτσα και μαρμάρωσε. Κόντρα στον δίσκο του φεγγαριού, ένα γυμνό αγόρι με ανοιχτά τα χέρια κι ορθωμένο τον φαλό, αφύσικα μεγάλο φαλό, που ούρλιαζε. Τα ανοιχτά του χέρια ήταν σαν φτερά. Ο φαλός σαν ρομφαία. «Άγγελος Κυρίου, άγγελος Θανάτου» σταυροκοπήθηκε η καλή γυναίκα. Απο κάτω ακούστηκε ένας πυροβολισμός και φωνές. Το αγόρι έβγαλε ακόμη ένα ουρλιαχτό και μ' ένα σάλτο χάθηκε απο την ταράτσα. Κάτω στον δρόμο η κυρία Κούλα είδε τον κόσμο που είχε μαζευτεί και δείχναν προς την ταράτσα της. «Να 'τος, εκεί πήδηξε τώρα». Σήκωσε το κεφάλι προς τα κει που δείχναν ο όχλος και μια σταγόνα αίμα έσταξε στο πρόσωπό της και φτερά και πούπουλα αιωρήθηκαν απο πάνω της. Τρόμαξε. «Ξεκίνησε» ψιθύρισε μέσα της. «Με δοκιμάζει ο Θεός. Στα Σόδομα, όταν ο μανιασμένος όχλος μαζεύτηκε έξω από την πόρτα του Λωτ, αυτός προτίμησε να τους δώσει τις κόρες του παρά να τους παραδώσει τους δυό αγγέλους που 'χαν καταφύγει σπίτι του».  

Μπήκε μέσα, έκλεισε το παράθυρο. Άκουσε απελπισμένο χτύπημα στην πόρτα της. Άνοιξε. Στη μπασιά το παιδί, γυμνό, τρομαγμένο. «Σας παρακαλώ, βοηθήστε με», της είπε. Τον έμπασε μέσα. «Δεν είναι όλοι άτιμοι, έχει και τίμιους ανθρώπους σε αυτό τον τόπο, Άγγελέ μου». Του είπε. «Μπα, όλοι καριόληδες είναι». Της είπε το παιδί. Ξεθόλωνε σιγά σιγά απο τα χάπια που είχε πάρει. Η κυρία Κούλα κοιτούσε το σώμα του να βρει την πληγή. Τίποτα, το σώμα του άθικτο. «Θαύμα» ψιθύρισε μέσα της. Ο φαλός του παιδιού ακόμη ορθωμένος. Την έπιασε ταραχή. «Αυτό τι σημάδι να 'ναι;».  

Στην πόρτα της ακούστηκαν ξανά χτυπήματα κι ένα κλειδί που στριφογυρνούσε στην κλειδαριά. «Κυρία Κούλα; Ανοίγω να δω αν είστε καλά .Ψάχνουμε τον ανώμαλο. Τον είδαν να πηδάει στον ακάλυπτο». Ακούστηκε η φωνή του διαχειριστή που κρατούσε κλειδιά όλων των διαμερισμάτων, αν έπιαναν φωτιά η σπάγαν τα υδραυλικά, να τα 'χει για να μπει. «Δεν είμαι ανώμαλος -της είπε το παιδί- λίγο αγγελόσκονη πήρα σε χάπια και με σήκωσε στα χάι μου...». «Σσσς - του 'κανε νόημα η κυρία Κούλα να σωπάσει-εκεί στο κρεβάτι-τον διέταξε- δεν θα αφήσω να σε πειράξει κανείς Άγγελέ μου».  

Η πόρτα άνοιγε, το παιδί χώθηκε κατω απο το σεντόνι, χώθηκε και η κυρία Κούλα. Στο τσάκ πρόλαβε . Στην μπασιά ο διαχειριστής με έναν φακό. Απέξω φάνηκαν και κάνα δυο τρεις αγριεμένοι με ξύλα στα χέρια. «Ω, συγγνώμη που σας ξύπνησα». Της είπε ο διαχειριστής. Τη φώτισε στο πρόσωπο με τον φακό. Το αγόρι κατω απο το σεντόνι δεν φαίνοταν. «Σβήστε τον φακό, σας παρακαλώ. Τι θέλετε;». Τον ρώτησε η κυρία Κούλα. «Ω... συγγνώμη... τίποτα, να δω αν είστε καλά». Της είπε ο διαχειριστής ντροπιασμένος. Έκλεισε τον φακό, βγήκε έξω. Ακούστηκε που 'λεγε στους άλλους: «Πάμε στου ανάπηρου, που κοιμάται με ανοιχτά παράθυρα μήπως χώθηκε εκεί ο αλήτης».  

Η κυρία Κούλα έκανε να μιλήσει του Αγγέλου, όμως φωνή δεν έβγαινε απο το στόμα της. Το παιδί, έτσι όπως είχε κολλήσει πάνω της, το πέος φίδι είχε γλιστρήσει κάτω από το νυχτικό της μες στα μπούτια της.Τη λίγωνε. Της έλιωνε τα σωθικά. Έβαζε φωτιά το σώμα της. Έχανε το μυαλό της. «Το σημάδι, αυτό είναι το σημάδι», είπε μέσα της και σαν τρελή άνοιξε τα πόδια της, να χωθεί το φίδι μέσα, σκληρό, καυτό, άκαμπτο από την αγγελόσκονη. Πέντε οργασμούς τής χάρισε.  

Πρωί, με λιωμένα τα μέλη απο τη γλυκιά κούραση, ήταν περασμένες δέκα που ξύπνησε. Πρώτη φορά ξυπνούσε τόσο αργά μα και τόσο γλυκά.   Έξω στο παράθυρό της ένα περιστέρι πεσμένο. Μια τρύπα ματωμένη έχασκε στο στήθος του. Είχε φάει αυτό τη σφαίρα αντί για το μαστουρωμένο παιδί.   Η κυρία Κούλα γύρισε να δει δίπλα της. Κανείς. Ο «Άγγελος» είχε εξαφανιστεί. Μόνο μια γούβα στο σεντόνι της υπήρχε, οσο το ξένο κορμί. Σηκώθηκε, άπλωσε τα σεντόνια να αεριστούν. Μπήκε στο μπάνιο, πλύθηκε. Άνοιξε την ντουλάπα της να πάρει καθαρά ρούχα και τότε είδε πως από τη νάιλον σακούλα που 'χε κρεμασμένα τα άμφια του μακαρίτη έλειπε το παντελόνι του και το πουκάμισό του. Κι απ' την παπουτσοθήκη τα μαύρα του σκαρπίνια.  

«Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου», ψιθύρισε. Έξω η πόλη είχε βρει τον ρυθμό της. Κορναρίσματα, το τραμ, φωνές και ένας ήλιος που δάγκωνε. 

Πρώτη δημοσίευση στην έντυπη LiFO το 2011. 

Ο πίνακας είναι της Sophie Bass. 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 04 Αυγούστου 2019 18:21

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση