Πέμπτη, 01 Αυγούστου 2019 06:31

Roxanne, 7ο καλοκαιρινό νουάρ διήγημα, της Μαριλένας Πολιτοπούλου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

politopoulouΔώδεκα πρόσωπα νουάρ γραφής μας χαρίζουν ιστορίες αστυνομικής πνοής, με δύσθυμη, ειρωνική, περιπλανητική, πολιτική ή υπερβατική διάθεση. Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας.                                                                                                                          Μισέλ Φάις

To φεγγάρι ήταν στη χάση του. Ξεμύτισε από την κορυφογραμμή, σηκώθηκε αργά στο στερέωμα και το παράξενα σχηματισμένο μάτι του κοίταζε ένα κορίτσι που στεκόταν όρθιο στην αμμουδιά του «Blue» και ρομαντζάριζε. Επικοινωνούν αυτοί οι δύο, σκέφτηκε ο άντρας στο ακρινό τραπέζι. Δεν είχε έρθει στην παραλιακή για το κορίτσι, ο μυστικός της Εισαγγελίας είχε έρθει για τα αγόρι της, το γκαρσόνι που του έφερε το διπλό ουίσκι του με ένα παγάκι.

Το αγόρι, μελαχρινό, γυμνασμένο, σφύριζε καθώς περίμενε στην μπάρα, τα μάτια του στυλωμένα στο κορίτσι με τα σκούρα καστανά μαλλιά ν’ απλώνονται ώς κάτω από τη μέση της. Φοράει το σουτιέν του μαγιό της και ένα κόκκινο παντελόνι που η ζώνη του δεν ξεπερνάει τον αφαλό της. Ξυπόλητη. Αλλοτε μπάρμαν, άλλοτε γκαρσόνι, άλλοτε ταμίας, ο νεαρός Μάρκος της είχε πει πως είναι ανιψιός του αφεντικού. Ψέματα. Γεννήθηκε σε ένα χωριό κοντά στην Αρχαία Μεσσήνη, μικρός έπαιζε κυνηγητό ανάμεσα στα αρχαία μάρμαρα. Εκεί τη γνώρισε. Απόμακρη. Μέτωπο φαρδύ, φρύδια έντονα, μάτια στο χρώμα του μελιού.

Ο Μάρκος πριν πάει κοντά της αλλάζει το ηλεκτρονικό αυτιστικό remix που σπάει τα νεύρα στον μυστικό με Procol Harum, A whiter shade of pale. Διαχρονική αξία. Της άρεσε. Αρχισε να λικνίζεται, σιγομουρμουρίζοντας με την ελαφρά βραχνή φωνή της, μια ιδέα παράφωνη. Το αγόρι κάτι της είπε στ' αυτί, ίσως πως θα είναι για πάντα μαζί. Γέλασε. Μπορεί να της είπε πως θα την κάνει βασίλισσα. Τον φίλησε στη βάση του λαιμού. Η βραδιά ήταν ζεστή, ανασήκωσε τα μαλλιά της, το αγόρι την πήρε αγκαλιά. Το κατάρτι του φεγγαριού φώτισε ένα τατουάζ που ξεκινούσε από τη βάση του αυχένα της και έφτανε στις ρίζες των μαλλιών της. Ακούστηκε το κινητό στην τσέπη του αγοριού, δεν απάντησε, χαλάρωσε τα χέρια του γύρω της. Επρεπε να φύγει για λίγο, είπε. Σε δύο λεπτά ακούστηκε ο ήχος της μηχανής του, το κορίτσι έμεινε στη θέση του. Το ποτήρι του ουίσκι στο ακριανό τραπέζι άδειo. Και το κάθισμα.

Το «Brothers» ήταν στην άλλη άκρη της παραλίας. Ο ισοβίτης καθόταν στην μπάρα, o Μάρκος είχε φτάσει και δίσταζε να πλησιάσει το μεγάλο αφεντικό της νύχτας. Δεν περίμενε να δει τον ίδιο, το είχε σίγουρο πως ήταν φυλακή. Πότε βγήκε πάλι με άδεια, σκέφτηκε και είπε διστακτικά.

«Καλησπέρα…»

«Χθες βγήκα με τετραήμερη και ήρθα στο ραντεβού, να μην ξεχάσω τη δουλειά! Ο ισοβίτης ξέσπασε σε γέλια. Παλιότερα ερχόμουν εγώ στα μαγαζιά, αλλά τώρα τα παιδιά τα έχουν αλλάξει όλα. Βέβαια, μου στοιχίζει ένα χιλιάρικο τον μήνα ο καθένας». Εβηξε. Ηταν χοντρός, με ξυρισμένο κεφάλι, μάτια μικρά, φιδίσια. Δίπλα του καθόταν ο ιδιοκτήτης του μπαρ.

«Εμείς χιλιάρικο δεν κάνουμε είσπραξη ούτε Σαββατόβραδο», κλάφτηκε.

«Εμείς ξέρουμε καλύτερα από σένα τις δυσκολίες των μαγαζιών. Γι' αυτό ζητάμε μόνο ένα πενηντάρικο τον μήνα για προστασία από τα πάντα. Αν το ασφαλίσεις, θα σου ζητήσουν τα διπλά, χώρια που θα έρχονται τζαμπατζήδες αστυνομικοί να τρώνε και να πίνουν δωρεάν. Με εμάς έχεις το κεφάλι σου ήσυχο».

«Ασφάλεια πληρώνω έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί», είπε ο ιδιοκτήτης.

«Τι θα συμβεί δηλαδή; Επαγγελματίες είμαστε και μάλιστα οι καλύτεροι. Ξέρουμε εμείς πότε πιάνουν φωτιά τα μαγαζιά και πώς δεν θα πιάσουν. Αυτή τη δουλειά ξέρω και την κάνω καλά».

Του έδωσε το πενηντάρικο και σηκώθηκε. «Θα με συγχωρέσεις, πρέπει να φύγω».

«Στο καλό να πας και μη δίνεις τζάμπα λεφτά στις ασφάλειες».

Πλησίασε ο Μάρκος, του έδωσε κι αυτός ένα πενηντάρικο.

«Οι μπάτσοι είναι οι μεγαλύτεροι χαραμοφάηδες. Εμείς είμαστε επαγγελματίες, σε εμάς τα λεφτά σου πιάνουν τόπο. Για ένα όνομα ζούμε σε αυτή την κοινωνία!» Το γέλιο του σκέπασε τη φωνή της Αντζελας.

Ο μικρός είχε καβαλήσει κιόλας τη μηχανή του. Επιστροφή στον δρόμο του φεγγαριού. Το κορίτσι είχε πάει δίπλα στη θάλασσα, ξαπλωμένη στην άμμο, το νερό έβρεχε τις μικρές πατούσες της. Ο μυστικός είχε επιστρέψει πριν από τον Μάρκο στο «Blue». Κάθισε δίπλα της.

«Φοβήθηκα μη σε πάρει το κύμα», μια ελαφρά ειρωνεία την πήρε το μελτεμάκι.

«Εδώ θα κοιμηθώ, αύριο θα πάμε για ιστιοπλοΐα».

Εβλεπε κιόλας τον εαυτό της να κρέμεται από τη μια μεριά του σκάφους και να νιώθει τον αφρό των κυμάτων να την πλησιάζει.

«Για ένα ταξίδι με πανί μπήκε στη μεγάλη μπίζνα του ισοβίτη ο νεαρός», σκέφτηκε ο άντρας, σηκώθηκε, τίναξε την άμμο από το τζιν του και πήγε να συναντήσει το ουίσκι του. Ο Μάρκος είχε επιστρέψει. «Αν μου αρέσει το τραγούδι που θα βάλει δεν θα τον συμπεριλάβω στην αναφορά μου». Ηταν αστυνομικός, ήταν ερευνητής, ήταν μυστικός, του άρεσε να παίζει παιχνίδια με τον εαυτό του. Τα έπαιζε τίμια.

Δύο λεπτά πέρασαν μόνο και το αγόρι κατεβαίνει προς τη θάλασσα. Τα βήματά του συνοδεύει η φωνή του Sting. Για το μπάσο του και τους Police ο μπάτσος τού δίνει αναστολή.

«Για μια Ρωξάνη», ψιθυρίζει σηκώνοντας το γεμάτο ποτήρι του.

The Police - Roxanne    

▶ Τελευταίο βιβλίο της Μ. Πολιτοπούλου είναι το μυθιστόρημα «Η Πηνελόπη των τρένων» (Μεταίχμιο, 2015)

Πηγή:  efsyn.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 01 Αυγούστου 2019 07:00

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση