Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019 21:25

Κλαούντριο Μάγκρις: Ο τελευταίος των μεγάλων μιλά στην Τίνα Μανδηλαρά

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo81Κατακλυσμιαία εμπειρία. Αυτός είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος για να περιγράψεις την επαφή με την ορμητική σκέψη του Κλαούντιο Μάγκρις, ο οποίος διείδε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στην ολότητά του, κατάλαβε τις αντιφάσεις, τη φρίκη των πολέμων και τη σημασία της μεγάλης τέχνης.  

Διάβασε αρχαία ελληνικά, μετέφρασε Κλάιστ, Σνίτσλερ, Μπίχνερ κ.ά., έγραψε αριστουργηματικά μυθιστορήματα, απέσπασε βραβεία, εξυμνήθηκε από τους ομότεχνούς του και τους κριτικούς, μεταξύ των οποίων και ο Τζορτζ Στάινερ.

 Τα βιβλία του, από τον εμβληματικό Δούναβη των εκδόσεων Πόλις έως τα πρόσφατα Μια άλλη θάλασσα και Υπόθεση Αρχείου των εκδόσεων Καστανιώτη, ουσιαστικά συνιστούν μια γοητευτική γενεαλογία των συγκλονιστικών γεγονότων, των προσώπων και των ιδεών που έφτιαξαν τον σύγχρονο κόσμο και μια λογοτεχνική περιδίνηση σε ό,τι νιώθουμε πως μας ξεπερνά: τη βασίλισσα της Σκυθίας, τους αρχαίους τραγικούς, τον Κάφκα, τον Κανέτι, τον Παρμενίδη ή και τον Ηράκλειτο.  

Στην πρόσφατη διάλεξή του στο Ωδείο Αθηνών, στο πλαίσιο εκδηλώσεων του Αθήνα - Παγκόσμια Πρωτεύουσα του Βιβλίου 2018 και των εκδόσεων Καστανιώτη, μας μίλησε για την αρχαία ελληνική σκέψη, τη ρητορική και το ταξίδι του Οδυσσέα, σαν αυτό που συνεχίζει να κάνει ο ίδιος στο αρχιπέλαγος της σύγχρονης σκέψης.  

Επειδή για μένα αποτελεί «ιερό τέρας», δεν μπορούσα να πιστέψω ότι τον είχα απέναντί μου, να προσπαθεί κάπως άγαρμπα να ρίξει το τσάι μέσα στο φλιτζάνι του, φορώντας το πιο όμορφο χαμόγελο παρά την κούραση και έχοντας –ειρωνεία ή ευλογία;– πίσω του ως ιδανικό φόντο την Ακρόπολη.   Φεύγοντας, του λέω καλή τύχη με το βραβείο Νόμπελ, αφού θεωρείται πια ένα από τα φαβορί – «φαντάζομαι πως εννοείτε το Νόμπελ Ειρήνης» μου λέει αστειευόμενος. Κλαούντιο Μάγκρις, ο τελευταίος ίσως των μεγάλων.

— Διαβάζοντας κανείς τα βιβλία σας, έχει την αίσθηση πως, παρά την υψηλή λογοτεχνικότητά τους, ακολουθούν έναν προφορικό, ομηρικό ρυθμό όσον αφορά την αφήγηση των ιστοριών. Αλήθεια, θα βλέπατε τον εαυτό σας ως έναν σύγχρονο ραψωδό της Ευρώπης;

Ας μην είμαστε βλάσφημοι, αν και είναι καλό το ότι μου θυμίζετε τον καταλυτικό ρόλο των ραψωδών. Ο λόγος τους είναι πολύ σημαντικός και ουσιαστικός για τη διαμόρφωση της σύγρονης λογοτεχνικής ταυτότητας της Δύσης.  

Υπήρχε μια συγκατάβαση και μια συνενοχή στον τρόπο που αφηγούνταν τις ιστορίες τους οι ραψωδοί, καθώς απήγγελλαν με ακρίβεια τα ομηρικά έπη, αλλάζοντας όμως το νόημα κάθε φορά, όχι μόνο επειδή πρόσθεταν δικές τους φράσεις αλλά και επειδή άλλαζαν το ηχόχρωμα και τον τόνο της φωνής τους. Γι' αυτό και αποκαλούνταν αοιδοί.  

Και παρ' ότι δεν είχαν το βίωμα (το λέει στα ελληνικά) που χρειαζόταν ώστε να έχουν επίγνωση της ταυτότητάς τους, είχαν βαθιά συνείδηση του τρόπου και του ρόλου τους.  

Με αυτή την έννοια, λοιπόν, θα μου άρεσε να αποκαλώ τον εαυτό μου «αοιδό», χωρίς όμως κανέναν περαιτέρω παραλληλισμό που θα ακουγόταν ως βλασφημία. 

— Μια και αναφερθήκατε στην αρχαία Ελλάδα, κάτι που βρέθηκε στο επίκεντρο της χθεσινοβραδινής σας διάλεξης, έχω την αίσθηση ότι βρίσκεστε απέναντι από τον ήρωά σας, τον Ενρίκο, πρωταγωνιστή του «Μια άλλη θάλασσα», ο οποίος πρεσβεύει μια πλατωνική κατίσχυση της αλήθειας, και ότι πιο πολύ συγκατανεύετε στην πλευρά της ρητορικής.

Εξαρτάται τι εννοούμε με τη ρητορική, γιατί η υποστήριξη της ρητορικής σήμερα μπορεί να μας οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια.  

Η αλήθεια είναι πως πλέον καταλαβαίνω περισσότερο τον Ενρίκο, ειδικά σήμερα, που ρητορική δεν σημαίνει έμφαση στην αποσαφήνιση και διαμόρφωση του λόγου.  

Ακόμα και τώρα, αυτό που ζούμε, μ' εσάς να θέτετε τις ερωτήσεις, εμένα να απαντώ και τις κάμερες να στέκονται απέναντί μας (σ.σ. μας τραβούσαν βίντεο), είναι μια ρητορική κατασκευή.  

Αλλά σήμερα δεν υπάρχει καν κατασκευή ενός λόγου, καθώς όλα γίνονται με ταχύτητα και σχεδόν χωρίς να τα σκεφτούμε: σπαταλάμε ώρες ολόκληρες με την προσοχή αποσπασμένη στο τηλέφωνο, στις ανάγκες της καθημερινότητας, με τον χρόνο να περνάει χωρίς κανέναν αναστοχασμό. Κι αυτό είναι καταστροφικό.  

Δεν αναρωτιόμαστε καν γιατί ζούμε, αφού αυτό που θέλουμε είναι να ζήσουμε κάτι απροσδιόριστο που περιμένουμε από το μέλλον. Προσδοκούμε μια πρόσκαιρη βελτίωση του παρόντος, προσέχοντας την εικόνα μας ή τον εαυτό μας, αλλά με μια εντελώς χρησιμοθηρική προσδοκία που μαρτυρά αλαζονεία.   Από την άλλη, η δημιουργική αμφιβολία με την οποία είναι συνυφασμένη η ρητορική δεν σημαίνει αλαζονική αδιαφορία για την αλήθεια, που μοιάζει σήμερα απαραίτητη για να θεωρούμαστε ενδιαφέροντες ή πολιτισμένοι, σύμφωνοι με το πνεύμα των καιρών – που μας κάνει, εν τέλει, να δηλώνουμε ό,τι θέλουμε.   Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, πιστεύω ότι πρέπει να αντισταθούμε στην αλαζονεία της ρητορικής και να μείνουμε στις στιγμές της πεποίθησης.  

Όπως έλεγε και ο Μίκελστετερ στο βιβλίο: «Η πεποίθηση είναι η πάντοτε παρούσα κατοχή της ίδιας της ζωής σου και του ίδιου του προσώπου σου, η ικανότητα να ζεις σε βάθος τη στιγμή χωρίς τη μανιακή ψύχωση να την αναλώσεις όσο γίνεται γρηγορότερα, να την αδράξεις και να τη χρησιμοποιήσεις για να φτάσεις σε ένα μέλλον όσο το δυνατόν ταχύτερα και άρα να την καταστρέψεις αναμένοντας να περάσει γρήγορα η ζωή, όλη η ζωή».  

Φανταστείτε ότι βρίσκεστε σε ένα σπίτι θρησκευόμενων καθολικών και πρέπει να θέσετε το ερώτημα του τι θα έκαναν τα μέλη της αν ήξεραν ότι θα πεθάνουν τα επόμενα πέντε λεπτά. Αν, όμως, ρωτήσεις το μωρό της οικογένειας, αυτό, αντί να απαντήσει, θα συνεχίσει όσο γίνεται πιο δημιουργικά το παιχνίδι του, γιατί αυτό έχει σημασία.   

— Με αυτή την έννοια μου, φέρνετε στον νου έναν άλλον Τριεστίνο σαν εσάς, τον Ίταλο Σβέβο, που έλεγε στη «Συνείδηση του Ζήνωνα»: «Κατά βάθος, είμαι άνθρωπος του παρόντος και δεν σκέφτομαι το μέλλον παρά μόνο όταν σκοτεινιάζει το παρόν με τη βαριά σκιά του». Μήπως, τελικά, είστε πιο κοντά στον Σβέβο παρά στον Τζόις, οι οποίοι είχαν αμφότεροι ως σημείο αναφοράς την Τεργέστη;

Ο Σβέβο είναι ένας τεράστιος, σπουδαίος συγγραφέας, παρ' ότι δεν είναι πολύ έξυπνος, με την έννοια ότι δεν αντιλαμβάνεται πάντα αυτά που γράφει, το τεράστιο επίτευγμα που σημειώνει με το έργο του.  

Μπορεί, λοιπόν, να αγαπώ πολύ και βαθιά τον Τζόις, αλλά έχω την αίσθηση ότι ο Σβέβο είναι πολύ μεγαλύτερος και δυσκολότερος συγγραφέας από τον Τζόις.  

Φαινομενικά, ο Τζόις είναι πιο δύσκολος από γλωσσολογική άποψη, αλλά, πραγματικά, έχουμε αναρωτηθεί γιατί όλοι προτιμάμε και αγαπάμε περισσότερο τον Οδυσσέα του Τζόις;  

Γιατί νομίζω ότι λέει αυτό που περιμένουμε και προσδοκούμε από εκείνον, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει με την άγνοια της Μόλι Μπλουμ στα θέματα της μετεμψύχωσης – είναι ακριβώς η άγνοια που περιμένουμε από εκείνη. 

Ενώ, αντίθετα, όταν ο Σβέβο βάζει τον ήρωά του, τον Ζήνωνα, να δηλώνει ότι θα σταματήσει το κάπνισμα, αναρωτιόμαστε αν αυτό σημαίνει μια ριζική μεταμόρφωση της προσωπικότητάς του, αν έχει πάψει πια να είναι εκπρόσωπος της τάξης του, εκφράζοντας μια πρωτόγνωρη χειραφέτηση που βγαίνει πολύ έξω από τον εαυτό. Για την ακρίβεια, με αυτόν τον ανατρεπτικό τρόπο καταφέρνει να ζει το παρόν.  

Υπάρχει μια απίστευτη και εντελώς κινηματογραφική σκηνή στον Ζήνωνα, που καταλαμβάνει μόλις μισή σελίδα, όπου παρακολουθούμε τον ίδιο να είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ενόσω η γυναίκα του κοιμάται δίπλα του βαθιά.  

Ξαφνικά, τα μεσάνυχτα, φαντάζεται ότι τον επισκέπτεται ο Μεφιστοφελής και του κάνει πρόταση. Τι θα μπορούσε να του ζητήσει ως αντάλλαγμα; Την αθανασία; Όχι. Τα νιάτα; Ούτε, αφού είναι καταθλιπτικά και δύσκολα.  

Τελικά, καθώς δεν έχει τίποτα να του ζητήσει, ο γερο-Ζήνωνας φαντάζεται ότι αφήνει τον Μεφιστοφελή να φύγει. Μόνο με τη σκέψη ότι την έφερε στον Διάβολο, που έφυγε άπραγος, ξεσπάει σε γέλιο, ένα γέλιο ασυνείδητο, αλλά μοναδικό, το πιο νιτσεϊκό γέλιο στην ιστορία της λογοτεχνίας.  

Το αυθόρμητο γέλιο του Ζήνωνα είναι η απόδειξη ότι ο Σβεβο έχει διαμορφώσει κάτι τόσο απλό, αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλο, νικώντας τον ίδιο τον Μεφιστοφελή, το οποίο ωστόσο δεν αντιλαμβάνεται καν ότι το έχει κάνει.

— Δεν πιστεύετε, λοιπόν, ότι αυτές οι ιδέες που έρχονται χωρίς να τις επεξεργαστεί κανείς, έτσι απλά, κάτι που ήταν και το κεντρικό αίτημα των ρομαντικών, είναι πολύ σημαντικές για τη λογοτεχνία; Εσείς δεν λέτε σε κάποιο απόσπασμα πως πολλές φορές οι ιδέες προκύπτουν σαν τις αναμνήσεις στον Πλάτωνα; Δύσκολο να απαντήσω στο ερώτημά σας. Θεωρώ ότι έχουμε ανάγκη την ειρωνεία (σ.σ. το λέει ελληνικά), καθώς είναι ένας τρόπος να είμαστε ταυτόχρονα ιδανικά αποστασιοποιημένοι και αποτελεσματικά κοντά στο αιτούμενο κάθε φορά.  

Δεν πιστεύω ότι μπορούμε με κάποιον τρόπο να έχουμε την πλατωνική Ιδέα, αφού μας λείπει η αναζήτηση του Απόλυτου με τον τρόπο που το εννοούσαν σε ολόκληρη την αρχαιοελληνική γραμματεία, από τον Παρμενίδη μέχρι τον Πλάτωνα.  

Η εποχή μας είναι περισσότερο μετα-ρομαντική, με την έννοια ότι ξεχνάει τι σημαίνει ουσιαστική και πραγματική αναζήτηση. Η σύγχρονη δυτική σκέψη δεν είναι παρά μια συνεχής αντιπαράραθεση με την αρχαιοελληνική σκέψη ‒ ποτέ δεν θα ξεφύγουμε από αυτήν. Ακόμα και αν θέλαμε, δεν μπορούμε.   

— Ο τρόπος της αναζήτησης και της λεπτομέρειας, πάντως, υπάρχει με διάφορους τρόπους στα βιβλία σας, με έντονο το στοιχείο της εικόνας: σας βλέπουμε, για παράδειγμα, να τρυπώνετε στο γραφείο του Κάφκα, να παρατηρείτε τα αντικείμενα πάνω στο γραφείο του, να μπαίνετε στην καλύβα του Χάιντεγκερ στον Μέλανα Δρυμό. Σας μιλάνε, αλήθεια, τα αντικείμενα, όπως η μαντλέν του Προυστ;

Οι εικόνες δεν είναι ποτέ αυτόνομες, στον βαθμό που εκφράζουν έναν ολόκληρο κόσμο, αυτόν που έχει νομιμοποιηθεί και είναι αλησμόνητος στις σελίδες των λογοτεχνών.  

Μπορεί να κρύβεται στο απειροελάχιστο, σε μια μαντλέν, αλλά είναι έτοιμος να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ποτέ, επομένως, τα αντικείμενα δεν ταυτίζονται απλώς με πράγματα με αυτή την έννοια: και εγώ, όταν βλέπω τις καστανιές της Τεργέστης, δεν βλέπω ένα δέντρο αλλά έναν ολάκερο κόσμο από μνήμες, από αισθήσεις, τις οποίες δεν μπορείς να αποσπάσεις από τον κόσμο που τις γεννά.  

Μπορεί να σου δημιουργούν πάντα μια μελαγχολία, άμεσα συνυφασμένη με τη φύση του συγγραφέα, αλλά, αν θες πραγματικά να εκφράσεις τη λογοτεχνική αλήθεια, τότε έχεις ανάγκη από μια εικόνα και όχι από μια μεγάλη ιδέα. Και δεν μπορείς να κάνεις λογοτεχνία χωρίς εικόνες.

— Μία από τις εικόνες που πρωταγωνιστούν στα βιβλία σας είναι αυτή του καφέ: από το αγαπημένο σας καφενείο του Σαν Μάρκο στην Τεργέστη μέχρι τα καφέ της Βιέννης, τα οποία συνοδεύετε από τις ιστορίες του Γιόζεφ Ροτ. Πόσο σημαντικό είναι για σας το καφέ ως συμβολικός χώρος της αγοράς σήμερα; Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Ανέκαθεν συνήθιζα να δουλεύω σε καφέ, δηλαδή να βρίσκομαι, αν και μόνος, ανάμεσα σε κόσμο. Να είμαι απομονωμένος και ταυτόχρονα μέσα στην ανθρώπινη βοή. Μου άρεσε να βλέπω τους ανθρώπους να περνάνε και να τους παρατηρώ.  

Αλλά, δυστυχώς, επειδή ο κόσμος έχει ανάγκη από ταμπέλες, πολύ γρήγορα μετέτρεψαν το καφέ του Σαν Μάρκο, και όχι μόνο, στο Καφέ των Διανοουμένων.  

Ακόμα και εδώ το κλισέ έκανε την καταστροφική δουλειά του. Μου είναι αδιανόητο να συχνάζω πια σε οποιοδήποτε καφέ ονομάζεται έτσι, αφού, όπως λέει και ένας αγαπημένος μου συγγραφέας για την πόλη του, τη Νάπολη, είναι διαφορετικό να ζεις σαν Ναπολιτάνος από το να είσαι Ναπολιτάνος. Κι εγώ θέλω να είμαι, όχι μόνο να κάνω. 

— Μήπως, τελικά, ό,τι είναι κλισέ καταντάει νεκρό, όπως συμβαίνει με τα μουσεία ή τη σύγχρονη λογοτεχνία; Στην «Υπόθεση Αρχείου» υπάρχει η φράση «Ο θάνατος ταιριάζει στα μουσεία». Στη λογοτεχνία οι επιβεβαιώσεις λειτουργούν με τρόπο διαφορετικό απ' ό,τι αυτές της πολιτικής ή της αλήθειας. Βασίζονται στις μεταφορές.  

Όταν ένας πρωταγωνιστής λέει πως «ο έρωτας είναι φρικτός», δεν σημαίνει ότι εκφράζει την πεποίθηση του συγγραφέα αλλά μια αγωνία ή ιδέα της στιγμής.  Με αυτή την έννοια, μπορώ να πω ότι στα μουσεία υπάρχει κάτι νεκρό που υπήρχε στο παρελθόν, που εξέφραζε μια ζωή που δεν είναι εκεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να υφίσταται η αλήθεια που αυτό αντιπροσωπεύει.  

Δουλειά της λογοτεχνίας, μάλιστα, είναι να ξαναζωντανέψει αυτόν τον κόσμο με συγκεκριμένο τρόπο, να εμφυσήσει ζωή στα πράγματα.  

Ακόμα και οι Καρυάτιδες που είδα χτες στο Μουσείο της Ακρόπολης μπορεί να είναι νεκρές από υλική άποψη, αλλά εκφράζουν κάτι τόσο όμορφο και γλαφυρό με τις πλεξούδες τους, το χαμόγελο ή το ανάστημά τους, που τις κάνει να μοιάζουν ζωντανές.  

Αυτό μπορείτε να το δείτε να συμβαίνει και με τα άτομα που αγαπάμε: δεν είναι ζωντανά επειδή είναι μαζί μας αλλά επειδή τα ζωντανεύει το αίσθημά μας. Για την ακρίβεια, η Καρυάτιδα δεν μοιάζει μόνο ζωντανή αλλά είναι, υφίσταται, υπάρχει.

— Γι' αυτό οι ήρωές σας, πραγματικοί και μυθοπλαστικοί, συνομιλούν μαζί σας στα βιβλία σας σε παρόντα χρόνο;

Γιατί έχει κανείς την αίσθηση ότι υπάρχει έντονη η μνήμη, αλλά όχι η νοσταλγία...

Απολύτως. Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο είδη μνήμης: μία καταστροφική και ισοπεδωτική, που αναφέρεται σε ένα νεκρό παρελθόν, και μία άλλη, που ακόμα κι αν είναι προϊόν μιας αναπόλησης, δεν είναι νεκρόφιλη ούτε αρνητική. Άλλωστε, αρκεί ένα φλιτζάνι για να φτιάξεις μεγάλη ποίηση.  

Μην ξεχνάμε ότι στην αρχαιότητα οι τάφοι και τα μνημεία ήταν αφορμή για γιορτές, ήταν μέσα στη ζωή και όχι αποκομμένα από αυτήν, συνιστούσαν ουσιαστικά κομμάτια της.

— Γι' αυτό η αρχειοφύλακας Λουίζα από την «Υπόθεση Αρχείου» λειτουργεί σαν πραγματική μούσα για εσάς;

Σας ευχαριστώ γι' αυτή την ερώτηση, γιατί όντως έτσι λειτουργεί. Αυτή είναι, άλλωστε, η πραγματική πρωταγωνίστρια του βιβλίου, αφού, ό,τι κι αν συμβαίνει, εκείνη είναι γεμάτη δημιουργικότητα, ενέργεια και αποτελεί αφορμή να συνεχιστούν η έρευνα και η ιστορία.  

Ενώ δηλαδή ο κεντρικός πρωταγωνιστής δείχνει να θέλει πάση θυσία να φτιαχτεί το μουσείο, καταβάλλεται από μια μανία που πολλές φορές έχει αρνητικές υποδηλώσεις και δεν είναι γεμάτη κατάφαση, όπως η δική της. Κι αυτό γιατί εκείνη έχει ερωτική σχέση με τα αντικείμενα, τα συγκροτεί και τα ορίζει με έναν τρόπο που φτάνει να εκφράζει την αλήθεια τους.  

Ας μην ξεχνάμε πως τελικά μόνο ο έρωτας κρατάει τα πράγματα και τους ανθρώπους στη ζωή: όταν τελειώσει ο έρωτας, τελειώνει και η ιστορία. 

Πηγή:  lifo.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019 21:41

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση