Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019 07:44

Οι τρεις ψαράδες που έλαβαν την ελληνική ιθαγένεια μιλούν για τη ζωή τους και τις δραματικές στιγμές στο Μάτι στον Θοδωρή Αντωνόπουλο

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

lifo39Ένας Αλβανός και δύο Αιγύπτιοι ψαράδες έγιναν κυριολεκτικά «αλιείς ανθρώπων», σώζοντας εθελοντικά και με αυτοθυσία δεκάδες πυρόπληκτους στο Μάτι και τη Ραφήνα στην ολέθρια φωτιά της 23ης Ιουλίου 2018. Φέτος, η πολιτεία τούς τίμησε με την ελληνική ιθαγένεια και πολύ σωστά: τέτοιους συνέλληνες θέλουμε. 

Ήταν από τα πρώτα καλά νέα της χρονιάς: στις 2 Ιανουαρίου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέδωσε τιμητικά, «για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που πρόσφεραν», την ελληνική ιθαγένεια στους τρεις μετανάστες ψαράδες Ιμπραχίμ Μούσα Μαχμούντ, Εϊμάτ Ελ Χαμίσι και Ερβίν Τζέκα Γκάνι, οι οποίοι, αψηφώντας τον κίνδυνο, διέσωσαν πολλές δεκάδες πυρόπληκτους στο Μάτι και τη Ραφήνα, που είτε είχαν καταφύγει στην ακτή είτε βούτηξαν στη θάλασσα για να γλιτώσουν. Δηλαδή, έγιναν στην κυριολεξία «αλιείς ανθρώπων» και σωτήρες τους με έναν τρόπο ρεαλιστικότερο από τους μακρινούς «βιβλικούς» συναδέλφους τους! 

Ενθυμούμενος να μιλάνε γι' αυτούς ήδη από το ρεπορτάζ που έκανα τότε στις πληγείσες περιοχές, όπου τόσες ζωές χάθηκαν, τους αναζήτησα – είναι άλλωστε ήδη «φίρμες» στην ευρύτερη περιοχή, με την καλή έννοια, εννοείται. Μας καλοδέχτηκαν, μας άνοιξαν την καρδιά τους, μας είπαν για την τρομερή εκείνη νύχτα, μας φίλεψαν, μας κάλεσαν, τέλος, με την πρώτη ευκαιρία να ψαρέψουμε παρέα. Ζουν όλοι στη Νέα Μάκρη πολλά χρόνια τώρα, όπου ήταν ήδη πρόσωπα οικεία και αγαπητά, γνωρίζονται κιόλας μεταξύ τους.

Άνθρωποι απλοί, αξιοπρεπείς, φιλότιμοι, σκληροί βιοπαλαιστές, «δεμένοι» τόσο με τη θάλασσα –ένα μεγάλο καΐκι ιδιόκτητο ή συνεταιρικό είναι ό,τι ποθούν περισσότερο‒ όσο και με τη νέα τους πατρίδα, αφού εδώ μεγάλωσαν και πρόκοψαν, ευτύχησαν, χάρη σ' εκείνη τους την αποκοτιά, να γίνουν και επίσημα Έλληνες πολίτες. Κάτι που επιδίωκαν χρόνια τώρα, καθώς αποτελεί κιόλας για εκείνους σημαντικό εφόδιο, αλλά που σίγουρα δεν είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο.  

Εύχονται, δε, να υλοποιηθεί η με αφορμή την επιβράβευσή τους υπουργική υπόσχεση περί απλοποίησης των διαδικασιών απόκτησης ιθαγένειας, ώστε να επωφεληθούν χιλιάδες άλλοι μετανάστες, που επίσης τη δικαιούνται.  

Ιμπραχίμ Μούσα Μαχμούντ, 45 ετών.

«Κατάγομαι από τη Δαμιέτη, στο Δέλτα του Νείλου. Έχω τέσσερα αδέλφια και δύο αδελφές, όλοι εκεί. Έφυγα μετανάστης στα 16 μου με πρόσκληση ενός μεγαλύτερου ξαδέλφου που δούλευε σε καΐκι στους Φούρνους της Ικαρίας. Δηλαδή ήρθα νόμιμα, "κανονικά" που λένε. Με τα πολλά κατέληξα στη Νέα Μάκρη, όπου ρίζωσα.  

Με τους ντόπιους εδώ είχα εξαρχής πολύ καλές σχέσεις, όπως και με τους Έλληνες γενικότερα. Ταιριάζουμε σε πολλά οι δύο λαοί, είχαμε εξάλλου στενές επαφές από την αρχαιότητα ακόμα, ποτέ δεν ένιωσα ξένος εδώ. Νεότερος, ξέρεις, είχα ταξιδέψει κι αλλού στην Ευρώπη. Έχω πάει Σουηδία, Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Ιρλανδία...

Δουλειές υπήρχαν και καλές, έλα όμως που δεν "κόλλαγα" με τίποτα εκεί. Έτσι, στο τέλος ξαναγύρισα. Άφησα την Αίγυπτο για να βρω μια καλύτερη τύχη αλλά και για να γνωρίσω τον κόσμο παραέξω – όμορφος ο τόπος μου, αλλά φτωχός, και με στένευε. Ψάρευα με τους δικούς μου από μικρό παιδί στη θάλασσα και στο ποτάμι – επτά στους δέκα συγχωριανούς μου είναι ψαράδες. Δεν είναι εύκολη δουλειά, ειδικά όταν έχεις ανάποδο καιρό, ούτε βέβαια τα δίχτυα γεμίζουν πάντα. 

Αβέβαιο είναι και το εισόδημα – τα τελευταία χρόνια δούλευα σε επαγγελματικό καΐκι, έβγαζα καλό μισθό, με ένσημα κι απ' όλα, αφότου όμως σταμάτησα από κει είμαι με το μεροκάματο, που εξαρτάται κι αυτό από την ψαριά. Ναι, θέλω κάτι μονιμότερο, ακόμα περισσότερο όμως ένα ψαράδικο, δικό μου ή συνεταιρικό. Δύσκολα θα άλλαζα επάγγελμα. Μακριά από τη θάλασσα θα 'μουνα σαν ψάρι στη στεριά. Ένα γερό σκαρί να το δουλέψω και μια καλή νύφη να φτιάξουμε οικογένεια και να προσέχουμε ο ένας τον άλλον, αυτό ζητάω!

Το πρωί εκείνης της ημέρας γυρνούσαμε, θυμάμαι, από νυχτέρι και σαν πιάσαμε λιμάνι μου λέει το αφεντικό: "Μαχμούντ, σήμερα έχω γενέθλια, κόπιασε το μεσημέρι σπίτι στη Ραφήνα που θα κάνουμε γιορτή". Έτσι κι έγινε. Νωρίς το απόγευμα είδαμε καπνό πάνω στο βουνό, αλλά δεν ανησυχήσαμε ιδιαίτερα.

Γυρνώντας σπίτι, έβλεπα τη φωτιά να αγριεύει, όπως και ο αέρας. Μου τηλεφωνεί τότε πάλι και μου λέει "πέρα στο Μάτι καίγονται, έχει έρθει ένας μες την απελπισία και ψάχνει τη γυναίκα του, μια Κατερίνα, έλα μήπως τη βρούμε!". Κατεβήκαμε οι τρεις μας στο λιμάνι, όπου ήδη γινότανε πανικός, φωνάζοντας "Κατερίνα". Εν τέλει τη βρήκαμε, βλέποντας όμως την κόλαση ολόγυρα και πόσος ακόμα κόσμος κινδύνευε τρέξαμε αμέσως να βοηθήσουμε, παρά τον κίνδυνο. Ταυτόχρονα, ειδοποίησα όσους άλλους ψαράδες ήξερα, μέχρι ανάρτηση στο fb έκανα ‒ κάνανε πολλοί το ίδιο και είχε ανταπόκριση.  

Ήμασταν το πρώτο καΐκι που προσέγγισε την παραλία στο Μάτι. Φτάνοντας εκεί, το τοπίο ήταν εφιαλτικό, αλλόκοτο, ο καπνός είχε σκεπάσει την επιφάνεια της θάλασσας, δεν το είχα ξαναδεί αυτό. Φλόγες σχεδόν μέχρι το νερό, εκρήξεις, φωνές αγωνίας, τι να σου λέω. Είχε κύμα, κάψα, μπουχό, δεν βλέπαμε καλά, δυσκολευόμασταν και ν' ανασάνουμε, ήμασταν όμως αποφασισμένοι. Μετά από ώρες προσπαθειών καταφέραμε να διασώσουμε συνολικά 73 ανθρώπους, ανάμεσά τους πολλά παιδιά, καθώς και τέσσερις σκύλους. Μερικοί είχαν εγκαύματα, άλλοι φώναζαν ή έκλαιγαν. Πολλούς τους τραβούσα ο ίδιος από το νερό με το ένα χέρι – δεν ξέρω πού βρήκα τόση δύναμη.  

Πρώτη, θυμάμαι, ανέβασα μια κοπέλα, ο πατέρας της οποίας κιόλας βρήκε το τηλέφωνό μου και με πήρε μέρες μετά να με ευχαριστήσει. Η μεγαλύτερη, όμως, ικανοποίησή μου ήταν οι αγκαλιές και τα "ευχαριστώ" των μικρών παιδιών. Όχι, δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα έπαιρνε τέτοια δημοσιότητα αυτό που κάναμε και ότι θα μας τιμούσαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός. Ήταν μεγάλη η τιμή και η ιθαγένεια ακόμα μεγαλύτερη! Ήθελα χρόνια να την αιτηθώ, όμως η διαδικασία μού φαινόταν βουνό. Χάρηκα, μάλιστα, που ο υπουργός, με αφορμή τη βράβευσή μας, είπε ότι θα απλοποιηθεί γιατί υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα που επιθυμούν την υπηκοότητα και τη δικαιούνται, κρίμα είναι να ταλαιπωρούνται τόσο». 

Ερβίν Τζέκα Γκάνι, 35 ετών

«Κατάγομαι από τη Λούζνια και ήρθα στην Ελλάδα 23 χρόνια πριν, με τα πόδια! Είχε προηγηθεί ο μεγάλος μου αδελφός, αργότερα φέραμε και τους γονείς. Ήτανε δύσκολα τότε, υπήρχε κυνηγητό πολύ από την αστυνομία, εκμετάλλευση, κατατρεγμός. Η απόκτηση άδειας παραμονής, εργασίας κ.λπ. ήταν κανονικός γολγοθάς, ειδικά τότε. Όμως δουλειές υπήρχαν πολλές και η ζήτηση για εργατικά χέρια ήταν μεγάλη.  

Προσαρμόστηκα πολύ γρήγορα, αφού Έλληνες κι Αλβανοί είμαστε κοντοσυγγενείς. Τη γλώσσα την έμαθα εμπειρικά, σχολείο δεν έβγαλα, προηγούνταν, βλέπεις, η επιβίωση. Ξεκίνησα μεροκάματα σε οικοδομές στην Αττική, όταν όμως έμαθα ότι ζητούσαν ψαράδες εδώ, στη Νέα Μάκρη, αμέσως ενδιαφέρθηκα γιατί λατρεύω τη θάλασσα και είχα πολλή αγάπη από μικρός στη φύση, στο κυνήγι και στο ψάρεμα.  

Μου αρέσει επίσης ν' ανακαλύπτω νέους κόσμους και η απεραντοσύνη της θάλασσας είναι για μένα ο πιο ιδανικός. Ήρθα που λες, βρήκα δουλειά σε ψαράδικο, νοίκιασα ένα σπιτάκι και από τότε έριξα άγκυρα εδώ. Δουλεύω μεροκάματα, απέκτησα και μια μικρή βάρκα που ελπίζω κάποτε ν' αλλάξω μ' ένα πελαγίσιο καΐκι. Με τους ντόπιους, όχι, δεν είχα γενικά ποτέ θέματα. Έχω πολλές φιλίες, με εκτιμούν και τους εκτιμώ... 

Ψάρι βγαίνει, αν και όχι όσο παλιά, έχουμε και μεγάλο ανταγωνισμό με τα γρι γρι και τις ανεμότρατες που σαρώνουν όλο τον βυθό. Έπειτα, έχει πέσει πολύ η κίνηση μετά τις φωτιές, πού να τα πουλήσεις τα ψάρια, δεν έρχονται επισκέπτες, τι να δούνε, μισοκαμένα σπίτια και καρβουνιασμένα κούτσουρα; Θα τα ξαναφτιάξουμε όλα, όμως, πού θα πάει, θα γίνει πάλι το μέρος τουριστικό, οι άνθρωποι μόνο που χαθήκανε δεν ξαναγυρνάνε... 

Την ημέρα που έγινε το κακό ήμασταν με τον κυρ-Γιάννη, το αφεντικό μου, στη θάλασσα και κατά τις 4 το μεσημέρι μου κάνει "λένε για έκτακτα φαινόμενα, πρέπει να γυρίσουμε". Ώσπου να μαζέψουμε δίχτυα κι εργαλεία, ο καιρός είχε αλλάξει. Αέρας πολύς, αντάρα και στο βουνό απέναντι προς Νέο Βουτζά, καπνός που πήγαινε στον Θεό. "Κάτι καίγεται κει πάνω" λέει ο κυρ-Γιάννης, πού να φανταστούμε...  

Δέσαμε στη Νέα Μάκρη και πήγαμε να ξεκουραστούμε γιατί την άλλη μέρα θα πηγαίναμε τουρίστες βαρκάδα. Ανοίγοντας την τηλεόραση, συνειδητοποιώ ότι η κατάσταση ήταν πραγματικά σοβαρή. Ανήσυχος, βγήκα, καβάλησα το μηχανάκι και πήγα να δω τι γίνεται. Φλόγες, καπνοί, η λεωφόρος Μαραθώνος από το Ζούμπερι και κάτω κλειστή, αστυνομία και πυροσβεστικές να πηγαίνουν πάνω-κάτω, κόσμος να τρέχει αλλόφρονας να σωθεί... 

Μαθαίνοντας ότι το Μάτι είναι στις φλόγες και ότι στην ακτή έχουν εγκλωβιστεί πολλοί άνθρωποι, τρέχω, παίρνω τη βάρκα, βάζω πάνω ντάνες μπουκάλια και μαζί τον γιο μιας φίλης και κατευθυνόμαστε προς τα κει, προσέχοντας μην κοπανήσουμε στις ξέρες. Όσο πλησιάζαμε, τόσο δυσκόλευε η αναπνοή. Δεν λαμπάδιαζαν, βλέπεις, μόνο δέντρα αλλά και πλαστικά, μέταλλα, ελαστικά, ντεπόζιτα καυσίμων, αμάξια και σπίτια ολόκληρα.  

Η πρώτη εικόνα που είδα ήταν κάποια νέα παιδιά με τα εσώρουχα μόνο να προσπαθούν να ανεβάσουν σε ένα φουσκωτό μια ηλικιωμένη. Η βάρκα είναι μικρή, μόλις 4,5 μήκος, χωράγανε μόλις πέντε τη φορά, κι αυτό με πολλή προσοχή ‒ μπορεί στον πανικό τους να την τούμπαραν. Άμα δεν ήξερες από θάλασσα και πλεούμενα, δεν θα τα 'βγαζες πέρα!  

Όσους παραλαμβάναμε, τους μεταφέραμε σε σκάφη του Λιμενικού. Σώσαμε έτσι από το σούρουπο που ξεκινήσαμε μέχρι τις 3:30 το επόμενο πρωί καμιά πενηνταριά άτομα. Όχι, κανείς δεν μας ευχαρίστησε τότε, αλλά δεν νομίζω ότι ήταν από αχαριστία, οι άνθρωποι τα είχαν εντελώς χαμένα. Ντρεπόμουν αρχικά να πάω στη βράβευση, να βγω στις εφημερίδες και τα κανάλια, "σιγά", λέω, "τι έκανα". Από την άλλη, όμως, θα δίναμε το καλό παράδειγμα. Είναι έπειτα και η ιθαγένεια ένα εφόδιο σημαντικό, κάτι που ήθελα καιρό να βάλω μπρος, αλλά η γραφειοκρατία και το χάσιμο χρόνου με αποθάρρυναν. Μεγάλη χαρά πήρε η Τζέσικα, η 8χρονη κορούλα μου. "Μπράβο, βρε μπαμπά" μου είπε και με φίλησε, κι ας μην αντιλαμβανόταν τι ακριβώς είχε συμβεί». 

Εϊμάτ Ελ Χαμίσι, 47 ετών 

«Όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα, στα 17 μου, με τον πατέρα μου να δουλέψουμε στα ψαράδικα, δεν είχα ξαναβγεί από την Αίγυπτο και, φυσικά, δεν ήξερα γρι ελληνικά, όμως με καλοδέχτηκαν και μου φέρθηκαν όμορφα. Είχαν δουλέψει ήδη εδώ τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, κάνανε κάποιο κομπόδεμα και γύρισαν πίσω να τακτοποιηθούν. Έκανα Ικαρία, Σάμο, Χανιά, Βόλο και την τελευταία εικοσαετία έχω εγκατασταθεί στη Νέα Μάκρη.  

Εδώ ανοίξαμε σπιτικό με την Ελληνίδα γυναίκα μου, την Ελένη, με την οποία γνωριστήκαμε ένα βράδυ στη Λούτσα. Ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον παπά, αλλά δεν ταιριάζανε. Μεταξύ μας δημιουργήθηκε αγάπη, οπότε ζήτησα το χέρι της με τα ομορφότερα λόγια που ήξερα και το κέρδισα, αφού πρώτα έπεισα τους δικούς της ότι δεν επρόκειτο να την κλέψω και να την πάω στη χώρα μου! Με συμπάθησε, βλέπεις, και η πεθερά μου, που μας υποστήριξε κιόλας πολύ στην αρχή. Παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο και αποκτήσαμε τρία παιδιά, τον Διονύση, τη Μαρία και την Ελπίδα.  

"Ελπίδα" βάφτισα και το καΐκι που αξιώθηκα πριν από κάποια χρόνια να πάρω με δάνειο, ανοίγοντας πια δική μου δουλειά. Πολλοί που με ξέρανε όταν έκανα μεροκάματα με συνεχάρησαν. Ε, τώρα ήταν και κάποιοι που βγάλανε φθόνο, πώς κατάφερα εγώ, ένας μετανάστης, να "νοικοκυρευτώ". Τελικά, όμως, έγινα απόλυτα δεκτός σε αυτό τον κύκλο, έχω πια δική μου πελατεία και συνεργάζομαι άριστα με τους άλλους καϊκτσήδες, δεν υπάρχει φαγωμάρα. Είναι, βέβαια, δύσκολο το ψωμί του ψαρά, ειδικά τον χειμώνα. Νοίκια, υποχρεώσεις, διατροφή, έξοδα παιδιών...

Δεν παραπονιέμαι, όμως, δεν με ξεχνάει η θάλασσα.  

Όχι, δεν ψαρεύουμε μαζί με την Ελένη, την πειράζει το νερό, έρχεται όμως και βοηθά στο λιμάνι! Ο γιος μας, ο Διονύσης, το 'χει με το ψάρεμα και τις τεχνικές δουλειές γενικά, αντίθετα με τις κόρες, που είναι περισσότερο των γραμμάτων. 

Μαύρη μέρα ήταν εκείνη της φωτιάς, δεν ξεχνιέται. Ήμουν εδώ, στο λιμάνι, πάνω στον Αρμενιστή, το καΐκι του καλού μου φίλου του Γιάννη του Αθηνού, όταν έστειλε σήμα το Λιμεναρχείο σε όσα πλεούμενα μπορούσαν να πάνε για βοήθεια σε Ραφήνα - Μάτι. Πέρα στο Κόκκινο Λιμανάκι πανικός, η προσέγγιση δύσκολη κι ευτυχώς που ο μανιασμένος εκείνος αέρας ήτανε στεριανός και όχι νοτιάς ή γαρμπής, διαφορετικά δεν θα πιάναμε ποτέ στεριά και τα θύματα θα αυξάνονταν.

Από την πολλή μαυρίλα δεν βλέπαμε κιόλας την τύφλα μας, μια απόσταση 20' από το Κόκκινο Λιμανάκι μέχρι το λιμάνι της Ραφήνας, όπου αφήναμε όσους βγάζαμε, την κάναμε σε 60', "ψάχνοντας". Το παλέψαμε μέχρι το ξημέρωμα και γλιτώσαμε τελικά 48 άτομα, κυρίως παιδιά.  

Θυμάμαι ακόμα μια υπέρβαρη ηλικιωμένη με καμένη πλάτη που είδαμε και πάθαμε να την τραβήξουμε πάνω, αφού ούτε να την ακουμπήσουμε δεν μπορούσαμε, και μια άλλη, νεότερη γυναίκα που έβαλε στο καΐκι κάποια παιδιά –άγνωστο αν ήταν δικά της–, ύστερα ανέβηκε κι εκείνη, έμαθα όμως ότι αργότερα κατέληξε, είχε μάλλον προβλήματα αναπνευστικά...

Χτύπησα κι εγώ σε διάφορα σημεία, μου κάψανε κάτι κουκουνάρια την πλάτη, φοβήθηκα την ασφυξία, όμως η ζωή είναι ζωή, η αγάπη αγάπη, θα το ξανάκανα, χωρίς δεύτερη σκέψη. 

Τόσα χρόνια στην Ελλάδα Έλληνας πια νιώθω κι εγώ, δίχως, βέβαια, να λησμονώ την καταγωγή μου. Επισκέπτομαι την πατρίδα καμιά φορά, έχουμε ταξιδέψει και με την Ελένη, στενοχωρήθηκα όμως που δεν κατάφερα να πάω στις κηδείες των γονιών μου. Όχι, ρατσισμό δεν έχω νιώσει εδώ, όμως ένα βράδυ, κάπου τέσσερα χρόνια πριν, τα χρειάστηκα. Ήτανε λίγο πριν ξημερώσει και πήγαινα μέσα στην ερημιά με τα παραγάδια να ετοιμάσω το καΐκι, όταν ξαφνικά βλέπω καμιά δεκαριά αμάξια να κατεβαίνουν τη δημοσιά με κάτι μαυροντυμένους τύπους μέσα – μερικοί φοράγανε μπλουζάκια της Χ.Α., δεν βγαίνανε όμως αυτοί μπροστά.  

Κατεβαίνει τότε ένας φουσκωτός, με δείχνει και δύο άλλοι έρχονται κατά πάνω μου. Λέει ο ένας "να, κάτι τέτοιοι τρώνε το ψωμί μας" και κάνει να με χτυπήσει, αλλά ο άλλος τον σταματά, "άσ' τον, πάει για μεροκάματο". Με ρώτησαν πού δουλεύω, απάντησα ότι έχω δικό μου καΐκι και Ελληνίδα σύζυγο και τότε με άφησαν να φύγω. Δεν τους ξαναείδα ποτέ, ούτε μαθεύτηκε να πείραξαν κάποιον άλλο μετανάστη στην περιοχή...

Δεν περίμενα τέτοιες τιμές, το καθήκον μας κάναμε. Όμως η ιθαγένεια είναι υπόθεση μεγάλη, για την οικογένειά μου καταρχάς. Είχα, ξέρεις, ξεκινήσει ήδη τις διαδικασίες, αλλά το τρέναρα συνεχώς. Έτσι όπως βιοπορίζομαι πού να βρεθεί χρόνος να κάτσω να μάθω ανάγνωση, γραφή –ξέρω ελληνικά μόνο προφορικά‒, Ιστορία κ.λπ. και να πληρώσω παράβολα 800 ευρώ, που, αν χάσω τις προθεσμίες, πρέπει να καταβάλω πάλι από την αρχή; Ίσως αυτά να χρειάζονται, δεν λέω, είναι όμως για νέα παιδιά, όχι για ανθρώπους της ηλικίας μου. Κι όμως, έχουμε ζήσει πολύ περισσότερο στην Ελλάδα παρά στη χώρα όπου γεννηθήκαμε».

Πηγή: https://www.lifo.gr/articles/greece_articles/221646/oi-treis-psarades-poy-elavan-tin-elliniki-ithageneia-miloyn-gia-ti-zoi-toys-kai-tis-dramatikes-stigmes-sto-mati 

 

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση