Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018 11:03

Η θνητότητα ως προϋπόθεση μιας αξιοβίωτης ζωής, του Γιώργου Ζωγραφίδη

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kathim5«Θα πεθάνουμε. Ολοι. Δεν γνωρίζουμε πότε, αλλά μια μέρα θα πεθάνουμε». Ολοι μας ακούμε ή λέμε, συχνότερα όσο μεγαλώνουμε, αυτήν τη φράση. Οι αφορμές ποτέ δεν λείπουν, ιδιαίτερα όταν χάνουμε αγαπημένους μας ανθρώπους. Ομως τι ακριβώς επιτελεί η, αμήχανη ή συμπονετική, επίκληση του καθολικού νόμου της γένεσης και της φθοράς; Οσο ζούμε χρειάζεται να δώσουμε νόημα στην απώλεια της ζωής. Δεν φτάνει να πούμε απλώς ότι ο άνθρωπος ξαναγυρνά στη φύση («χους ει και εις χουν απελεύσει»).

 

Δεν είναι μόνον παρηγορητική η κοινότοπη διαπίστωση του αναπόδραστου του θανάτου. Μπορεί να γίνει, και έχει γίνει, απειλητική στα χείλη εκπροσώπων θρησκειών που διαχειρίζονται τον φόβο του θανάτου θέλοντας να ελέγξουν τη ζωή, αυλικών που υπενθυμίζουν την ανθρώπινη μοίρα σε κραταιούς ηγεμόνες τη στιγμή της υπέρτατης δόξας τους ή ζωγράφων που απεικονίζουν στη γωνιά του ευφρόσυνου πίνακα ένα κρανίο.

Η υπενθύμιση του εύθραυστου της ανθρώπινης φύσης μπορεί να μην παρηγορήσει αλλά να εκμηδενίσει τον αποδέκτη της. Το «τίποτε δεν είμαστε» ίσως κινητοποιεί να γίνουμε επιτέλους κάτι (χωρίς την ψευδαίσθηση ότι είμαστε τα πάντα). Ισως όμως αδρανοποιεί σ’ ένα αδιάφορο ή ηδονικό βούλιαγμα, σε μια πρωταρχική παραίτηση.

«Θα πεθάνεις. Σου μένουν δυο μήνες το πολύ». Αυτήν τη φράση δεν θα την ακούσουμε όλοι μας (έτσι ελπίζουμε)! Μπορεί ν’ αντέχουμε κάπως την αφηρημένη γνώση ότι θα πεθάνουμε. Αντέχουμε όμως να γνωρίζουμε (με σχετική ακρίβεια) το πότε, την κατάληξη, ας πούμε, μιας θανατηφόρας ασθένειας; Κι αν είναι να μας πουν ότι έχουμε δέκα ακόμη χρόνια, όταν έχουμε φτάσει τα ογδόντα, μάλλον θα χαρούμε, ειδικά εάν δεν νιώθουμε ότι απλώς σέρνουμε το σαρκίο μας. Αν, όμως, μόλις κλείσαμε τα είκοσι; Και το όριο είναι δύο μήνες; Υπάρχει, όμως, κατάλληλη στιγμή για τον θάνατό μου; Υπάρχει καλή στιγμή για κάτι κακό; Και τι θα ήταν ένας «καλός θάνατος»;
Από το αιγυπτιακό βιβλίο των νεκρών έως τη νεκρώσιμη ακολουθία, από τη Νέκυια του Ομήρου έως τον Νεκρόδειπνο του Σινόπουλου, από τον Εκκλησιαστή και τις επιτύμβιες στήλες έως την Εβδομη σφραγίδα, από τον πλατωνικό Φαίδωνα έως τα Θανάσιμα ερωτήματα του Νέιγκελ, με λόγια και έργα, χειρονομίες, τελετουργίες, κοινωνικές πρακτικές, τόσοι πολιτισμοί δεν κάνουν άλλο από αυτό: μας συμφιλιώνουν, επαναληπτικά και ποτέ οριστικά, με το μηδέν και το άπειρο, συλλαβίζουν και ξορκίζουν το «μέγιστο των κακών», τον θάνατο.

Και η φιλοσοφία έχει δοκιμάσει πολλές απαντήσεις, επιχειρηματολογώντας ή πλάθοντας ιστορίες: αν λυπόμαστε ότι, επειδή θα πεθάνουμε, δεν θα προλάβουμε να ευτυχήσουμε, η φιλοσοφία θα υποστηρίξει ότι ο θάνατος περιορίζει τη ζωή, όχι όμως την ευδαιμονία, η οποία δεν χρειάζεται άπειρο χρόνο αλλά επιτυγχάνεται ακέραια και ακαριαία. Αν φοβόμαστε ότι ο θάνατος θα εξαλείψει το εγώ μας, θα αντιπροτείνει ότι η μόνη δυνατή ανθρώπινη αθανασία της προσωπικής μας ταυτότητας, η μόνη νίκη επί του θανάτου (χωρίς αναστημένο Θεό) είναι η επιβίωση της ψυχής ή η γλυκιά ανάμνηση των όσων ζήσαμε στον νου όσων ζουν. Αν αγωνιούμε για το επικείμενο μηδέν, η φιλοσοφία θα επιχειρηματολογήσει ότι ο θάνατος είναι τίποτε, είτε γιατί κι εμείς με τον θάνατο δεν θα είμαστε τίποτε, είτε γιατί είμαστε αθάνατοι (ο πόθος για αθανασία: άλλη μια απόπειρα να υπερβούμε τον θάνατο). Αν τρέμουμε την εμπειρία του θανάτου, θα ισχυριστεί ότι ο θάνατος δεν είναι ένα συμβάν στη ζωή· ότι δεν έχουμε εμπειρία του δικού μας θανάτου· ότι ο φόβος είναι που κάνει αβίωτη τη ζωή – όχι ο θάνατος!

Αυτός ο φόβος, για τον οποίο μιλάει η φιλοσοφία και ειδικά η ελληνιστική, δεν προετοιμάζει την αποδοχή του θανάτου αλλά δημιουργεί τον φόβο ζωής (την αγωνία για τη δυνατότητα κατάκτησης της ευδαιμονίας) και τελικά καταστρέφει τη ζωή: «είναι γελοίο να τρέχεις προς τον θάνατο, ενώ έκανες τη ζωή σου δυστυχισμένη φοβούμενος τον θάνατο», παρατηρεί ο Επίκουρος. «Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Θα έχεις απορροφηθεί από τις ασχολίες σου και η ζωή θα προχωρεί ακάθεκτη. Και κάπου στο μεταξύ θα έρθει θάνατος», διαπιστώνει ο στωικός Σενέκας. Μόνο όταν τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας με τον θάνατο καταλαβαίνουμε ότι η ζωή είναι απεριόριστη και αξιοβίωτη.

Ο λόγος της φιλοσοφίας, αδέσποτος, αναμετριέται με άλλους λόγους περί θανάτου (ιατρικό, νομικό, θεολογικό). Δεν είναι λόγος μετρήσιμος εμπειρικά όπως της ιατρικής, δεν έχει τον θεσμικά αναγκαστικό χαρακτήρα του νόμου, ούτε προστρέχει εύκολα στη θεϊκή θεμελίωσή του κι έτσι δύσκολα προσφέρει την ελπίδα όπως την αποζητούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Δεν απωθεί ποτέ την αθέατη πλευρά της ζωής, τον θάνατο. Ξαναδοκιμάζει έως σήμερα απαντήσεις για το ανθρώπινο τέλος που όλο και σπανιότερα είναι ανώδυνο, ανεπαίσχυντο και ειρηνικό.

Η φιλοσοφία («μελέτη θανάτου» η ίδια, κατά τον Πλάτωνα) μας κάνει να κατανοήσουμε ότι η σκέψη για τον θάνατο αφορά κατεξοχήν τη ζωή: το να μάθουμε να πεθαίνουμε σημαίνει να μάθουμε να ζούμε στοχαστικά. Αποδεχόμενοι τη θνητότητα, μπορούμε να αποδώσουμε σε κάθε πράξη, σε κάθε πράγμα την πραγματική τους αξία. Ο θάνατος, όπως και η ζωή, είναι κατόρθωμα. Ή, με τα λόγια του Σεφέρη, «κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον / και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή».

* Ο κ. Γιώργος Ζωγραφίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ.

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ

Πηγή:  kathimerini.gr  

Η φωτό του άρθρου είναι  ο χορός του θανάτου από την περίφημη τελευταία σκηνή στην «Εβδομη σφραγίδα» (1957) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ( Ουψάλα, 1918- Φάρο, 2007), με τον θάνατο (δεξιά) να σέρνει τις ψυχές που έχει πάρει μαζί του.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018 11:27

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση