Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018 07:40

Το όραμα που έχει για το μουσείο Μπενάκη ο νέος διευθυντής του

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

benakiΟ νέος επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Γιώργης Μαγγίνης συζητώντας χωρίς περιστροφές με τον Χρήστο Παρίδη για τις προκλήσεις, τα μεγάλα ανοίγματα, τις επικρίσεις και την κατεύθυνση του μουσείου μετά την απώλεια του Άγγελου Δεληβορριά.

Ο Μαγγίνης, εξηγεί πώς βλέπει το μέλλον του σημαντικού πολυσυλλεκτικού μουσείου, που από ένα ένδοξο και λαμπερό παρελθόν, και έχοντας αποφύγει τους σκοπέλους, οικονομικούς και άλλους, οδηγείται στο μέλλον και στους στόχους του 21ου αιώνα.

— Πόσο έτοιμοι ήσασταν για το επόμενο βήμα μετά την απότομη απώλεια του Άγγελου Δεληβορριά;

 Ο Άγγελος Δεληβορριάς ήταν μια προσωπικότητα «μεγαλύτερη από τη ζωή». Ένας άνθρωπος με εκπληκτικό χάρισμα και εύρος αξιοθαύμαστο, με όραμα. Το «όραμα» είναι μια πολυχρησιμοποιημένη έκφραση, αλλά, όταν πραγματοποιείται, καταλαβαίνεις ότι υπάρχει. Ο Δεληβορριάς ήταν δημοκρατικός: ναι μεν η θέση του τον οδήγησε στο πηδάλιο του οργανισμού, αλλά είχε παράλληλα απόλυτη εκτίμηση και συναίσθηση της προσφοράς καθενός, όχι μόνο των εργαζομένων αλλά και του κοινού, στην πορεία του οργανισμού και στην ταυτότητά του.  

Εμείς πάλι αναγνωρίζουμε ότι με τον Δεληβορριά στο πηδάλιό του το Μουσείο Μπενάκη έγινε το πλέον σύγχρονο μουσείο της Ελλάδας και πρόσφερε κάποιες υπηρεσίες για πρώτη φορά σε αυτήν τη χώρα, ταυτόχρονα με τα μεγάλα διεθνή μουσεία. Σίγουρα η απώλεια ήταν απότομη, κανείς μας δεν το περίμενε.  

Από την άλλη, ο Δεληβορριάς έφυγε λάμποντας, δεν έσβησε ποτέ το άστρο του. Και είχε φροντίσει ήδη από το 2014 που αποχώρησε, αλλά και λίγο πριν, όταν άρχισε να σκέφτεται τη διαδοχή του, για την εύρυθμη λειτουργία του μουσείου. Προετοίμασε τον μηχανισμό του ώστε να συνεχίσει και μετά από αυτόν, δημιούργησε ασφαλιστικές δικλείδες, πλαισιώθηκε από σημαντικούς συνεργάτες. Και ήταν μια σοφή επιλογή αυτή. Βέβαια, εξακολούθησε να έρχεται στο μουσείο κάθε μέρα από τις 6 το πρωί, ακόμα και τις Κυριακές. 

— Όλα αυτά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης μαθαίναμε για προβλήματα που απειλούσαν το μουσείο.

Το μουσείο είναι ένας ζωντανός οργανισμός που χτυπήθηκε πολύ τα χρόνια της κρίσης, και μάλιστα πάνω στην ανάπτυξή του. Παρά ταύτα, κατάφερε να επιβιώσει, να ξεπεράσει τα χειρότερα και να συνεχίσει την πορεία του.

— Πάντως, ακούσαμε επανειλημμένως την ανάγκη εξεύρεσης πόρων. Εν τέλει, πώς επιβίωσε;

Πρόκειται για ένα ίδρυμα, επικεφαλής του οποίου είναι η διοικητική επιτροπή του. Παράλληλα, ως εθνική συλλογή αναπαλλοτρίωτη και ανήκουσα στον ελληνικό λαό, επιδοτείται από το κράτος και εποπτεύεται από το υπουργείο Πολιτισμού. Χάρη σε αυτή την ιδιαίτερη δομή έχει μια μοναδική ευελιξία στον χειρισμό της καθημερινότητάς του, τόσο στη λήψη αποφάσεων όσο και σε ζητήματα προσωπικού.  

Το ελληνικό κράτος έχει συμβάλει στη μεγάλη ανάπτυξη που έχει σημειωθεί από τη δεκαετία του '90: στα πολλαπλά παραρτήματα, στη δράση, στις εκθέσεις και στην εκδοτική του δραστηριότητα. Παράλληλα, το Μπενάκη είχε πάντα ιδιώτες και εταιρικούς υποστηρικτές. Είναι το μουσείο με τους περισσότερους δωρητές στη χώρα, περί τους 12.000!  

Με τον ερχομό της κρίσης έγιναν περικοπές στην τακτική κρατική επιδότηση και μειώθηκαν οι ιδιωτικές χορηγίες, οπότε αναγκάστηκε να κάνει μετατροπές. Μειώθηκε το ανθρώπινο δυναμικό του δραστικά, μειώθηκαν οι μέρες λειτουργίας, άλλαξαν τα εισιτήρια. Όμως, όχι μόνο στάθηκε στα πόδια του, αλλά συνεχίζει να βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης προς τα έξω αλλά και εσωτερικά, σε μία συνεχή αναδιάρθρωση για να προσαρμοστεί στους νέους καιρούς. Γι' αυτό δεν είναι η οικονομική κρίση που με προβληματίζει.

Το έχω ξαναπεί, εξάλλου: το ελληνικό δαιμόνιο και οι συλλογές, τα αρχεία, οι άνθρωποι, η «προίκα» ενός τέτοιου οργανισμού, θα την αντιπαρέλθουν.

— Γίνετε λίγο πιο σαφής: το ελληνικό κράτος στάθηκε στο ύψος του απέναντι στο μουσείο;

Το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να στηρίζει το Μουσείο Μπενάκη. Όχι όσο παλιότερα βέβαια, γιατί δεν μπορεί, αλλά παραμένει κύριος υποστηρικτής του. 

— Η αλήθεια είναι ότι η μετεξέλιξη ενός μουσείου του Κολωνακίου σε μεγάλο μουσείο ευρύτερης αποδοχής μέσα σε 20 χρόνια υπήρξε εντυπωσιακή.

Πρέπει να δούμε πώς ήταν τα μουσεία παλιότερα. Τη δεκαετία του '90 απευθύνονταν ακόμα μόνο στους αρχαιολόγους. Η χωροταξία, η οργάνωση ανά υλικό (τα γλυπτά από δω, τα κεραμικά από κει), οι λεζάντες, ήταν για τους ειδικούς, όχι για το ευρύ κοινό. Δεν σκέφτονται έτσι όμως οι άνθρωποι, ούτε ήταν έτσι η ζωή στο παρελθόν. Το Μουσείο Μπενάκη έχει συνδυασμένα τα τεκμήρια, αναδεικνύοντας μια πολιτιστική πορεία. Παρουσιάζει τον υλικό πολιτισμό κάθε εποχής. Αυτό είναι κάτι που δημιούργησε ο Άγγελος Δεληβορριάς.

— Θα λέγαμε πως αυτή ήταν η δική του σφραγίδα στην πορεία ετών ενός πολυσυλλεκτικού μουσείου;

Το μουσείο ξεκίνησε τη δεκαετία του '30 ως ένα υπέροχο «κουτί θησαυρών», όπου υπήρχε μια πολυεπίπεδη έκθεση πολλών πολιτισμών. Εξέθετε παράλληλα μια ελληνική, μια ισλαμική αλλά και μια κινεζική συλλογή – η μία συμπλήρωνε την άλλη. Ο μέχρι το 1973 διευθυντής του Μανόλης Χατζηδάκης εμπλούτισε τις συλλογές, χωρίς να αλλάξει το σχήμα του ιδρυτή Αντώνη Μπενάκη. Ο Δεληβορριάς οραματίστηκε τη δημιουργία ανεξάρτητων εκθέσεων, ξεμπλέκοντας αυτό το κουβάρι των συλλογών. Έτσι, το αρχικό Μουσείο Μπενάκη κλείνει στα τέλη της δεκαετίας του '80 και επανεκκινεί τον Ιούνιο του 2000 ως Μουσείο Ελληνικού Πολιτισμού, μόνο με την ελληνική συλλογή. Οι άλλες συλλογές αποθηκεύτηκαν με προοπτική να εκτεθούν σε άλλα κτίρια του μουσείου που έχουν αποκτηθεί χάρη σε μια σειρά από κληροδοτήματα και αγορές. 

— Κι όλα αυτά σε μια εποχή κατά την οποία οι Έλληνες γίνονται έρμαια της ευζωίας και του lifestyle.

Το μουσείο προσαρμόστηκε στην εποχή – ο Δεληβορριάς δέχτηκε κριτική επειδή δημιούργησε εστιατόριο μέσα σε αυτό. Παράλληλα, αναπτύχθηκε σημαντικά το πωλητήριο. Το 2004 ανοίγουν η Πειραιώς 138 και το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης. Τη συλλογή του ισλαμικού κόσμου την ήξερε το κοινό, απλώς από εκείνη τη στιγμή την έβλεπε σε μια συνεκτική έκθεση. Η Πειραιώς 138 όμως ήταν μια επανάσταση. Ένας τεράστιος χώρος χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, αφιερωμένος σε περιοδικές εκθέσεις και εκδηλώσεις.

— Να σταθούμε σε αυτό. Με δεδομένη τη μεγάλη οικονομική κρίση, προς τι η επέκταση των τελευταίων ετών; Δεν είναι υπερβολικό να υπάρχουν εννέα διαφορετικοί χώροι, όταν έχετε τόσο περιορισμένους πόρους; Όλα αυτά δεν είναι επιπρόσθετα βάρη;

Μην τα βλέπετε ως βάρη αλλά ως ευκαιρίες και καθήκοντα που έχει το μουσείο. Ας μην κρίνουμε το πολιτιστικό τοπίο της Αθήνας βασισμένοι σε όλα όσα συμβαίνουν σήμερα και στους οργανισμούς που τόσα προσφέρουν το 2018. Το 2000, όταν ξεκινούσε το Μουσείο Μπενάκη την αναδιοργάνωσή του, ήταν σχεδόν μόνο του. Πέρα από την Εθνική Πινακοθήκη και το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης δεν υπήρχε άλλο μουσείο που να προβάλλει τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Αυτή ήταν, λοιπόν, η κατεύθυνση προς την οποία αναπτύχθηκε. Έπρεπε να σώσει τη ζωντανή κληρονομιά του 20ού αιώνα πριν σβήσει. Πείτε μου εσείς τι θα έπρεπε να θυσιάσουμε;  

Ας δει κανείς την ανάπτυξη του Μουσείου τα τελευταία χρόνια και σε παραρτήματα και σε συλλογές: τα φωτογραφικά αρχεία που κάνουν πολυάριθμες εκθέσεις κάθε χρόνο, τα ιστορικά αρχεία που ξεκίνησε ο ίδιος ο Αντώνης Μπενάκης, τα αρχεία νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, την Κλωστοϋφαντουργία Μέντη, την τελευταία που δημιουργούσε τεχνουργήματα από μετάξι στην Ελλάδα, η οποία σώθηκε την τελευταία στιγμή και εξακολουθεί να παράγει και να εκτελεί παραγγελίες όχι μόνο για το πωλητήριό μας αλλά και για οίκους μόδας στην Ελλάδα και διεθνώς.

Το Μουσείο Μπενάκη με αγωνία έσπευσε να σώσει όλα αυτά, κυριολεκτικά. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της αγωνίας είναι η Πινακοθήκη Γκίκα, δημιούργημα του Δεληβορριά, όπου τεκμηριώθηκε χωρίς προκαταλήψεις ο ελληνικός πολιτισμός του 20ού αιώνα. Πολλές από τις 200 προσωπικότητες της Πινακοθήκης Γκίκα θα ήταν απλές υποσημειώσεις στην Ιστορία εάν το έργο τους δεν είχε περιέλθει σε αυτήν. 

— Μια κιβωτός!

Ακριβώς αυτό. Αυτή την αποστολή το Μουσείο Μπενάκη την πήρε πάρα πολύ σοβαρά. Έχει προσπαθήσει να αποτελέσει μια κιβωτό σε μια χώρα ήδη απ' όταν δεν είχε ακόμα βασικές δομές, τις οποίες σιγά-σιγά αποκτά. Στη Βρετανία, όπου έχω ζήσει κάποια χρόνια, ακόμα και το ελάχιστο αρχειακό τεκμήριο γίνεται θέμα ντοκιμαντέρ στο BBC. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε η αίσθηση της νεότερης Ιστορίας.

— Οπότε, το μουσείο αυτήν τη στιγμή είναι οικονομικά εύρωστο;

Εύρωστο δεν θα το έλεγα. Έχουμε διαγράψει μια πορεία. Υπήρξαν εποχές που ήταν πολύ δύσκολες. Χάρη στις αποφάσεις της διοικητικής επιτροπής, χάρη στη συμβολή νέων ανθρώπων που προστέθηκαν στο δυναμικό του αλλά και ολόκληρου του προσωπικού και των υποστηρικτών του και, πάνω απ' όλα, χάρη στο κοινό, βγάζει κάθε μήνα τον βγάζει! Με το βλέμμα στο μέλλον, υπάρχει μόνο αισιοδοξία. 

— Το ελληνικό κοινό έχει ωριμάσει;

Το κοινό ωριμάζει, οι Έλληνες επιστρέφουν στον πολιτισμό και αυτήν τη στιγμή η έκθεση «Γιάννης Μόραλης» έχει απίστευτη προσέλευση. 

— Η έκθεση Μόραλη έχει επικριθεί από κάποιους κύκλους τόσο σε ό,τι αφορά την αισθητική του στησίματος, που θυμίζει άλλες δεκαετίες, όσο και του «στριμώγματος» ανομοιογενών έργων του καλλιτέχνη. Λέγεται ότι δόθηκε μεγάλη έκταση στις παραγγελίες-πορτρέτα ας πούμε...

Μα, για να ζήσει έκανε πολλά πορτρέτα που του τα παρήγγελλε μια τάξη ανθρώπων που μπορούσε να τα πληρώσει. Γι' αυτό ήταν διάσημος μια εποχή, και για τις αρχιτεκτονικές του εφαρμογές βεβαίως. Το ότι το έργο του έχει επαναπροσδιοριστεί κι έχει τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο έχει να κάνει με την υστεροφημία του.  

Οι τέσσερις θεσμικοί συνδιοργανωτές της έκθεσης προσπαθήσαμε ώστε ετούτη να είναι μια έκθεση αντιπροσωπευτική του έργου του Μόραλη. Παράλληλα, δόθηκε έμφαση στη βιογραφία του καλλιτέχνη, στη σύνδεση του έργου του με την προσωπική του πορεία, γι' αυτό η έκθεση είναι χρονολογικά οργανωμένη με παρένθετες ενότητες. Η ποιότητά της έχει εκτιμηθεί πολύ από το κοινό – η επισκεψιμότητα είναι αξιοσημείωτη.

— Ποιες είναι οι νέες προσεγγίσεις του μελλοντικού μουσείου; Σε τι διαφέρει από το παλιού τύπου μουσείο και πώς ατενίζει το Μπενάκη τη νέα εποχή;

Πρέπει να διαχωρίσουμε τις μόνιμες από τις περιοδικές εκθέσεις. Μια μόνιμη έκθεση είναι κάτι πολύ ακριβό, πρέπει να παραμείνει δεκαετίες και γι' αυτό ο σχεδιασμός της τείνει να είναι κλασικός. Ακολουθεί περισσότερο την πεπατημένη οδό και απευθύνεται στο κατά το δυνατόν ευρύτερο κοινό. Οι περιοδικές εκθέσεις ποικίλλουν, από τις πιο κλασικές μέχρι τις πλέον «ψαγμένες» και προωθημένες. Σε ένα πολυσυλλεκτικό μουσείο έχουν θέση όλες οι απόψεις εφόσον συνάδουν με το ήθος και τη συνέπεια, επιστημονική ή κοινωνική, που οφείλει να χαρακτηρίζει έναν τέτοιο οργανισμό. Το Μουσείο Μπενάκη, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσείο στην Ελλάδα, έχει κοσμοπολιτικές συλλογές που καλύπτουν σχεδόν όλη την υφήλιο. Αυτές το εντάσσουν σε μια μικρή, αλλά σημαντική ομάδα μουσείων διεθνώς, τα οποία, μέσα από τις συλλογές τους, μπορούν να ενταχθούν την πορεία του παγκόσμιου πολιτισμού. Η συμμετοχή με τις δικές του πολυπολιτισμικές συλλογές σε ένα παγκόσμιο γίγνεσθαι είναι μια δυνατότητα που δεν έχει άλλο μουσείο στη χώρα μας και αυτό πιστεύω ότι είναι το μέλλον του.

— Επομένως, ποιο είναι το ζητούμενο;

Όλα αλλάζουν. Αλλάζει ο τρόπος προσέγγισης του κοινού, που γίνεται κυρίως διαδικτυακά αλλά και με εκπαιδευτικά προγράμματα και εκδόσεις, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο εξωτερικεύουμε τις συλλογές μας μέσω διαδικτυακών καταλόγων ή δανείων σε εκθέσεις του εξωτερικού – περισσότερων απ' ό,τι παλιότερα ή ευρύτερων, όπως η συνεργασία με την Αυστραλία. Στείλαμε στο Ελληνικό Μουσείο (Hellenic Museum) στη Μελβούρνη, με όρους μακροχρόνιου δανεισμού, μια μικρογραφική συλλογή του Μουσείου Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού. Θέλαμε με μια κίνηση πολιτιστικής διπλωματίας να προβληθεί ο ελληνικός πολιτισμός σε μια πόλη με χιλιάδες ομογενείς.

— Σε τι προσβλέπετε;

Θα θέλαμε κάποτε όλες οι πολυπολιτισμικές συλλογές μας να εκτίθενται, ακόμα και όσες δεν έχουν βρει ακόμα ένα «σπίτι». Σίγουρα είναι κάτι που οφείλουμε στους υποστηρικτές και στους δωρητές μας. Άλλος ένας στόχος είναι να παραμείνουμε ένα ερευνητικό μουσείο με εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

— Αν είχατε σήμερα την απόλυτη δυνατότητα, ποιο είδος μουσείου θα είχατε ως πρότυπο;

Αυτό το πρότυπο μουσείο δεν υπάρχει. Κάθε μουσείο ξεκινάει από αυτό που θα παρουσιαστεί εντός του και αλλάζει ανάλογα με το μήνυμα που πρέπει να μεταφερθεί και ανάλογα με το κοινό του.

— Ποιο θα λέγαμε ότι είναι το μεγάλο σας στοίχημα ως μουσείου από δω και πέρα; Ο μεγάλος στόχος, η πρόκληση;

Η πραγματική πρόκληση του 21ου αι. είναι η κρίση ταυτότητας του δυτικού πολιτισμού. Παρατηρείται όλο και συχνότερα στις δυτικές δημοκρατίες, όπου η τάξη πραγμάτων που δημιουργήθηκε μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου καταλύεται. Ζούμε μια εποχή βαθιάς ηθικής κρίσης και αυτήν καλούνται να αντιμετωπίσουν οι πολιτιστικοί οργανισμοί. Το Μουσείο Μπενάκη πρέπει να συνεχίσει να προτείνει, με ευαισθησία απέναντι στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, έναν δρόμο βασισμένο στις αξίες και τον κοσμοπολιτισμό που το χαρακτηρίζουν από την ίδρυσή του. 

Πηγή:  lifo.gr

Ο Γιώργης Μαγγίνης (γεν. 1971) σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου / SOAS, όπου ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα την Αγία Κορυφή του Όρους Σινά με υποτροφίες της Ελληνικής Αρχαιολογικής Επιτροπής Ηνωμένου Βασιλείου, του Ιδρύματος Λεβέντη και του Ιδρύματος Wingate. Από το 2001 έχει διδάξει ιστορία της βυζαντινής τέχνης (SOAS), της ισλαμικής τέχνης (SOAS, Ινστιτούτο Courtauld, Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, Ινστιτούτο Ισμαηλιτικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αγά Χαν, Βρετανικό Μουσείο, Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου, Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης στο Κατάρ) και της κινεζικής τέχνης (Μουσείο Μπενάκη, SOAS). Είναι επίτιμος εταίρος του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Έχει συμμετάσχει σε αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ελλάδα, την Κύπρο και την χερσόνησο του Σινά στην Αίγυπτο. Έχει εργαστεί στο Ελληνικό Παιδικό Μουσείο ως υπεύθυνος συλλογών και βιβλιοθήκης, στον καθεδρικό ναό Αγίας Σοφίας Λονδίνου ως υπεύθυνος αρχείου και επιμελητής μουσείου, στην επανέκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων ως υπεύθυνος κειμένων, καθώς και σε μουσεία στο Ηνωμένο Βασίλειο ως σύμβουλος ανάπτυξης. Το 2013 ήταν Stanley J. Seeger Fellow στο Πανεπιστήμιο του Princeton. Έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα πάνω στην κυπριακή προϊστορία, την ισλαμική αρχιτεκτονική και τέχνη, τις σιναϊτικές σπουδές, την κινεζική κεραμική καθώς και την ελληνική και αρμενική διασπορά. Το 2016 εξέδωσε δύο βιβλία: Mount Sinai: A History of Travellers and Pilgrims(Λονδίνο) και China Rediscovered: The Benaki Museum Collection of Chinese Ceramics (Αθήνα και Λονδίνο).

Ο Χάρης Σιαμπάνης (γεν. 1982) είναι διευθύνων σύμβουλος του Μουσείου Μπενάκη από την 1η Οκτωβρίου του 2018. Διετέλεσε επίσης μέλος της τριμελούς Εκτελεστικής Επιτροπής του Μουσείου από την ίδρυσή της, τον Οκτώβριο του 2016. Ήταν και είναι υπεύθυνος όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων του Μουσείου με βασικό στόχο την εξασφάλιση της βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης οικονομικής βιωσιμότητάς του. Πριν ενταχθεί στο ίδρυμα, εργάσθηκε ως σύμβουλος επιχειρήσεων στην πολυεθνική εταιρεία The Boston Consulting Group με ιδιαίτερη έμφαση σε οικονομικές αναδιαρθρώσεις, συγχωνεύσεις και εξαγορές και στον στρατηγικό σχεδιασμό επιχειρήσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ). Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές με πλήρη υποτροφία από το Πανεπιστήμιο Tufts της Βοστώνης. Απόφοιτος του Harvard Business School, είναι κάτοχος διπλώματος στελεχών διοίκησης με ειδικότητα στις διαπραγματεύσεις και τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων.

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018 19:45

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση