Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Τετάρτη, 03 Οκτωβρίου 2018 19:29

Γιατί οι λαϊκιστές δεν αποδέχονται τις αποδείξεις, του Αλέξη Παπάζογλου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

dimartΗ συμμετοχή του πρώην επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Λευκού Οίκου, Στιβ Μπάνον, στην πρόσφατη εκδήλωση του περιοδικού The Economist με τίτλο «Open Future» προκάλεσε γενικά πολλές συζητήσεις. Η συνέντευξη που έδωσε, ωστόσο, ήταν μάλλον προβλέψιμη. Το ελεύθερο εμπόριο και η μετανάστευση έχουν κάνει κακό στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, υποστήριξε ο Μπάνον, κι αυτή είναι η άποψη την οποία συμμερίζονται και άλλοι λαϊκιστές της Δεξιάς. Στο μεταξύ, η δημοσιογράφος Ζάνι Μίντον Μπέντοους, που πήρε τη συνέντευξη από τον Μπάνον, υπεραμύνθηκε της φιλελεύθερης οπτικής, σύμφωνα με την οποία το ελεύθερο εμπόριο και τη μετανάστευση είναι παράγοντες με θετική επίδραση στην οικονομική ευημερία. «Θα σας ξαναέχουμε εδώ σε μερικά χρόνια», είπε κλείνοντας τη συνέντευξη η Μπέντοους, «όταν πια θα έχουμε δει ποια από τις δύο κοσμοθεωρίες έχει αποδειχτεί σωστή».

 

Το καταληκτικό σχόλιο της Μπέντοους μπορεί να έγινε χωρίς συγκεκριμένη πρόθεση, αποκάλυψε όμως μια ενδιαφέρουσα παραδοχή: ότι αυτού του είδους οι διαφωνίες, μεταξύ φιλελεύθερων και δεξιών-λαϊκιστικών πολιτικών μπορούν να λυθούν με τη βοήθεια των εμπειρικών δεδομένων. Σύμφωνα με την παραδοχή αυτή, εφόσον η ατζέντα της λαϊκιστικής δεξιάς εφαρμοστεί για μερικά χρόνια σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Ιταλία ή οι ΗΠΑ, η ίδια η εμπειρία θα δείξει πως οι λαϊκιστικές πολιτικές δεν έφεραν τα αποτελέσματα που υπόσχονταν, και έτσι ο κόσμος θα απογοητευτεί από τον λαϊκισμό. Η ίδια λογική διέπει και άρθρα που απευθύνονται σε υποστηρικτές του Τραμπ, όπου προβάλλονται οι ανακολουθίες ανάμεσα στα όσα υποσχέθηκε να κάνει και στα όσα όντως κάνει. Ο βασικός ισχυρισμός είναι ότι όταν ψηφίζεις πολιτικούς και πολιτικές, ουσιαστικά υιοθετείς και μια θεωρία περί του πώς λειτουργεί ο κόσμος, μια θεωρία που αργότερα μπορεί είτε να επιβεβαιωθεί είτε να διαψευστεί διά της εμπειρίας.

Αυτή η αντίληψη απηχεί τον τρόπο που ο Αυστριακός φιλόσοφος του 20ού αιώνα Καρλ Πόπερ θεωρούσε πως λειτουργεί η επιστήμη: οι επιστήμονες διατυπώνουν μια θεωρία, την οποία στη συνέχεια ελέγχουν βάσει των δεδομένων της εμπειρίας. Εάν η εμπειρία αντιβαίνει στις προβλέψεις της θεωρίας, τότε η θεωρία «διαψεύδεται» και πρέπει αμέσως να απορριφθεί. Ο Πόπερ έβλεπε την επιστήμη ως το πρότυπο της λογικής και κριτικής σκέψης που είναι πάντα ανοιχτή σε υποδείξεις για σφάλματα και πάντα επαληθεύσιμη μέσω των εμπειρικών δεδομένων. Έβλεπε επίσης την επιστήμη ως ένα πρότυπο δημοκρατικότητας. Στις δημοκρατίες, η κυβέρνηση θα πρέπει να είναι πάντα ανοιχτή στην κριτική και βέβαια να λογοδοτεί στους ψηφοφόρους της, οι οποίοι ελέγχουν αν και κατά πόσο οι πολιτικές της κυβέρνησης αποδίδουν. Αν δεν αποδίδουν, οι ψηφοφόροι τις απορρίπτουν στις επόμενες εκλογές και ψηφίζουν άλλη κυβέρνηση.

Το πρόβλημα είναι ότι στην πραγματικότητα ούτε η επιστήμη λειτουργεί έτσι – ούτε και οι δημοκρατίες.

Το 1965, στο Διεθνές Συνέδριο για τη Φιλοσοφία των Επιστημών στο Λονδίνο, οργανώθηκε μια συζήτηση στην οποία έλαβε μέρος ο Πόπερ και ένας νεαρός Αμερικανός ιστορικός και φιλόσοφος των επιστημών ονόματι Τόμας Κουν. Ο Πόπερ ήταν τότε ήδη 63 ετών και επιφανής καθηγητής της φιλοσοφίας στο London School of Economics, ενώ ο Κουν ήταν 43 ετών θεωρητικός, που είχε αποτύχει να αποκτήσει θέση μονίμου στο Harvard, ενώ το πρώτο του βιβλίο σχετικά με τη φιλοσοφία των επιστημών είχε κυκλοφορήσει μόλις τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αντίθεση με τα τότε φαινόμενα, ισχυρότερη αποδείχθηκε τελικά η επιρροή του νεότερου από τους δύο φιλοσόφους, καθώς η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων του Κουν πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα.

Ενώ ο Πόπερ υποστήριζε πως οι επιστήμονες δοκιμάζουν διαρκώς την ισχύ των κυρίαρχων θεωριών της εποχής τους, ο Κουν αντιλαμβανόταν την επιστήμη ως μια κατά κύριο λόγο συντηρητική υπόθεση, όπου οι επιστήμονες συμμορφώνονται με το επιστημονικό status quo του καιρού τους. Ο Κουν υποστήριζε ότι οι επιστήμονες εργάζονται κυρίως με σκοπό να αναπτύξουν περαιτέρω τις υπάρχουσες θεωρίες παρά να δοκιμάζουν την ισχύ τους. Και, το σημαντικότερο, σύμφωνα με τον Κουν, οι επιστήμονες παραμένουν πιστοί σε μια θεωρία ακόμα και όταν υπάρχουν δεδομένα που αντιβαίνουν σ’ αυτήν. Η πίστη τους στη γενικότερη ισχύ της θεωρίας, τους κάνει να προβαίνουν σε «εκπτώσεις» προκειμένου να δικαιολογήσουν κάπως τις όποιες εμφανείς αντιφάσεις, αποδίδοντάς τες σε εξωγενείς παράγοντες, άσχετους με τη θεωρία καθεαυτή. Περίφημο παράδειγμα αποτελεί η παρωχημένη πλέον ιδέα του γεωκεντρικού ηλιακού συστήματος. Αποδεχόμενος τη θεωρία του Αριστοτέλη ότι ο ήλιος και οι πλανήτες κινούνται γύρω από τη γη σε τέλεια κυκλικές τροχιές, ο Πτολεμαίος βρέθηκε αντιμέτωπος με παρατηρήσεις που έδειχναν ότι οι πλανήτες κινούνταν αλλιώς. Αντί, λοιπόν, να κρίνει ότι τα εμπειρικά δεδομένα σημαίνουν πως η αριστοτέλεια κοσμολογία είναι εσφαλμένη (όπως και ήταν, βεβαίως), ο Πτολεμαίος υποστήριξε την ύπαρξη κάποιων επιπλέον κυκλικών κινήσεων των πλανητών, τους λεγόμενους επικύκλους, χάρη στους οποίους οι παρατηρήσεις του προσαρμόστηκαν στις κοσμολογικές αρχές του Αριστοτέλη.

Με άλλα λόγια, οι επιστήμονες συμπεριφέρονται προς τις επιστημονικές θεωρίες όχι τόσο ως αμερόληπτοι κριτές που στόχος τους είναι να εντοπίσουν πιθανές ασυμφωνίες μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, αλλά μάλλον ως οπαδοί που τείνουν να στρέψουν τα πυρά τους οπουδήποτε αλλού εκτός από τη θεωρία που έχουν υιοθετήσει. Η συμπεριφορά τους θυμίζει πολύ και τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος. Αντί να θεωρούν τις κυβερνήσεις υπεύθυνες για τα αποτελέσματα που έχουν οι πολιτικές τους, οι έρευνες δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι έχουν την τάση να δικαιολογούν το κόμμα που υποστηρίζουν και να συνεχίζουν να το υποστηρίζουν ακόμα και όταν υπάρχουν φανερές ανεπάρκειες. Με δεδομένο το επίπεδο αφοσίωσης που εμπνέουν οι λαϊκιστές πολιτικοί σήμερα, οι ψηφοφόροι τους είναι πολύ απίθανο να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε μελλοντική αποτυχία των πολιτικών τους ως τέτοια: ακόμα κι αν οι περιορισμοί στη μετανάστευση αποτύχουν να δημιουργήσουν ξανά δουλειές στις ΗΠΑ και να αυξήσουν το ημερομίσθιο του εργάτη, οι ψηφοφόροι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα κατηγορήσουν γι’ αυτό την κοσμοθεωρία του Μπάνον. Εξάλλου, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι οι πολιτικές αυτές δεν λειτουργούν αποτελεσματικά.

Ωστόσο ο Κουν έβλεπε έναν τρόπο ώστε να υπάρξει πραγματική αλλαγή – τόσο στις επιστήμες όσο και στην πολιτική, τις επαναστάσεις των οποίων θεωρούσε κατά βάση παρόμοιες. Παρόλο που οι επαναστάσεις –οι εις βάθος πνευματικές μετατοπίσεις– αποτελούν απάντηση σε εγγενή προβλήματα, ο Κουν υποστήριξε ότι από μόνα τους τα επιχειρήματα και τα εμπειρικά δεδομένα που καταδεικνύουν τα προβλήματα αυτά δεν αρκούν για να τις προκαλέσουν. Πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη και μια πειστική εναλλακτική θεωρία. Επιπλέον, αφού ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές θεωρίες δεν υπάρχει επαρκής κοινός τόπος ώστε να συμφωνήσουν στην αξιολόγηση των επιχειρημάτων και των στοιχείων, απαιτείται επίσης κάποια πίστη στη νέα θεωρία καθώς και η πειθώς της ρητορικής και άλλων μέσων άσχετων με στοιχεία και αποδείξεις.

Παρόλο που ακόμα δεν βρισκόμαστε προ επαναστάσεως, οι παρατηρήσεις του Κουν ηχούν οικείες μέσα στην τρέχουσα πολιτική ατμόσφαιρα. Πέραν των υπαρκτών προβλημάτων, η άνοδος του λαϊκισμού φαίνεται να οφείλεται λιγότερο σε αυστηρή, ορθολογική επιχειρηματολογία και σε στοιχεία και περισσότερο στην αποτελεσματική ρητορική και στη θρησκευτικού τύπου αφοσίωση που οι λαϊκιστές πολιτικοί εμπνέουν στους οπαδούς τους. Επιπλέον, παρατηρούμε την πλήρη απουσία κοινών μέτρων και σταθμών που μπορούν να χρησιμοποιήσουν και οι οπαδοί και οι αντίπαλοι των λαϊκιστών πολιτικών προκειμένου να ανταλλάξουν επιχειρήματα αντί να μιλούν απλώς ο ένας άσχετα από τον άλλο. Η συνέντευξη του Μπάνον ήταν απολύτως ενδεικτική.

Για όσους επιθυμούν να ηττηθεί η ατζέντα του λαϊκισμού στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και οπουδήποτε αλλού, η θεώρηση του Κουν υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης: η μάχη πρέπει να κερδηθεί και στο πεδίο της ρητορικής και της πειθούς όσο και οπουδήποτε αλλού. Καλώς ή κακώς, οι άνθρωποι πείθονται εύκολα όταν τους προσφέρεις μια γρήγορη λύση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Σύμφωνα με τον Κουν, η κοπερνίκεια επανάσταση δεν έλαβε χώρα όταν έγιναν οι νέες παρατηρήσεις. Προέκυψε από την ανάγκη της κοινωνίας για ένα πιο ακριβές ημερολόγιο και από την πίστη των αστρονόμων ότι η νέα αστρονομία του Κοπέρνικου μπορούσε να το παράσχει άμεσα (πράγμα που δεν συνέβη). Η ρητορική ως μέσο πειθούς είναι επίσης πολύ αποτελεσματική. Συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία, καθώς της προσάπτουν ότι απευθύνεται στα ωμά πάθη και το συναίσθημα εις βάρος της λογικής, ότι πρόκειται για τεχνική χειραγώγησης. Αλλά ακόμα και τα καλύτερα επιχειρήματα γίνονται ισχυρότερα όταν εκφέρονται με ρητορικό οίστρο, κι αυτό είναι κάτι που ανέκαθεν κατανοούσαν όσοι επιδίωξαν και επέφεραν μεγάλες αλλαγές. Μπορεί ο δρ. Μάρτιν Λούθερ Κινγκ να ήταν λαμπρός πολιτικός στοχαστής, αλλά ο συναισθηματικός αντίκτυπος των ομιλιών του και η πρακτική της μη βίας που ακολουθούσε ήταν τα στοιχεία που τον έκαναν τόσο αποτελεσματικό στον αγώνα του για τα πολιτικά δικαιώματα.

Οι λαϊκιστές ποντάρουν ιδιαίτερα σ’ αυτόν τον συναισθηματικό αντίκτυπο. Οι υπέρμαχοι της φιλελεύθερης τάξης τον έχουν επίσης ανάγκη. Το να περιμένουμε απλώς να αποδειχθεί από τα πράγματα το λάθος των λαϊκιστικών πολιτικών δεν θα προσφέρει τίποτα· είναι μια στρατηγική που δεν λειτουργεί ούτε καν στις επιστήμες.

Πηγή:  dimartblog.com

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 03 Οκτωβρίου 2018 19:36

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση