Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Τρίτη, 08 Μαΐου 2018 11:12

Οι πνευματικοί και ταξικοί μας πρόγονοι

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

french_revolution_4

14 Ιούλη του 1789: Η εφόρμηση των Αβράκωτων και η άλωση της Βαστίλης

 

                             Μέρος πρώτο

 

       

 

      «οΰτε γάρ άρχειν οΰτε άρχεσθαι έθέλω»

 

Προοίμιο

 

Δεν υπάρχει μόνο η αρχαία σκουριά αλλά και ο χρυσός και ανεξάρτητα από το αν πιστεύουμε ότι προερχόμαστε απευθείας ή όχι από τους αρχαίους, η κληρονομιά τους είναι ανεκτίμητη. Ιδιαίτερα στις μέρες μας όπου μεγάλο κομμάτι  (η πλειοψηφία, αν θέλετε ), της καταπιεσμένης – εκμεταλλευομένης ανθρωπότητας προσπαθώντας να απαντήσει ή να βρει νέα ταυτότητα στο χάος που παραγάγετε από την κρίση του κυρίαρχου   καπιταλιστικού παγκοσμιοποιημένου συστήματος, κρίση  που είναι οικονομική,  περιβαλλοντική, κοινωνική, θεσμική και πολιτισμική προσφεύγει στους μεσσιανισμούς προτέρων δογμάτων ή σε έναν “νέο” ανορθολογισμό.

Η οπισθοδρόμηση και ο ανορθολογισμός, ο οποίος άνθισε – ανθεί τόσο στον βορρά όσο και στον νότο του δυτικού κόσμου περίπου από την τελευταία εικοσιπενταετία του 20ού αιώνα,  στης μέρες μας έχει προσλάβει ποικίλες μορφές, οι οποίες κυμαίνονται από την αναβίωση, – σε ορισμένες περιπτώσεις – , των παλαιών θρησκειών (χριστιανισμός, ισλαμισμός, ινδουισμός κ.ά.) έως την εξάπλωση διαφόρων ανορθολογικών ανατολίτικων (ασιατικών) ρευμάτων, μυστικισμός, πνευματισμός, αστρολογία, εσωτερισμός, θεοσοφισμός ή δυτικών  (Ευρωπαϊκών/ΗΠΑ κλπ), νεοπαγανισμός, βαθιά οικολογία «Νέα Εποχή», πρωτογονισμός,παλιές ναζιστικές δοξασίες περί Θούλης, Ρούνους και υπέρ βόρειας άριας φυλής.

Είναι αναγκαίο ειδικά για εμάς τους αναρχικούς/ες να ανιχνεύσουμε και να δούμε από που κρατάει η πνευματική και ταξική μας “σκούφια”, ανιχνεύοντας (από την ανάποδη – αντεστραμμένα) αυτό που ισχυρίζεται ο Αλέν ντε Μπενουά (Alain de Benoist) φιλόσοφος της Νέας Ακροδεξιάς λέγοντας ότι: «Κατ’ εμέ ο εχθρός δεν είναι η Αριστερά , ο κομμουνισμός, ο αναρχισμός ή ακόμη η ανατροπή, αλλά ακριβώς αυτή η ιδεολογία της ισότητας, της οποίας οι διατυπώσεις, θρησκευτικές ή κοσμικές, μεταφυσικές ή δήθεν επιστημονικές, δεν έπαψαν να ανθούν εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια». O Αλέν ντε Μπενουά  σαν θεραπαινίδα του συστήματος φυσικά  δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να επαναλαμβάνει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το ίδιο μότο όλων των σοφών απολογητών της ολιγαρχίας, του ελιτισμού και της αριστοκρατίας, εν ολίγης της κυριαρχίας.

Για τους αναρχικούς/ες η ελευθερία, η ισότητα και η αλληλεγγύη είναι έννοιες αδιαίρετες και οποιαδήποτε προσπάθεια υποτίμησης της μιας ή της άλλης ως πρώτη ή δεύτερη, ανώτερη ή κατώτερη δεν κάνει τίποτα άλλο από το υποβιβάζει και να διαστρεβλώνει την αναρχία. (α)

Αν μείνουμε μόνο στην ελευθερία, η αναρχία υποβιβάζεται σε φιλελεύθερη ή νεοφιλελεύθερη εκδοχή, αν μείνουμε μόνο στην ισότητα, η αναρχία υποβιβάζεται σε σοσιαλισμό τύπου στρατοπέδου, κατ’ αυτόν το τρόπο μένουμε “πιστοί” σε αυτό: «… Η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία και ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα …» Μιχαήλ Μπακούνιν (1814 – 1876 )

(Intro) «οΰτε γάρ άρχειν οΰτε άρχεσθαι έθέλω»

Στο Βιβλίο Γ’ των Ιστοριών του, ο Ηρόδοτος διηγείται ότι ο Δαρείος κατέλαβε τη βασιλική εξουσία ως αποτέλε­σμα της «συνωμοσίας των Επτά» (522 π.χ.). Ο θρόνος των Περσών βρισκόταν στα χέρια ενός σφετεριστή, Μάγου, ο οποίος παρίστανε τον συνονόματο του Σμέρδη, γιο του Κύρου. Ο Οτάνης υποψιάζεται την πλαστοπροσωπία και οργανώνει τη συνωμοσία. Οι συνωμότες ήταν έξι, μέχρι που έρχεται ο Δαρείος και, δίχως να χάσει χρόνο, μπαί­νει κι αυτός στην ομάδα. Όταν επανήλθε η ηρεμία και εί­χαν ήδη περάσει πέντε ημέρες από τη σφαγή του Σμέρδη και άλλων Μάγων, οι συνωμότες μαζεύτηκαν για να συ­ζητήσουν την κατάσταση και να μελετήσουν ποιο πολιτι­κό καθεστώς θα ήταν καλύτερο να υιοθετήσουν.

Ο Οτά­νης υπερασπίζεται τη δημοκρατία: «ας βάλουμε τον λαό στην εξουσία» διότι «κατά τη γνώμη μου, η εξουσία δεν πρέπει πια να ανήκει σε έναν μόνο από εμάς (…). Δώστε αυτή την εξουσία στον πιο ενάρετο άνθρωπο που υπάρ­χει, και θα τον δείτε σύντομα ν’ αλλάζει συμπεριφορά. (…) Αντιθέτως, το λαϊκό καθεστώς έχει πρώτα απ’ όλα το πιο ωραίο όνομα που υπάρχει: “ισότητα”». Ο Μεγάβυζος, ένας άλλος από τους επτά συνωμότες, προτείνει την ολιγαρχία: «είναι αδικαιολόγητο, για να ξεφύγουμε από τη θρασύτητα ενός τυράννου, να εκτεθούμε στη θρασύτητα του αποχαλινωμένου όχλου. (…) ας διαλέξουμε από τους καλύτερους…».

Ο Δαρείος, από την πλευρά του, επιχειρηματολογεί υπέρ της μοναρχίας και καταλήγει: «η γνώμη μου είναι να διατηρήσουμε αυτό το καθεστώς και, πέραν τούτου, να μην καταργούμε τα έθιμα των πατέρων μας όταν είναι καλά, δεν θα κερδίσουμε τίποτα από αυτό». Έτσι μίλησε ο Δαρείος, και οι τέσσερις συνωμότες που δεν είχαν εκφράσει ακόμα την προτίμησή τους συμφώ­νησαν μαζί του. Ο Οτάνης όμως δεν θέλει να συμμετάσχει στην απόφαση που πήραν οι σύντροφοί του στασιαστές και, βλέποντας πως το άμεσο επακόλουθο θα ήταν ότι θα βασίλευε ένας μόνο από τους επτά, αποσύρεται από τον ανταγωνισμό με τα εξής λόγια: «Οὔτε γὰρ ἄρχειν οὔτε ἄρχεσθαι ἐθέλω», «ούτε να κυβερνώ θέλω ούτε να με κυβερνούν». (β)

Ο Ηρόδοτος γράφει πάνω από μισό αιώνα μετά τη συνωμοσία των Επτά, και η αφήγησή του περιέχει μάλλον την πρώτη συζήτηση αναφορικά με την πολιτική μορφή -το πολίτευμα- ενός δίκαιου καθεστώτος. Αφ’ ης στιγμής αφήνεται κατά μέρος η τυραννία, ως αυθαίρετη και άδι­κη, τρία καθεστώτα, τρεις μορφές κυβέρνησης, «ας τις υποθέσουμε και τις τρεις τέλειες», λέει ο Δαρείος, εμφανίζονται ως δυνατές: η δημοκρατία, η ολιγαρχία και η μοναρχία. Το ίδιο το γενικό πνεύμα της συζήτησης ελληνικό, κι όχι περσικό- προϋποθέτει μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο θεώρησης της πολιτικής, μια αλλαγή που περικλείει στην κίνησή της τόσο τη θέσμιση της πόλεως όσο και τη σύσταση του φυσικού κόσμου.

Στο εφήμερο πέρασμα δύο αιώνων -από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα ως το τέλος του 5ου– ο ελληνικός κόσμος είδε ν’ αναδύεται, ή μάλλον δημιούργησε, ενάντια στην αρχή της ετερονομίας του ιερού, ένα νέο «θεμέλιο» του κόσμου. Η φαντασιακή αναπαράσταση της εξωτερικής ή υπερβατικής προέλευ­σης του καθορισμού τόσο της φύσης όσο και του θεσμού μετασχηματίστηκε με ριζικό τρόπο. Έτσι, στο κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, ο νόμοςείναι εφεξής έργο των ανθρώ­πων, εξαρτάται από μια πολιτική απόφαση, από μια «ορθολογική» επιλογή ανάμεσα σε άλλες δυνατές. Κατά την περίοδο, τουλάχιστον, της αθηναϊκής δημοκρατίας, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη.

Όταν ο Οτάνης αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση, οι υπόλοιποι έξι συνωμότες «αναζήτησαν τον δικαιότερο τρόπο επιλογής βασιλιά» και διάλεξαν τον ακόλουθο: «με την αυγή του ήλιου, θ’ άρχιζαν να περιτριγυρίζουν έφιπποι στα προάστια της πόλης, και όποιου το άλογο χλιμίντριζε πρώτο, εκείνος θα γινόταν βασιλιάς».

Ο Δαρείος όμως δεν θέλει ν’ αφήσει τα πράγματα στην τύχη και ζητά από τον ιπποκόμο του να φροντίσει να μην έχει άλλος έκτος απο τον ίδιο την τιμή να γίνει βασιλιάς. Ο εν λόγω ιπποκόμος, ονόματι Οιβάρης, έμπειρος άνθρωπος, όταν νύχτω­σε, πήγε κι έδεσε μια φοράδα σε ένα μέρος της συνοικίας απ’ όπου θα περνούσαν το ξημέρωμα οι έξι καβαλάρηδες– οδήγησε προς τα εκεί το άλογο του Δαρείου, «και το έβαλε να κάνει αρκετούς κύκλους γύρω της αγγίζοντας την, ώστε εκείνη να το αφήσει τελικά να τη βατέψει».

Με το που άρχισε ν’ αχνοχαράζει, οι συνωμότες έφτασαν έφιπ­ποι εκεί όπου βρισκόταν η φοράδα· «το άλογο του Δαρείου έτρεξε αμέσως προς το μέρος της και χλιμίντρισε. Την ίδια στιγμή, μια λάμψη διαπέρασε τον ανέφελο ουρανό και ακούστηκε η βροντή». Οι σύντροφοι του Δαρείου ανα­γνώρισαν ότι ήταν ο νικητής κι έπεσαν γονυκλινείς στα πόδια του.

Η ισχύς της αυτοκρατορίας των Περσών έγινε ολοένα μεγαλύτερη και, σύμφωνα με όσα αφηγείται ο Ηρόδοτος, ο Δαρείος έβαλε να κατασκευάσουν ένα πέτρινο ανά­γλυφο που έδειχνε έναν έφιππο άνδρα με την ακόλουθη επιγραφή: «Ο Δαρείος, γιος του Υστάσπη, χάρη στην αξία του αλόγου του (του οποίου το όνομα απαθανατίζει η επιγραφή) και του Οιβάρη, του ιπποκόμου του, έγινε βασιλιάς των Περσών».

Η αφήγηση του Ηροδοτου για τη συνωμοσία των Επτά και τις απαρχές του βασιλείου των Περσών είναι ενδιαφέρουσα για την πολιτική φιλο­σοφία, για πολλούς λόγους: σε αυτή δεν βρίσκουμε μόνο, όπως ήδη είπαμε, την πρώτη συζήτηση για τη μορφή κυ­βέρνησης, την πολιτεία, ενός δίκαιου καθεστώτος, μαζί με την πρώτη άρνηση της υποχρέωσης διαταγής ή υπακοής, αλλά διαβάζουμε επίσης στο υφαντό της ιστορίας τα πολ­λαπλά συστατικά της πραγματικής πολιτικής εξουσίας: το άδικο καθεστώς, τον σφετερισμό του Μάγου, την αυ­θαιρεσία, την τυραννία.

Τη βία, τη συνωμοσία, τη σφα­γή. Τον λόγο: Ορθό Λόγο, δημηγορία, ιδεολογία. Την πα­νουργία, τον δόλο, την εξαπάτηση (μπροστά στην εξου­σία, ηθική και πολιτική διαχωρίζονται). Το σημάδι της ετερονομίας, το ιερό, τη συναίνεση στη μαγεία (το μεγά­λο μυστήριο της εξουσίας είναι η υπακοή). Και στο τέλος, την αλαζονεία εκείνων που διατάζουν, οι οποίοι εγγρά­φουν την απάτη τους, τη μη νόμιμη προέλευση της κα­τάστασής τους, σε ένα μνημείο, προβάλλοντας τη σε όλο τον κόσμο.

Σημειώσεις:

α) Tο σύγχρονο αναρχικό κίνημα, εμπνεόμενο και αντλώντας τα πιο δημιουργικά και προοδευτικά στοιχεία από την παράδοση του διαφωτισμού, του ορθολογισμού και του επαναστατικού ουμανισμού, επηρεαζόμενο από προγενέστερα επαναστατικά αλλά και μεταρρυθμιστικά κοινωνικά-λαϊκά κινήματα, δημιουργείται συναντώντας τις νέες κοινωνικές σχέσεις και συνθήκες της αστικής κοινωνίας και του καπιταλισμού. Μέσα σε αυτές αποκτά την ιστορικότητά του.  Όπως και άλλα επαναστατικά κινήματα -, τοποθετείται στην αιχμή των συγκρούσεων του κοινωνικού ταξικού πολέμου και εκεί διαμορφώνονται οι αξιακές του σταθερές. Όμως η  μεγάλη του διαφορά είναι, πως οι αναρχικοί, ως μέλη της κοινωνίας, αρνήθηκαν όχι μόνο να αποδεχθούν το  Ρουσσωικό κοινωνικό συμβόλαιο, (*) (που μετατράπηκε σε συνταγματικό χάρτη, σε καταστατική λειτουργία του κράτους), αρνήθηκαν την ιδέα του συμβιβασμού και της συνεργασίας των τάξεων, αλλά και τα στάδια μετάβασης στην νέα αταξική κοινωνία (προσωρινό εργατικό κράτος, δικτατορία του προλεταριάτου μέσω της εργατικής κυβέρνησης, κ.λ.π).

Πάλεψαν, παλεύουν και αγωνίζονται αφενός για την αποκάλυψη αυτής της απάτης και την απόρριψη αυτών των αντιλήψεων και αφετέρου για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας για την οργάνωση της κοινωνίας από τα κάτω, από το μερικό στο ολικό και της οριζόντιας σχέσης και διασύνδεσης των ατόμων και των κοινοτήτων, όσον αφορά τον τρόπο και τις διαδικασίες λήψης και υλοποίησης των αποφάσεων. Αλλά και μιας νέας κοινωνικής συνθήκης για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ του ατόμου- «ιδιώτη» και του «συνόλου»–κοινωνίας, ούτως ώστε ούτε το άτομο να καταδυναστεύει και να εκμεταλλεύεται το σύνολο, ούτε το σύνολο να καταπιέζει και να συνθλίβει το άτομο.

Το αναρχικό κίνημα, σαν γνήσιο τέκνο της σοσιαλιστικής παράδοσης , αγωνίζεται για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο ενώ προσβλέπει στον αντιαυταρχικό ελευθεριακό κομμουνισμό. O καθένας οφείλει να γνωρίζει πως το ιδανικό μας, εκφρασμένο με την λέξη αναρχία, παρμένο από μια προγραμματική λογική του σοσιαλισμού και οργανωμένο με ένα ελευθεριακό τρόπο, πάντα ήταν γνωστό ως κοινωνικός αναρχισμός ή αναρχικός κομμουνισμός. Σχεδόν ολόκληρη η αναρχική φιλολογία, από το τέλος της Α’ Διεθνούς, ανήκει στην κομμουνιστική σχολή του σοσιαλισμού (οι δύο μεγαλύτερες σχολές στις οποίες χωριζόταν ο σοσιαλισμός ήταν από την μια πλευρά, ο κρατικός σοσιαλισμός και από την άλλη πλευρά, ο αναρχικός (ελευθεριακός κομμουνισμός).

Κατ ́ αυτόν τον τρόπο ένας αντιεξουσιάζων (libertarian) – ελευθεριάζων που προτάσσει την ελευθερία σε αναντιστοιχία με την κοινωνική και πολιτική ισότητα, είναι αστός ή μικροαστός φιλελεύθερος που επικαλείται την τυπική ελευθερία, η οποία είναι η συστημική ελευθερία (ελευθερία σε βάρος της ισότητας). Ενώ ένας αντιεξουσιαστής (libertaire)- ελευθεριακός, είναι κοινωνικός επαναστάτης, αφού για αυτόν αποτελεί προϋπόθεση η κοινωνική και πολιτική ισότητα για το πέρασμα στην ουσιαστική ατομική και κοινωνική ελευθερία.

Από την άλλη, ένας εξουσιαστής σοσιαλιστής ή κομμουνιστής από φόβο στις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες και μην έχοντας εμπιστοσύνη στην κοινωνική και πολιτική διαίσθηση και κρίση του εργαζόμενου λαού, καταπατά και συνθλίβει τις συλλογικές και ατομικές ελευθερίες.

Εδώ και πάνω από 90 χρόνια υποστηρίζουμε ότι η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση και το μετέπειτα «ανατολικό μπλοκ» που διευθυνόταν από τους Μπολσεβίκους (κομμουνιστικά κόμματα), ήταν μια ταξική κοινωνία στην οποία το κράτος, η αγορά και το μισθωτό σύστημα διατηρήθηκαν, δίνοντας τη δυνατότητα σε μια μικρή κομματική-κρατική, γραφειοκρατική ελίτ να εξαναγκάζει την πλειοψηφία του λαού να εργάζεται γι’ αυτήν.

Δεν ήταν, γι’ αυτό το λόγο, τίποτα παραπάνω από μια καπιταλιστική οικονομία που αναλαμβάνεται από το κράτος και επιβάλλεται δια μέσου της γραφειοκρατίας του. Ο μπολσεβίκικος σοσιαλισμός ήταν και είναι ο κρατικά οργανωμένος καπιταλισμός. (**)

β)  Βλ. Ηροδότου Ιστορίαι, ( Βιβλίο  Γ ‘ Θάλεια ,  από 3.60.1 έως 3.88.1)

Υποσημειώσεις:

*)   Ζαν-Ζακ Ρουσσώ  «Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου» pdf

**) Απόσπασμα από το βιβλίο Σύνοψη του κοινωνικού αναρχισμού

 Οι πνευματικοί και ταξικοί μας πρόγονοι (Μέρος δεύτερο):

Σοφιστές, οι Διαφωτιστές της Αρχαιότητας

   Μέρος Δεύτερο

Σοφιστές, οι Διαφωτιστές της Αρχαιότητας

 

Salvator_Rosa_-_Démocrite_et_Protagoras

Ο Πρωταγόρας στο κέντρο μαζί με τον Δημόκριτο, Μουσείο Ερμιτάζ

1.Ιστορικό πλαίσιο – Έννοια

Στις ελληνικές πόλεις του 5ου π.χ. αιώνα, την περίοδο δηλαδή από το τέλος των Μηδικών πολέμων (470 π.χ.) έως και το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (401π.χ), έδρασε μια ομάδα παιδαγωγών, που οι σύγχρονοί τους τους ονόμασαν σοφιστές. Οι σοφιστές ήταν διδάσκαλοι και παιδαγωγοί προερχόμενοι από όλη την Ελλάδα, οι οποίοι ταξίδευαν σε όλες τις πόλεις, αλλά η φήμη τους ήκμασε κυρίως στην Αθήνα που ήταν και το πνευματικό κέντρο της εποχής. Σκοπός της διδασκαλίας τους ήταν να διδάξουν τους νέους και γενικά τους πολίτες της δημοκρατικής Αθήνας την πολιτική τέχνη, την Ρητορική, την φιλοσοφία και την ηθική. Οι κυριότεροι σοφιστές για τους οποίους έχουμε και τις περισσότερες πληροφορίες είναι: ο Πρωταγόρας, ο Αντιφών, ο Θρασύμαχος, ο Κριτίας, ο Λυκόφρων, ο Γοργίας, ο Πρόδικος και ο Ιππίας.

 

Οι γνώσεις μας για τους Σοφιστές είναι έμμεσες και αποσπασματικές, τα συγγράμματα τους δυστυχώς έχουν χαθεί για πάντα. Οι πηγές από τις οποίες αντλήσαμε πληροφορίες για τη ζωή και το έργο των Σοφιστών προέρχονται από σκόρπιες προτάσεις και αποσπάσματα που βρίσκονται μέσα σε κείμενα προγενέστερων ιστορικών και φιλοσόφων και τα οποία είναι συχνά παραποιημένα (κυρίως από τον Πλάτωνα).

H λέξη Σοφιστής προέρχεται από το ρήμα Σοφίζομαι, που σημαίνει εξασκώ την σοφία. Είναι δηλαδή παράγωγο ρήματος που δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί. Η σοφία των σοφιστών είναι πρακτική και θεωρητική, μεταδίδουν γνώσεις και υποδεικνύουν ηθικές συμπεριφορές που αφορούν τον κοινωνικό και πολιτικό βίο. Σε κάποιες περιπτώσεις οι σοφιστές ταυτίζονταν και με τους ποιητές ή τους καλλιτέχνες, καθώς μια άλλη σημασία της λέξης ήταν και αυτή του «εφευρίσκω», επινοώ. Η έννοια Σοφιστής ενώ αρχικά ταυτιζόταν με το σοφό, εξαιτίας της οξείας κριτικής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη άρχισε να παίρνει αρνητική σημασία, που διατηρείται ως και σήμερα: σοφιστής θεωρείται εκείνος που προσπαθεί να παραπλανήσει με σοφιστείες και σοφίσματα, δηλαδή με αληθοφανείς και κυρίως αναληθείς συλλογισμούς. Οι αντιδημοκρατικοί φιλόσοφοι κυρίως κατηγορούσαν τους σοφιστές ως παραπλανητικούς και εριστικούς εμπόρους γνώσης, που έβλαπταν τους νέους. Η λέξη «Σόφισμα» όπως χρησιμοποιείται σήμερα έχει την έννοια του τεχνάσματος δηλαδή της επιχειρηματολογίας με σκοπό την εξαπάτηση.

2. Δημοκρατία – Πόλις

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση της φιλοσοφίας των σοφιστών καλό θα ήταν να μιλήσουμε με λίγα λόγια για το πολίτευμα μέσα στο οποίο διαδραματίζονταν όλα αυτά τα πνευματικά επιτεύγματα. Το πολίτευμα λοιπόν της Αθήνας τον 5ο π.χ. αιώνα ήταν η Δημοκρατία, (σύνθετη λέξη από το Δήμος + κρατώ, ο λαός δηλαδή έχει την δύναμη να αποφασίζει μόνος του χωρίς αντιπροσώπους). Η Δημοκρατία των Αθηνών δεν έχει καμία σχέση με την σημερινή κάλπικη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ήταν το πολίτευμα όπου οι άρχοντες κληρώνονταν στα δημόσια αξιώματα μέσα από το σώμα των πολιτών και η θητεία τους διαρκούσε περίπου ένα χρόνο. Όλες οι αποφάσεις παίρνονταν ισότιμα και δημόσια από κοινού στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου ύστερα από εξοντωτικές συζητήσεις για όλα τα θέματα που αφορούσαν την πόλη, πολλά από τα οποία ήταν πολύ σοβαρά, όπως για παράδειγμα ο πόλεμος. Όλοι οι πολίτες στην διάρκεια της ζωής τους θα έκαναν την θητεία τους ως βουλευτές, δικαστές, ταμίες και φυσικά ως στρατιώτες – οπλίτες. Στο τέλος της θητείας τους ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν απολογισμό του έργου τους, πράγμα που σημαίνει ότι αν τα έργα τους δεν συμφωνούσαν με τον συμφέρον της Πόλεως, η ζωή τους απειλούνταν με εξοστρακισμό, κάτι χειρότερο ακόμα και από το θάνατο. Οι πολίτες όφειλαν να έχουν και την κατάλληλη παιδεία, για να μπορούν να διαβάζουν τους νόμους, να ασκούν πολιτική μιλώντας στις συνελεύσεις (αυτό λεγόταν ρητορική) και να μπορούν να σκέφτονται κριτικά χρησιμοποιώντας την φιλοσοφία. Αυτό ακριβώς το έργο είχαν αναλάβει οι Σοφιστές. Την εκπαίδευση των πολιτών.

3. Βασικές Αρχές – Θεωρία

Οι Σοφιστές λοιπόν είναι στοχαστές που ασχολήθηκαν με πληθώρα φιλοσοφικών και πολιτικών προβλημάτων. Ο στοχασμός τους στρέφεται γύρω από τη γλώσσα, την αλήθεια, την γραμματική, τη Φύση, την ηθική, την δουλεία, την θρησκεία, τη ρητορική, αλλά κυρίως έθιξαν προβλήματα συνδεδεμένα με την ανθρώπινη φύση, την συμπεριφορά και τις κοινωνικές αντιδικίες του καιρού τους. Αρκετοί ιστορικοί και μελετητές του αρχαίου κόσμου, κυρίως η Γαλλική σχολή με ονόματα όπως, Ζ.P. Vernant, V. Naquet. Cl. Mosse, και J. De Romilly, θεωρούν τη Σοφιστική επιστέγασμα της πνευματικής εξέλιξης ‘από το Μύθο στο Λόγο’ και του ‘δημοκρατικού τρόπου ζωής’ στην κλασσική Αθήνα και δικαιολογημένα κάνουν λόγο για ‘Χρυσό αιώνα του πνεύματος και του Πολιτισμού’. Και σημειώνουν πρώτα ότι η Σοφιστική δεν είναι πνευματικό δημιούργημα μια ομάδας τυχοδιωκτών εμπόρων σοφίας, αλλά φυσιολογικό βλάστημα της κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής ζωής των ελληνικών πολιτειών, όπου επιζούσε ο ενθουσιασμός της νίκης και θριάμβευε το δημοκρατικό πολίτευμα στη γνησιότερη μορφή του: της προσωπικής και άμεσης συμμετοχής.

α. Γιατί Διαφωτισμός

Τον όρο Διαφωτισμός για την Αρχαία Σοφιστική μεταχειρίστηκαν οι νεώτεροι ιστορικοί της Φιλοσοφίας κατ’ αναλογία προς το νεότερο Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (17ος -18ος αιών μ.χ.) , για να δηλώσουν μιαν ανάλογη και αντίστοιχη περίοδο της Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας. Τον όρο επινόησε πρώτος ο Γερμανός φιλόσοφος Hegel και ακολούθησαν πολλοί ιστορικοί και μελετητές του αρχαίου κόσμου (Ed. Zeller, Peter Gay, W.K.C. Gurthie κ.λ.π). Τα σημεία εκείνα που θεώρησαν ότι ταιριάζουν με τις βασικές αρχές του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού είναι τα εξής:

  1. προσπάθεια λογικής ερμηνείας του κοινωνικού γίγνεσθαι και των κοινωνικών προβλημάτων,

  2. εμπιστοσύνη στην λογική δύναμη του ανθρώπου και της εξελικτικής ικανότητας της,

  3. ενίσχυση του Υποκειμενισμού και της σχετικοκρατίας.

  4. εισαγωγή αντιλήψεων περί κοινωνικού συμβολαίου, φυσικού δικαίου και κοινωνικής δικαιοσύνης,

  5. καλλιέργεια διανθρώπινης συνείδησης και αισθήματος κοινότητας όλων των ανθρώπων,

  6. εμπιστοσύνη στη γλώσσα και τον ανθρώπινο λόγο.

β. Άνθρωπος – Παιδεία

Ο κύριος άξονας λοιπόν της διδασκαλίας των Σοφιστών στρέφεται γύρω από την εκπαίδευση του Δημοκρατικού Πολίτη και γενικότερα γύρω από την καλλιέργεια του Ανθρώπινου όντος, όπως αυτός συμπεριφέρεται μέσα στην ‘Πόλη’. Το ερώτημα ‘Αν μπορεί να διδαχτεί η αρετή’ διαχέεται στην Αγορά και τα Συμπόσια, όπου οι φιλόσοφοι μαζεύονται για να συζητήσουν τα κοινωνικά ζητήματα.

Οι προηγούμενοι χρονικά Προσωκρατικοί φιλόσοφοι (7ος – 6ος αιων π.χ.) είχαν ρίξει το βάρος της φιλοσοφικής τους αναζήτησης στην ορθολογική εξήγηση των φυσικών φαινομένων και της γέννησης του Κόσμου (Κοσμογονία) ή για να μιλήσουμε φιλοσοφικά, τους απασχόλησαν τα «Οντολογικά ζητήματα» (Όν – μη Όν) (Είναι – Γίγνεσθαι). Τα κοινωνικά ζητήματα και ειδικότερα τα ζητήματα της αρετής έρχονται σε δεύτερη μοίρα, προετοιμάζουν όμως το έδαφος για την αξία και χρησιμότητα της παιδείας μέσα στα πλαίσια της πόλεως.

«Άνδρες γάρ Πόλις» (Τη Πόλη την αποτελούν οι άνθρωποί της) μας λέει ο Θουκυδίδης, ενώ από την άλλη ο ποιητής Σιμωνίδης προειδοποιεί: «Πόλις Άνδρα Διδάσκει», (Η πολιτεία διαμορφώνει και μορφώνει τον άνδρα, τον πολίτη). Σε αυτό το πνεύμα κινείται σχεδόν ολόκληρος ο 5ος αιώνας. Η Πόλις και η συγκρότηση του ανθρώπου ενδιαφέρουν πλέον τους πάντες: φιλοσόφους, ρήτορες, καλλιτέχνες, πολιτικούς. Στην Αθήνα του «χρυσού αιώνα» συντελείται πλέον μια μοναδική πνευματική αφύπνιση με κέντρο τον Άνθρωπο. Οι Σοφιστές ακολουθώντας την πνευματική και πολιτισμική επανάσταση της εποχής τους δεν έχασαν την ευκαιρία να εξυψώσουν τον άνθρωπο και τις δυνατότητες του. Μας λέει λοιπόν ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης και φίλος του Περικλή: «Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ ουκ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν». ( Μέτρο για όλα τα πράγματα αποτελεί ο Άνθρωπος. Για όσα υπάρχουν, ότι υπάρχουν και για όσα δεν υπάρχουν, ότι δεν υπάρχουν).

Πάνω σε αυτό το συγκλονιστικό απόσπασμα μπορούν να γραφούν εκατοντάδες βιβλία, η βαθύτερη ουσία του όμως είναι ότι ο άνθρωπος είναι η πηγή των πάντων, είναι αυτός που αποφασίζει για το πεπρωμένο του και όχι κάποιος θεός ή κάποια έξωθεν δύναμη. Αυτός θέτει τους νόμους του και ανακαλύπτει την γνώση, ακόμα και αν είναι σχετική. Αυτός δημιουργεί κοινωνίες και ασύλληπτα έργα που μένουν αναλλοίωτα στα βάθη των αιώνων. Οι δυνατότητες του είναι τεράστιες. Δεν είναι τυχαίο που ο Σοφοκλής τον αποκαλεί Τρομερό ον, μας λέει στην Αντιγόνη: «πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει» (Πολλά τα δεινά, αλλά τίποτα τρομερότερο από τον Άνθρωπο).

Ταυτόχρονα οφείλει να αναπτύξει τις αρετές εκείνες που θα τον εντάξουν στο πλαίσιο της ‘Πόλεως’, ως ισότιμο και ενεργό μέλος του πολιτικού της γίγνεσθαι. Οι αρετές αυτές, που γίνονται σημείο αναφοράς για όλους του Πολίτες και όχι σε μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων, είναι η ανδρεία, η σωφροσύνη, η φιλία, το δίκαιον, η φρόνησις, χωρίς τις οποίες η ύπαρξη, η συνοχή, η ομόνοια και η διατήρηση της πόλεως – κοινωνίας δεν μπορούν να υπάρξουν. Η παιδεία επομένως αποτελεί το κύριο φορέα εξύψωσης του Πολίτη σε ενάρετο όν. Ο Αντιφών αναφέρει «και εν γαρ σώματι όταν τις την παίδευσιν γενναίαν ενάρωση, ζη τούτο και θάλλει δια παντός του βίου, και αυτό ούτε όμβρος ούτε ανομβρία αφαιρείται», (όταν σε ένα νέο άνθρωπο δοθεί η σωστή παιδεία, τότε ζει κι ανθίζει σ’ όλη του τη ζωή και δεν μπορεί να του την καταστρέψει ούτε η καταιγίδα ούτε η αναβροχιά). Κάπου αλλού πάλι τονίζει: «Πρώτον οίμαι των εν ανθρώποις εστί παιδευσις», (η παιδεία θεωρώ είναι το σημαντικότερο πράγμα).

Παράλληλα με την εξύψωση του έλλογου όντος που λέγεται άνθρωπος παρατηρείται μια αμφισβήτηση σε καθιερωμένες αξίες που αφορούν την θρησκεία και την θεότητα. Κάποτε η εξήγηση του κόσμου ήταν μυθική και τα πάντα αποδίδονταν σε δυνάμεις φανταστικές και υπερκόσμιες. Αυτό άλλαξε με την έλευση της φιλοσοφίας. Ξανά ο σοφιστής Πρωταγόρας σαν γνήσιος μαθητής του ατομικού-φυσικού φιλοσόφου Δημόκριτου μας υπενθυμίζει: «Περί μεν Θεών ούκ έχω ειδέναι, ουθ’ως εισίν ουθ’ως ούκ εισίν ουθ’οποίοι τινές ιδέαν, πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ’αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου», (Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα. Ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά τα όσα εμποδίζουν να τους γνωρίζουμε: από τη μία το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής).

γ. Κοινωνική Ισότητα – Δικαιοσύνη

Επιπλέον οι Σοφιστές για την εποχή τους ήταν οι φορείς της διαμαρτυρίας και συνήγοροι της κοινωνικής δικαιοσύνης. Άσκησαν δριμύτατη κριτική σε όσους έκαναν ταξικές διακρίσεις και διακρίνονταν από ένα πνεύμα αντι-σωβινισμού που μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα στις μέρες μας. Σύγχρονος του Σωκράτη, ο ορθολογιστής σοφιστής Αντιφών δίνει ένα ορισμό της δικαιοσύνης που τον κατατάσσει στους οπαδούς του Θετού δικαίου, «Δικαιοσύνη ούκ τα της Πόλεως νόμιμα παραβαίνειν», (δικαιοσύνη είναι να μην παραβαίνει κανείς τους νόμους της πόλεως).

Η έννοια της δικαιοσύνης αποτελεί συνεχές πεδίο διαμάχης ανάμεσα στους φιλοσόφους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή της ακμής της Αθήνας δεν απολάμβαναν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως τα δημοκρατικά δικαιώματα, δηλαδή η έννοια του Πολίτη δεν αποδίδονταν σε όλους ανεξαιρέτως, η διάκριση αυτή γινόταν στους μέτοικους (ξένοι) και τις γυναίκες. Επίσης ανάμεσα στον πληθυσμό της Αθήνας περιλαμβανόταν και ένας τεράστιος αριθμός δούλων. Ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης για παράδειγμα θεωρούσε ότι υπάρχουν «φύσει δούλοι», άνθρωποι δηλαδή που γεννιούνται δούλοι, κάτι ανάρμοστο για ένα φιλόσοφο του μεγέθους του Αριστοτέλη. Οι σοφιστές και πάλι είναι οι πρώτοι που θέτουν ζητήματα ισότητας και σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Αντιφών τολμά να διατυπώσει στα μέσα του 5ου π.χ. αιώνα τη ρηξικέλευθη άποψη ότι «επεί φύσει πάντα πάντες ομοίως πεφύκαμεν και βάρβαροι και Έλληνες είναι», (Όλοι οι άνθρωποι είναι από τη φύση ίσοι και οι Έλληνες και οι βάρβαροι).

Αυτή η φράση είναι μέρος των Πάπυρων της Οξυρρύγχου (πρόκειται για μεγάλο αριθμό παπυρικών χειρογράφων που βρέθηκαν σε ανασκαφές μεταξύ 1895-1934) και ολόκληρο το κείμενο που βρέθηκε αναφέρει τα εξής: [Εκείνους που κατάγονται από πατέρες ευυπόληπτους τους σεβόμαστε και υποκλινόμαστε μπροστά τους, ενώ εκείνους που κατάγονται από ταπεινή οικογένεια ούτε τους σεβόμαστε ούτε υποκλινόμαστε μπροστά τους. Ως προς αυτό λοιπόν το πεδίο συμπεριφοράς μας, έχουμε γίνει βάρβαροι, απολίτιστοι, γιατί ως προς τη φυσική μας υπόσταση όλοι έχουμε φτιαχτεί από την ίδια φύση και οι Βάρβαροι και οι Έλληνες…ως προς τις φυσικές μας ιδιότητες ούτε οι βάρβαροι διαφέρουν σε τίποτε (για να θεωρούνται κατώτεροι) ούτε οι Έλληνες (για να θεωρούνται ανώτεροι), αφού αέρα αναπνέουμε όλοι με το στόμα και τη μύτη και τρώμε όλοι με τη βοήθεια των χεριών μας…]. Φαίνεται καθαρά ότι η δικαιοσύνη για την οποία πάλευαν οι Σοφιστές είχε και ταξικό χαραχτήρα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν αρκεί να σταματήσει η διάκριση ανάμεσα σε έλληνες και βαρβάρους, αλλά και ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς.

4. Αιδώς – Δίκη  (ο Μύθος της Δημοκρατίας)

Ο εχθρός της δημοκρατίας Πλάτων έτρεφε τέτοιο μένος για τους Σοφιστές, που δεν έχανε την ευκαιρία να τους γελοιοποιήσει μέσα στα έργα του. Ευτυχώς όμως μέσα από το έργα του καταφέραμε να αντλήσουμε εξαιρετικές πληροφορίες για το ήθος και την φιλοσοφία των σοφιστών γενικά καθώς και για τη λειτουργία της δημοκρατίας των Αθηνών. Σε ένα βιβλίο του που φέρει το όνομα του διάσημου σοφιστή περιγράφεται ο περίφημος «Μύθος του Πρωταγόρα» ή αλλιώς ο «Μύθος της Δημοκρατίας». Ο μύθος ξεκινάει με αφορμή την συζήτηση που έχει προηγηθεί ανάμεσα στο Σωκράτη και τον Πρωταγόρα σχετικά με τα επαγγέλματα και τις ειδικότητες στη σχέση τους με την πολιτική.

Ο Σωκράτης περιφρονώντας την δημοκρατική συνέλευση παρατηρεί ειρωνευόμενος ότι σχετικά με την κατασκευή στόλου οι Αθηναίοι συμβουλεύονται μια ειδική κατηγορία τεχνιτών: τους ναυπηγούς, αν πρόκειται για την κατασκευή ναών, συμβουλεύονται τους χτίστες, αν πρόκειται για την κατασκευή ασπίδων, τους σιδεράδες κ.ο.κ, όταν όμως πρόκειται να πάρουν σοβαρές πολιτικές αποφάσεις σε ουσιώδη θέματα διακυβέρνησης όλοι ανεξαιρέτως συμμετέχουν επί ίσους όρους και παίρνουν αποφάσεις ισότιμα ανεξάρτητα αν είναι σιδεράδες, χτίστες, γιατροί, έμποροι κ.λ.π. Αυτή η ειρωνεία του Σωκράτη χτυπά την καρδιά της Δημοκρατίας.

Ο Πρωταγόρας απάντησε στο Σωκράτη ότι όλοι έχουν δικαίωμα να έχουν γνώμη μέσα στη συνέλευση και άρχισε να του εξιστορεί ένα μύθο. Ο μύθος λοιπόν μας λέει ότι στην αρχή οι άνθρωποι ζούσαν μόνοι χωρίς κοινωνίες με αποτέλεσμα ο καθένας να κινδυνεύει και να πέφτει θύμα τόσο των φυσικών φαινομένων, όσο και των άγριων θηρίων. Κατά συνέπεια οι άνθρωποι, λόγω των δεινών συνθηκών, συνενώθηκαν για να εξασφαλίσουν την ζωή τους και ίδρυσαν πόλεις ώστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουν τους κοινούς εχθρούς τους. Επειδή όμως η Πολιτική τέχνη δεν είχε ακόμα ιδρυθεί, οι άνθρωποι άρχισαν να αλληλοσπαράσσονται και να αδικεί ο ένας τον άλλον, κοιτώντας ο καθένας ανάλογα με το συμφέρον του να επιβληθεί με τη βία στον συμπολίτη του. Οι άνθρωποι κόντευαν να αφανιστούν τελείως από προσώπου γης.

Επενέβη τότε ο Δίας, ο οποίος φοβούμενος ότι όλη αυτή η σύγκρουση θα οδηγήσει στην εξολόθρευση του ανθρώπινου γένους, έστειλε τον Ερμή πίσω στη γη με δύο δώρα: την Αιδώ και την Δίκη δύο έννοιες συνυφασμένες με την πολιτική τέχνη. Αιδώς είναι το ενδιαφέρον για την καλή γνώμη την άλλων (η αιδώς δεν έχει να κάνει με την ντροπή, όπως εσφαλμένα μας την έχουν μάθει στα σχολεία). Η έννοια έχει καθαρά κοινωνική και πολιτική σημασία. Είναι το αίσθημα ευθύνης απέναντι στα υπόλοιπα άτομα της κοινωνίας. Από την άλλη, Δίκη σημαίνει ο σεβασμός για τα δικαιώματα των άλλων, το αίσθημα δηλαδή ισότητας και δικαιοσύνης να ισχύει για όλους τους ανθρώπους χωρίς εξαιρέσεις.

Αυτά τα δύο θεμελιώδη δώρα λοιπόν θα έφερναν την κοινωνική αρμονία και θα συντελούσαν στην επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Ο Ερμής όμως πριν μοιράσει τα δύο αυτά δώρα ρώτησε τον Δία ποιοι θα είναι οι αποδέκτες τους. Θα είναι συγκεκριμένες ομάδες πολιτών, όπως οι γιατροί, οι τεχνίτες, οι ναυπηγοί κ.λ.π, όπως έκανε δηλαδή και με τις άλλες τέχνες παλιότερα; Και ο Δίας του απαντάει όχι: η Αιδώς και η Δίκη να μοιραστούν σε όλους το ίδιο. Όλοι να έχουν μερίδιο στην πολιτική τέχνη. Και τελειώνει με την εντολή ότι «όποιος δεν δεχτεί την αιδώ και την δίκη να πεθάνει σαν σκυλί». Με αυτό το μύθο ο Πρωταγόρας θέλει να διαβεβαιώσει τον Σωκράτη ότι η ανάμειξη με τα κοινά δεν αποτελεί προνόμιο κανενός, η πολιτική δεν είναι ειδικότητα, δεν είναι επάγγελμα, αλλά αποτελεί υπόθεση όλων και πρέπει όλοι να συμμετέχουν με λογική και δικαιοσύνη στα προβλήματα της κοινωνίας αλλιώς η Πόλις θα καταστραφεί.

5. Η φιλοσοφική διάκριση ΦΥΣΙΣ – ΝΟΜΟΣ

Σε άμεση συνέχεια και σχέση με τα παραπάνω έρχεται ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα που απασχόλησε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και ειδικότερα τους Σοφιστές. Το ζήτημα αυτό αφορά την διάκριση Φύσις – Νόμος. Εάν με τους προσωκρατικούς η επινόηση της έννοιας της φύσεως εγκαινιάζει της αρχή της φιλοσοφίας, η αντίθεση Φύσις – Νόμος σηματοδοτεί την ανάπτυξη της πολιτικής φιλοσοφίας. Τα ερωτήματα που σχετίζονται με την παραπάνω διάκριση έχουν να κάνουν με την Πόλη, πώς αυτή δημιουργήθηκε, γιατί υπάρχει, έχει κάποια φύσιν, δηλαδή κάποια κατάσταση που προσιδιάζει αποκλειστικά στη πόλη; Μπορεί να εξασφαλισθεί η συνοχή της Πόλεως καταφεύγοντας στη φύσιν ή στο Θεό; Ο προσωκρατικός Αρχέλαος πρώτος μας λέει « το δίκαιον και το αισχρόν ου φύσει αλλά νόμω», ( το δίκαιο και το κακό δεν κρίνεται με βάση την φύση αλλά τον νόμο).

Στο ίδιο πνεύμα ο Πρωταγόρας θα πει ότι το δίκαιο δεν υπάρχει φύσει (από την φύση δοσμένο), ούτε έχει κάποια ουσία καθ’ αυτή, αλήθεια είναι η κοινή δόξα της πόλης, δηλαδή η γνώμη που έχει σχηματίσει μόνο εκείνη και για όσο χρόνο κρίνει σωστό. Αυτή η σκέψη είναι άμεση συνέχεια του πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος. Ο άλλος σοφιστής Θρασύμαχος επίσης διαπιστώνει την κοινωνική διάσταση του νόμου όταν λέει ότι οι νόμοι εκφράζουν τα συμφέροντα των ισχυρών. Ο Αντιφών και ο Ιππίας με βάση αυτή την συζήτηση εισάγουν την δύναμη του νόμου για να επεκτείνουν την ισότητα και στα άλλα στρώματα της κοινωνίας. Επομένως με τους Σοφιστές Μέτρο της κοινωνίας γίνεται ο άνθρωπος και νόμος η δόξα (γνώμη) του.

Ας αναλύσουμε όμως περαιτέρω αυτή την διάκριση. Η λέξη νόμος έχει την έννοια της ιστορικής δημιουργίας, της ανθρώπινης δυνατότητας να οριστεί τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Έτσι ο νόμος περιλαμβάνει μια σχετικότητα καθώς το νόημα του μεταβάλλεται ανάλογα με τις αποφάσεις του ανθρώπου. Αντίθετα η έννοια Φύσις έχει την έννοια της ακίνητης Ουσίας, μιας ουσίας a-priori (εξαρχής δοσμένης). Η ουσία αυτή αποκτά θεϊκή σημασία, η οποία καθορίζει το πεπρωμένο της κοινωνίας και των ανθρώπων, κάτι που οι αρχαίοι Έλληνες δεν δέχονταν εύκολα. Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν ότι ο νόμος δεν είναι φύσει, ενώ η φύσις είναι νόμω. Η ανάλυση αυτή είναι απόρροια της αντίληψης ότι η κοινωνία, οι θεσμοί, οι νόμοι αποτελούν συμβάσεις και δεν υπάρχουν φύσει, δεν αποτελούν “δώρα της φύσης ή του θεού”, αναγνωρίζεται δηλαδή η δύναμη της κοινωνικο – ιστορικής δημιουργίας μέσα στα πλαίσια μιας δημοκρατίας.

Ακόμα και ο άνθρωπος δεν έχει κάποια φύσιν προκαθορισμένη, ούτε κάποιο προκαθορισμένο τέλος (τελεολογία), αλλά αυτό-δημιουργείται συνεχώς εντός της κοινωνίας και της ιστορίας. Επίσης η φιλοσοφική – οντολογική διάσταση έχει ως εξής: αν ο κόσμος είναι φύσει (ή θεός), έργο της σκέψης είναι η ανακάλυψη αυτής της αναλλοίωτης ουσίας και τότε τα πάντα εξαρτώνται από αυτή την ουσία. Αν από την άλλη ο κόσμος είναι νόμω, τότε η ατομική και συλλογική βούληση των ανθρώπων, το ποιείν και το πράττειν τους, είναι αυτό που κάθε φορά διαμορφώνει, ύστερα από έλλογη συζήτηση και ελεύθερο στοχασμό, τους θεσμούς και τους νόμους μια δημοκρατικής Πόλεως. Η αντίθεση φύσις – νόμος συνδέεται άμεσα και με το “αλήθεια- δόξα”, όπως και με το “είναι – φαίνεσθαι”’. Όλα αυτά μαζί είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν την φιλοσοφία τους επόμενους αιώνες και θα καθορίσουν το μέλλον της.

Επίλογος

Είδαμε λοιπόν σε αυτή την σύντομη ανάλυση την σπουδαιότητα της Σοφιστικής τέχνης, θίξαμε όμως μόνο το πυρήνα της σκέψης τους, Παρά την έλλειψη πληροφοριών για αυτούς, μπορούμε να συμπεράνουμε την ριζοσπαστικότητα της σκέψης τους, το βαθύ δημοκρατικό χαρακτήρα τους, της αγάπη τους για τον άνθρωπο και τις δυνατότητες του, καθώς και τον αγώνα τους για την ανάδειξη της παιδείας στην διαμόρφωση του ατόμου. Επίσης η επαναστατικότητά τους είναι έκδηλη σε μια εποχή όπου κυριαρχούσε έντονα το μυθικό στοιχείο. Η προσφορά τους στο χώρο της φιλοσοφίας, αν και παραμελημένη, παραμένει ανεκτίμητη.

Σημειώσεις:

α) Όλα τα βιβλία των σοφιστών ή του Ζήνωνα , Επίκουρου, Ηράκλειτου, Δημόκριτου κλπ έχουν καταστραφεί η καεί, έχουμε όμως σχεδόν τα άπαντα του Πλάτωνα , Αριστοτέλη και λιπών απολογητών της κυριαρχίας. Αναρωτιέμαι , μήπως υπήρξε κάποια συνωμοσία για να καταστραφούν αυτά τα βιβλία από τους επικυρίαρχους του τότε και κατ έκταση όλων των εποχών;

β) Δείτε επίσης και την μεγαρική σχολή της λογικής και της εριστικής

Η Μεγαρική Φιλοσοφική Σχολή

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

1. W.K.C. Guthrie: « Οι Σοφιστές», εκδ. ΜΙΕΤ
2. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος: «Η αρχαία Σοφιστική – Τα σωζόμενα αποσπάσματα», εκδ. ΓΝΩΣΗ
3. Γ. Οικονόμου: «Η άμεση Δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη», κεφ. 3-4 (Φύσει-Νόμω), εκδ. Παπαζήση
4. Βασίλειος Κύρκος: «Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός & Σοφιστική», εκδ. Παπαδήμας
5. I.F.Stone: «Η δίκη του Σωκράτη», κεφ. 2-3, εκδ. Α.Α. Λιβάνη
6. Κορνήλιος Καστοριάδης: «Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα – Η πόλη και οι Νόμοι» Τόμος β΄, εκδ. Κριτική
7. Κορνήλιος Καστοριάδης: «Η αρχαία ελληνική Δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», εκδ. Ύψιλον

Διαβάστε:

Οι πνευματικοί και ταξικοί μας πρόγονοι (Μέρος τρίτο):

Περί της Πόλεως και του Πληβειακού Κοινωνικού Χώρου

* Βλ. Ηροδότου Ιστορίαι, Γ ‘, 68-83.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 09 Μαΐου 2018 18:07

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση