Κυριακή, 22 Απριλίου 2018 20:51

Νοσταλγία για μια χαμένη μεσογειακή οικουμενικότητα, του Βασίλη Κάλφα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ets112Τι είναι αυτό το άγνωστο βιβλίο - Ο δρόμος του λόγου ή Τα μυστικά της φιλοσοφίας της Ανατολής - του παντελώς άγνωστου συγγραφέα; Και όμως, «είναι το πιο ιδιαίτερο έργο που έχει ποτέ γνωρίσει η φιλοσοφία σε όλη την ιστορία της», μας πληροφορεί μια σύγχρονη αυθεντία στη μεσαιωνική φιλοσοφία (Allain de Libera, La philosophie médiévale, 2η έκδοση, PUF, Παρίσι 2014, σ. 155). Χάρη στο φιλέρευνο πάθος του Παύλου Καλλιγά, έχουμε στα χέρια μας ένα εκπληκτικό βιβλίο, που γίνεται ακόμη πιο γοητευτικό καθώς μας παρασύρει στις δαιδαλώδεις διαδρομές ενός εκλεπτυσμένου πνευματικού πολιτισμού, που δυστυχώς αγνοούμε.

Ο Ιμπν Τουφάυλ (Abubaker, στο εκλατινισμένο του όνομα) δεν περιλαμβάνεται στις μεγάλες μορφές της αραβικής φιλοσοφίας. Εμεινε ως ο συγγραφέας ενός μόνο βιβλίου, του αλλόκοτου Χάυυ, που στην Ευρώπη έγινε γνωστό ως Philosophus Autodidactus. Γεννημένος στις αρχές του 12ου αιώνα στην Ανδαλουσία, απέκτησε μια θέση με υψηλό κύρος στο Μαρακές του σημερινού Μαρόκου, όταν η δυναστεία των Βερβέρων Αλμοχαδών κυριάρχησε στην αραβοκρατούμενη Ισπανία και στο Μαγκρέμπ.

Αν γνωρίζουμε κάτι για την Ισπανία του 12ου αιώνα, είναι το μεγάλο κύμα των μεταφράσεων από τα αραβικά στα λατινικά ενός μεγάλου μέρους της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής και επιστημονικής γραμματείας, που πραγματοποιήθηκαν με επίκεντρο το προσφάτως καταληφθέν από τους χριστιανούς Τολέδο ύστερα από 5 αιώνες αραβικής κυριαρχίας.

Οι ιστορικοί μάλιστα του Μεσαίωνα μιλούν συχνά για την «αναγέννηση του 12ου αιώνα», που άλλαξε την εικόνα της λατινικής Δύσης. Η αφύπνιση ωστόσο της Δύσης δεν σημαίνει και την αυτόματη κατάρρευση του αραβικού πολιτισμού. Οι Αραβες θα μείνουν άλλωστε στην Ιβηρική χερσόνησο 4 ακόμη αιώνες μετά την πτώση του Τολέδο και, τουλάχιστον στα χρόνια του Τουφάυλ, εξακολουθούν να αισθάνονται απείρως πιο καλλιεργημένοι από τους Ευρωπαίους γείτονές τους. Και δικαίως, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Τουφάυλ έχει δάσκαλο τον Ιμπν Μπάτζα (τον Avempace των Λατίνων) και συνυπάρχει στην ίδια περιοχή με τον ελαφρώς νεότερο Αβερρόη (1126-1198) και τον Εβραίο φιλόσοφο Μαϊμονίδη (1135-1204).

Ο Δρόμος του λόγου δεν μοιάζει με κανένα άλλο βιβλίο. Κινείται στον ενδιάμεσο χώρο της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας, ενώ τυπικά ανήκει στην επιστολική γραμματεία: ο συγγραφέας του συντάσσει μια επιστολή προς έναν φίλο με σκοπό να του αποκαλύψει «τα μυστικά της φιλοσοφίας της Ανατολής» (σ. 47).

Η «φιλοσοφία της Ανατολής» συνδέεται ρητώς με το έργο του Αβικέννα (980-1037), του μεγαλύτερο Αραβα φιλοσόφου, ενώ στην πορεία αντιλαμβανόμαστε ότι συμπεριλαμβάνει και δόγματα του σουφισμού, μιας αντιφιλοσοφικής σέχτας που είχε επίσης αναπτυχθεί τον 11ο αιώνα στην ανατολική αραβική επικράτεια. Ο Τουφάυλ επικαλείται λοιπόν τον μυστικισμό των φιλοσόφων της Ανατολής για να υπερβεί τον αριστοτελισμό του κοσμικού δασκάλου του Avempace, αλλά και του παλαιότερου Φαράμπι (870-950) ή του νεοεμφανιζόμενου Αβερρόη, έναν αριστοτελισμό που ο ίδιος θεωρεί ρηχό.

ets111Ο Τουφάυλ ωστόσο δεν γράφει μια τυπική φιλοσοφική πραγματεία. Επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του Χάυυ, ενός παιδιού που εγκαταλείφθηκε μόλις γεννήθηκε σε ένα έρημο νησί, μακριά από κάθε ανθρώπινη επαφή – ενδέχεται μάλιστα και να «φύτρωσε» μόνο του εκεί (σ. 67), αφού η «αυτόματη γένεσις» ήταν έως τον 16ο αιώνα ένα αποδεκτό φυσικό φαινόμενο.

Ο Χάυυ θα υιοθετηθεί από μια ελαφίνα και θα καταφέρει να επιβιώσει αναπτύσσοντας άμυνες απέναντι στο εχθρικό περιβάλλον, ενώ γρήγορα θα αντιληφθεί τις ανώτερες πνευματικές του δυνάμεις και τις δυνατότητες που του δίνει η ανθρώπινη φυσιολογία. Η επιβίωση δεν θα είναι όμως ο σκοπός του Χάυυ.

Με το ερευνητικό του πνεύμα, σε ένα κλίμα απόλυτου και αναγκαστικού εμπειρισμού, αφού του λείπει κάθε παραδεδομένη γνώση και η ίδια η γλώσσα, θα καταφέρει βαθμιαία να συλλάβει και να ερμηνεύσει όλες τις πλευρές της φυσικής πραγματικότητας - ακόμη και τη δομή του ουρανού, το φαινόμενο της ζωής και τη δική του ψυχοσύνθεση. Οι εξηγήσεις του είναι πλήρως συμβατές με το αριστοτελικό κοσμοείδωλο, και έτσι στα 35 του χρόνια ο Χάυυ θα είναι πλέον ένας εμβριθής αριστοτελικός φιλόσοφος.

Δεν του αρκεί όμως αυτό. Ακόμη και ο αυτάρκης «θεωρητικός βίος» του Αριστοτέλη, η σύλληψη του αριστοτελικού θεού και η ένωση του φιλοσόφου με τον αθάνατο «ενεργητικό νου» φαίνονται λίγα στον Χάυυ. Ετσι τα επόμενα 15 χρόνια θα επιζητήσει και θα κατακτήσει τη μυστικιστική έκσταση, που υπερβαίνει τον Λόγο, όπου ο άνθρωπος με την πολυετή άσκηση γίνεται καθρέφτης του Θεού, αποδεσμεύεται από κάθε υλικότητα και απολαμβάνει μια «ερωτική σχέση με την Αλήθεια» και μια υπέρτατη χαρά (σ. 53).

Η μυστικιστική αυτή εμπειρία, όπως δηλώνουν όλοι οι μύστες, δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια, ωστόσο ο Δρόμος του λόγου είναι ίσως το βιβλίο που μας λέει τα περισσότερα. Ο Αριστοτέλης θα συναντηθεί στο έργο του Τουφάυλ με τον νεοπλατωνισμό και τον αραβικό μυστικισμό.

Κάποια στιγμή ένας απρόσμενος επισκέπτης στο νησί θα συνδεθεί φιλικά με τον Χάυυ, θα του διδάξει τη γλώσσα και θα τον παρασύρει σε ένα σύντομο πέρασμα από την οργανωμένη κοινωνία. Η συνύπαρξη ωστόσο της φιλοσοφίας με την κοινωνία των ανθρώπων και τις αξίες της, συνεπώς και με την επίσημη θρησκεία του Ισλάμ, δεν θα καρποφορήσει. Οι δύο φίλοι θα αφήσουν τους ανθρώπους να ασκούν μια επιφανειακή λατρεία, η οποία ωστόσο δεν απορρίπτεται, και θα επιστρέψουν στη μόνωση του νησιού τους και στην έκσταση.

Ο Χάυυ δεν φαίνεται να άσκησε ιδιαίτερη επίδραση στους Αραβες λογίους. Βρήκε όμως παραδόξως μια σημαντική θέση στη ευρωπαϊκή σκέψη και στον Διαφωτισμό. Μεταφρασμένο από τον 15ο αιώνα στα λατινικά και τον 17ο αιώνα στα αγγλικά, διαβάστηκε πολύ, επηρέασε τον Λοκ και τον Ρουσό, ενώ ανιχνεύεται πίσω από τον Ροβινσώνα Κρούσο του Ντεφόε και το Βιβλίο της Ζούγκλας του Κίπλινγκ.

Ο Παύλος Καλλιγάς μάς προσέφερε μια ακόμη υποδειγματική εργασία, στο περιθώριο της ολοκλήρωσης των Απάντων του Πλωτίνου. Το μεταφρασμένο κείμενο διαβάζεται απνευστί, η μετάφραση όμως πλαισιώνεται και από το κατάλληλο υλικό, ώστε να παίζει και τον ρόλο μιας εισαγωγής στην αραβική φιλοσοφία και στις ελληνικές πηγές της. Αν ο στόχος του ήταν, όπως ο ίδιος λέει, να μας γεννήσει «και ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια χαμένη πια μεσογειακή οικουμενικότητα» (σ. 12), να είναι σίγουρος ότι το κατάφερε.

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018 11:45
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση