Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017 19:40

Δυο ποιήματα του Λεύκιου, ενός ποιητή του γλεντιού και της καύλας

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ο φίλος μου είναι ένα λαϊκό παιδί.

 Αύριο θα πάει να δώσει λόγο.

 Δε θέλει και πολύ δεσμεύσεις αυτός

 αρραβώνες και γάμους

αλλά έμπλεξε.

 

 

Αύριο πάει στο σπίτι της κοπέλας του που πεθαίνει για κάτι τέτοια

 για κάτι τέτοια ζει.

 Αλλά απόψε θα ’ρθει να με πάρει με τ’ αμάξι

 θα πάμε μπουζούκια

Παντελίδη – Πάολα θα με πάει

 κι εκεί, στην καύλα της πίστας

 πάλι θα μου πει πως με γουστάρει

πως τ’ αρέσει ν’ αλητεύει μαζί μου

 πως μόνο μαζί μου νιώθει αλάνι

και στο τρίτο ή τέταρτο ποτήρι

 μπορεί να ξεκουμπωθεί

 και να μου σκάσει ένα φιλί  

και να με πει καριόλα του και πουτάνα του

 κι εγώ θα του πω μ’ αρέσει να ’μαι η γκόμενά του

 κι ας πάει αύριο να λογοδοθεί.

Εγώ το ξέρω

πως και να την παντρευτεί

 πάλι θα ’ρχεται κρυφά με τ’ αμάξι  

να με πηγαίνει στα κέντρα

 όχι πρώτο τραπέζι πίστα

αλλά πίσω εκεί στο μπαρ

 που τα πουκάμισα και τα κορμιά

 ξεκουμπώνονται πιο εύκολα.

 Κι ούτε λογοδοσίματα, ούτ’ αρραβώνες, ούτε γάμοι.

 Μόνο καύλα.

 ...............................................................................................................................................................................

Στο πρακτορείο

Πιάσαμε κουβέντα στο ταμείο και κάτσαμε να πιούμε έναν καφέ ώσπου να φύγουν τα λεωφορεία μας.

Απ’ το λίγο που τον είδα κι απ’ τα πρώτα λόγια του είπα: να ένας ιδανικός αναγνώστης μου!

Ας του δώσω λίγα κείμενά μου που έχω πάντα στην τσάντα μου γι’ αυτές τις περιπτώσεις.

Για τέτοιους ανθρώπους γράφω τέτοιοι θέλω και να με διαβάζουν.

Όσο πίναμε καφέ, μου είπε τη ζωή του.

Είμαι είκοσι χρονώ.

Μένω στο χωριό με τη μάνα και τ’ αδέρφια μου.

Έβγαλα το Γυμνάσιο, και μετά δουλειά.

Οικοδομή, χωράφια, ό, τι βρω.

Παίζω και μπάλα σε ομάδα – κάτι βγάζω κι από κει.

Ο πατέρας μου συχωρέθηκε νωρίς.

Πηγαίναμε να παρουσιαστώ στο στρατό, δεν αισθανόταν καλά, γυρίσαμε πίσω.

Το ίδιο βράδι πέθανε.

Σαράντα χρονώ, από καρδιά.

Μου δώσαν αναβολή.

Θα με πάρουν όπου να `ναι, αλλά θα υπηρετήσω λίγο γιατί είμαι προστάτης.

Τώρα πάω να βρω ένα ξαδερφάκι μου, που πουλάει είδη ρουχισμού σε πανηγύρια, να δουλέψω κι εκεί.

Στο σάκο έχω τα ρούχα μου, στη σακούλα το μαξιλάρι, το σεντόνι και μια λινή κουβέρτα, γιατί κοιμόμαστε εκεί, στο παζάρι, να φυλάμε και το εμπόρευμα. Πέρασε η ώρα, πλήρωσα τους καφέδες, φύγαμε.

Ξέχασα εντελώς να του αφήσω τα στιχάκια μου. 

Πατώντας  εδώ  θα σας παρουσιαστεί μία συνέντευξη που παραχώρησε ο Λεύκιος στον M.Hulot

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017 20:04

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση