Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017 19:59

Λαθρεπιβάτες του σινεμά, από το βιβλίο του Βαγγέλη Σιαφάκα, "Με μια χιλιάρα καβασάκι"

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Δίπλα από τον «Έσπερο», το θερινό σινεμά στην καρδιά της πόλης, υπήρχε ένα κατηφορικό δρομάκι. Τι κι αν οδηγούσε στον κεντρικό δρόμο, της ΔωδώνηςΜες στη λασπουριά ήτανε, χειμώνα καλοκαίρι. Εκεί, ξεχασμένη από την εποχή που οι Τούρκοι ήταν ακόμη στα Γιάννενα, κατηφόριζε και μια μισογκρεμισμένη μάντρα, χορταριασμένη κι ετοιμόρροπη. Από τη ράχη της, μπορούσε να δει κανείς πάνω απ’ τη μισή οθόνη του «Έσπερου».

 

 

Σε αυτήν σκαρφάλωνε ο Γιούρκας, γδέρνοντας τα γόνατά του, που είχαν αποκτήσει μόνιμα κάτι καύκαλα ξεραμένου αίματος. Φτωχόπαιδο ήταν. Πού να βρει λεφτά για εισιτήριο; Όπως δεν βρήκε εισιτήριο για να φτάσει στα ρετιρέ της Ζωσιμαίας Σχολής κι έβγαλε όλο το δημοτικό στο Καπλάνειο, το λαϊκό σχολείο της πόλης. «Δε βαριέσαι, κι ο Καπλάνης ευεργέτης ήταν», άκουσε τον πατέρα του να λέει στη μάνα του, που το ’χε καημό που δεν πήραν τον Γιούρκα στη Ζωσιμαία.

Από το σπίτι του Γιούρκα, το Καπλάνειο ήταν πιο μακριά απ’ ό,τι το Ελισαβέτειο, αλλά εκεί αποφάσισαν να τον γράψουν, εκεί πήγε. Με κοντό παντελονάκι. Δυο είχε όλα κι όλα. Το παλιό με δυο μπαλώματα, κι ένα γιορτινό που δεν του το βάζανε ούτε στις γιορτές. Στα χαρτιά τον έγραφαν Γεώργιος, αλλά όλοι Γιούρκα τον έλεγαν. Το Γεώργιος το άκουγε μόνο όταν διάβαζαν τον κατάλογο των μαθητών στο Καπλάνειο.

-        Γιούρκα, τράβα με. Θα φύγει η πέτρα που πατάω, του είπε ένας φίλος του που προσπαθούσε να φτάσει στην κορυφή της ξερολιθιάς.

Ο Γιούρκας, που σκαρφάλωνε σαν κατσίκι, καβαλίκεψε τη μάντρα και τον τράβηξε με δύναμη. Ήδη τα φώτα είχαν σβήσει στον «Έσπερο» και στην οθόνη, στη μισή οθόνη που βλέπανε, έπαιζαν τα «Επίκαιρα». Του άρεσαν και τα «Επίκαιρα». Περισσότερο του άρεσε η φωνή του εκφωνητή. Του θύμιζε τη φωνή του δασκάλου του, χωρίς όμως να είναι τόσο αυστηρή. Είχε μια μελωδία κι ένα ρυθμό που τον συγκινούσε. Του άρεσε να βλέπει «Επίκαιρα», όση ώρα κρατούσε η αναμονή για ν’ αρχίσει η ταινία.

Τη μάντρα την ανακάλυψε τυχαία. Κατουριόταν ένα βράδυ και κατηφόρισε από τη Δωδώνης στον σκοτεινό χωματόδρομο. Εκεί είδε τους σκαρφαλωμένους τζαμπατζήδες να κρέμονται σαν τσαμπιά από σταφύλι. Όταν είχε ελληνικές ταινίες, ήταν σιωπηλοί για ν’ ακούνε, όταν έπαιζε ξένες το διασκέδαζαν, αφού δεν έβλεπαν τους υπότιτλους και φώναζαν «Χασάπη, γράμματα».

Αυτή η μάντρα, αυτό το σκαρφάλωμα, αυτή η απαγορευμένη παρακολούθηση ήταν που τον έκαναν ν’ αγαπήσει το σινεμά. Παρακαλούσε τον πατέρα του να τους πάει μια φορά μέσα στον «Έσπερο». Λέγε λέγε τα κατάφερε. Ήταν Κυριακή, μια Κυριακή του Αυγούστου, και στην πόλη δεν έβρεχε. Η μάνα του του φόρεσε το γιορτινό παντελονάκι, χτένισε κι έκανε κοτσίδες τα μαλλιά της αδελφής του, φόρεσε κι αυτή ένα φουστάνι που είχε αγοράσει από τον Καμινάρη με δόσεις, τάλιρο τάλιρο κάθε βδομάδα το ξεχρέωνε, κι ανέβηκαν στον  «Έσπερο».

Θυμάται που είδε τον πατέρα του να κάθεται στο καφενείο, δίπλα στο σινεμά. Σηκώθηκε και πήγε να βγάλει εισιτήρια. Δύο κανονικά και δύο παιδικά. Κοίταξε τις φωτογραφίες κάτω από το ΣΗΜΕΡΟΝ, χάζεψε και τις άλλες, κάτω από το ΑΥΡΙΟΝ, και για πρώτη φορά διάβηκε τη μεγάλη πόρτα. Ποτέ δεν είχε δει πώς ήταν ο «Έσπερος» από μέσα. Από τη μάντρα μόνο η μισή οθόνη φαινόταν. Άκουγε τα γέλια των θεατών, αλλά δεν είχε δει πού κάθονταν.

Μπαίνοντας, είδε πως ήτα σε δύο επίπεδα. Στο πάνω, είχε πράσινα στρογγυλά τραπεζάκια και γύρω τους κάτι πάνινες καρέκλες. «Σαν καφενείο είναι», σκέφτηκε ο Γιούρκας. Το σινεμά είχε μια κατηφορική κλίση κι είτε απ’ τα πλάγια, είτε από κάτι σκαλάκια στη μέση του πάνω διαζώματος με τα τραπεζάκια, κατέβαινες, κι εκεί υπήρχαν σειρές καλά στοιχισμένες, με πάνινες καρέκλες. Πολυθρόνες σκηνοθέτη έμαθε, έπειτα από χρόνια, πως τις λέγανε.

Πρόλαβαν, είχαν πάει και μια ώρα πριν αρχίσει το έργο, βρήκαν ένα τραπεζάκι και στρογγυλοκάθισαν. Ήρθε το γκαρσόνι. Δύο πορτοκαλάδες, μία μπίρα και, αφού κοίταξε για να πάρει την έγκριση του πατέρα, κι έναν μπακλαβά. Ο Γιούρκας γύρισε να δει αν βλέπει τους απέξω, πάνω στη μάντρα. Δεν έβλεπε τίποτα. Τα φώτα κάποια στιγμή, που, μέχρι να φτάσει, του φάνηκε αιωνιότητα, έσβησαν. Φάνηκε μια τρεμάμενη εικόνα, που ήταν λες και κάποιος να την είχε γδάρει, που έγραφε ΠΡΟΣΕΧΩΣ. Ένα πολεμικό ήταν το ΠΡΟΣΕΧΩΣ, που κάποιοι Γιαπωνέζοι έδερναν συνέχεια κάτι λευκούς, ξανθούς στρατιώτες: Η γέφυρα του ποταμού Κβάι.

Κάποτε, φάνηκαν και τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ. «Η τελετή των γάμων της πριγκιπίσσης Σοφίας και του διαδόχου του ισπανικού θρόνου, πρίγκιπος Χουάν Κάρλος, ετελέσθη εις τας Αθήνας…» κι από πίσω, «ο αστροναύτης Σκοτ Κάρπεντερ, που πραγματοποίησε τρεις περιστροφάς εις την τροχιάν της Γης, εντός του θαλαμίσκου Ωρώρα 7» κι ύστερα γκολ, πολλά γκολ «από το Παγκόσμιον Ποδόσφαιρον εις την Χιλήν». Ο Γιούρκας είχε χαθεί στον κόσμο της ενημέρωσης, όταν από τα  μεγάφωνα ακούστηκε μια δυνατή φωνή με χωριάτικη προφορά. «Παρακαλούνται οι θεατές να μην καταλαμβάνουν τις διπλανές κενές θέσεις τους, με διάφορα αντικείμενα» κι όλα αυτά πάνω απ’ τη φωνή του εκφωνητή των «Επικαίρων».

Στην πόλη, είχε νυχτώσει πια για τα καλά. Τον Γιούρκα τον είχε σχεδόν καταπιεί η οθόνη, που τώρα ήταν πιο φωτεινή. Τα σιρόπια από τον μπακλαβά έτρεχαν στα πόδια του και στο γιορτινό, κοντό παντελονάκι, αλλά δεν ασχολήθηκε ούτε δευτερόλεπτο μ’ αυτό, θα το έπλενε η μάνα του. Είχαν αρχίσει τα «γράμματα». Δουλειές του ποδαριού, με τον Θανάση Βέγγο και τον Φραγκίσκο Μανέλλη. Δεν προλάβαινε να τα διαβάσει, γιατί έτρεχαν γρήγορα. Πρόλαβε μόνο να δει: Τραγούδι, Λάουρα. Παραγωγή, Φίνος Φιλμ. Σκηνοθεσία Στέλιος Τατασόπουλος. Το μόνο που κατάλαβε ήταν ότι θα τραγουδούσε κάποια Λάουρα.

Κι ύστερα, άρχισε να βλέπει. Να βλέπει και να ξεκαρδίζεται με τους δυο πρωταγωνιστές που είχαν, λέει, ανακαλύψει το φάρμακο για την τριχόπτωση, το οποίο, όμως, έκανε να χάνουν τα μαλλιά τους κι αυτοί που είχαν. Όλοι στο σινεμά ξέσπαγαν σε χαχανητά κατά κύματα, όταν ο Μανέλλης κι ο Βέγγος έτρεχαν να γλιτώσουν. Τους κυνηγούσε όλος ο κόσμος. Η φάτσα του Μανέλλη αρκούσε για να κάνει τον Γιούρκα να λιγώνεται. Αισθανόταν τη φούσκα του να τον πιέζει, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Σιγά μην πάει για κατούρημα και χάσει την ταινία.

Όλα όμως έχουν και τα όριά τους. Κι όταν ο Μανέλλης άρχισε να κοπανάει τα ρολόγια σ’ ένα γουδί, δεν άντεξε. Ο Βέγγος για να γλιτώσει τα ρολόγια τους από αυτούς που είχαν χρηματοδοτήσει το φάρμακο, του τα είχε δώσει: «Παρ’ τα και κοπάνα τη», του είπε, κι αυτός τα κοπάναγε στο γουδί. Δεν άντεξε κι αισθάνθηκε να τρέχουν τα κάτουρα στα πόδια του, που κόλλαγαν από τα σιρόπια. Η μάνα του κάτι ψυλλιάστηκε. Γύρισε και τον είδε κατουρημένο, να συνεχίζει να ξεκαρδίζεται. Τον τράβηξε από τ’ αυτί, τον σήκωσε άρον άρον και τον έσυρε στις τουαλέτες. Του άστραψε δυο χαστούκια κι άρχισε να τον πλένει μ’ ένα βρεγμένο μαντίλι… Ούτε που θυμόταν τι του έλεγε. Ούτε την άκουγε δηλαδή. Τ’ αυτιά του ήταν τεντωμένα ν’ ακούσει τι έλεγαν στην ταινία και δεν τα κατάφερνε, γιατί τον εμπόδιζαν τα γέλια των άλλων.

* * *

- Και κατουρήθηκες την πρώτη φορά που πήγες σινεμά; Τον ρώτησε η Μαρί.

- Έχουν περάσει τόσα χρόνια και ακόμα να ξεχάσω τη φάτσα του Μανέλλη.

- Καλά, τη Λάουρα πρόλαβες να τη δεις τουλάχιστον να τραγουδάει;

- Βέβαια, δυο τραγούδια. Δεν τα θυμάμαι ποια ήταν, αλλά θυμάμαι το μαύρο φόρεμα με ντεκολτέ και μεγάλο φουρό και μετά το άλλο που ήταν λαμέ, λαμπύριζε ολόκληρο, μ’ ένα σκίσιμο μέχρι τη μέση κι όλο το μπούστο έξω. Τσιγγάνα ήταν η Λάουρα;

- Τι μου λες, ρε παιδί μου; Σιγά μην ξέρω ’γω ποια ήταν η Λάουρα. Ούτε που είχα γεννηθεί.

- Δεν το γκουγκλάρεις να τη δούμε;

- Άλλη όρεξη δεν είχα τώρα, να ψάχνω για τα μπούτια της Λάουρας.

Ο Γιούρκας επέμεινε. Ούτε της είπε πως αυτό το κατούρημα ήταν που τον έκανε να καταλάβει πόσο λάτρευε το σινεμά. Γιατί δεν το αγαπούσε. Το λάτρευε.

-        Όλα αυτά μου θυμίζουν το Σινεμά ο Παράδεισος, είπε εκείνη.

-        Θέλω να δω το Μπλόου Απ, του Αντονιόνι, της είπε, χωρίς να καταλάβει πως έκανε ένα νοητικό άλμα. Πως η Μαρί δεν θα μπορούσε με τίποτα να καταλάβει το συνειρμό.

-        Πώς σου ‘ρθε τώρα; Σιγά μην υπάρχει αυτή τη ταινία σε βιντεοκλάμπ.

-        Να την παραγγείλουμε. Θέλω να τη δω, είπε κι άρχισε να σκαλίζει το Amazon.

Τον άφησε να ψάχνει. «Τι διάολο ήθελε να δει; Τι κόλλημα έφαγε ξαφνικά;» αναρωτήθηκε η Μαρί, που σηκώθηκε από τον καναπέ, τράβηξε πίσω τα μακριά, μαύρα μαλλιά της και βγήκε στη βεράντα να καπνίσει.

«Κοίτα, Γιούρκα, ο Αντονιόνι άργησε ν’ αναγνωριστεί. Ήταν ο μετρ της αρχιτεκτονικής κινηματογραφικής γραφής. Κι ο συμβολικός του λόγος τσακίζει κόκαλα». Θυμόταν, μία μία, τις κουβέντες του καθηγητή του των Τεχνικών, Παύλου Βρέλλη. Στο «Παλλάδιον», ένα από τα χειμερινά σινεμά της πόλης, η ταινία είχε προβληθεί μεσοβδόμαδα, που δεν επιτρεπόταν στους μαθητές να πηγαίνουν κινηματογράφο. Είχε πάει να τη δει στα κρυφά ο Γιούρκας.

Τον είχε δει –τι ατυχία κι αυτή!- ο καθηγητής Παύλος Βρέλλης. Την άλλη μέρα τον έπιασε σ’ ένα διάλειμμα.

Περίμενε την καμπάνα, όμως ο Βρέλλης άλλα του έλεγε. Για τον Αντονιόνι του μίλαγε, για την ταινία, το Μπλόου Απ. Του Γιούρκα του φάνηκε σαν να είχε ενηλικιωθεί. Δεν ήταν απλά ένας μαθητής της Γ΄ γυμνασίου στη Ζωσιμαία Σχολή (στο γυμνάσιο είχε καταφέρει να τον χώσει με κάποιο μέσον της πυρκαγιάς ο πατέρας του), αλλά κάποιος άξιος να μιλάει για την έβδομη τέχνη. Τι να μιλάει δηλαδή. Κάτι σκόρπιες ερωτήσεις έκανε, αλλά άκουγε εκστασιασμένος.

-        Ο Αντονιόνι παίζει ανάμεσα στα συγκεχυμένα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Είναι αδυσώπητος και τρυφερός. Ο ήρωάς του, ο φωτογράφος, θέλει να κλείσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες φρίκης από πολέμους και δυστυχίες, με μια φωτογραφία ελπίδας.

-        Το ζευγάρι που φιλιέται στο πάκο, κύριε Βρέλλη. Αυτό νομίζει πως είναι η ελπίδα; Ένα φιλί;

-        Έτσι νόμιζε. Αλλά κάτι δεν του πήγαινε καλά κι άρχισε να μεγεθύνει συνεχώς τη φωτογραφία, μέχρι που, πίσω από ένα θάμνο διαπίστωσε πως είχε φωτογραφίσει ένα χέρι μ’ ένα πιστόλι κι ένα πτώμα, που είχε στη συνέχεια εξαφανιστεί. Κάποιος είχε σκοτώσει…

Το κουδούνι λήξης του διαλείμματος χτύπησε όταν ο καθηγητής Παύλος Βρέλλης φεύγοντας τον ρώτησε:

-        Τι θέλεις να σπουδάσεις;

-        Αρχιτέκτονας.

-        Καλός είσαι στο σχέδιο, αλλά καλύτερα να πας σε κλασικές σπουδές.

-        Όλοι μου οι φίλοι θα πάνε του χρόνου Πρακτικό.

-        Άσ’ τους να πάνε.

*  * *

Η Μαρί μπήκε στο δωμάτιο και βρήκε τον Γιούρκα να ψάχνει ακόμη στο λάπτοπ του, που ήταν ακουμπισμένο πάνω σε ένα παλιό σχεδιαστήριο. Το χρησιμοποιούσαν για τραπέζι. Ποιος σχεδίαζε πια με τεχνογράφο; Όλοι οι αρχιτέκτονες με προγράμματα στους υπολογιστές σχεδιάζανε.

-        Θα περάσω τη δική σου κάρτα. Εγώ δεν ξέρω αν έχω υπόλοιπο, της ανακοίνωσε ο Γιούρκας.

-        Κάνε ό,τι θέλεις, αγάπη μου.

-        Ξέρεις ότι η αγάπη μπορεί να είναι μια κολοσσιαία αυταπάτη για να καλύψεις την αμείλικτη μοναξιά μας; Αν αρχίσεις να τη μεγεθύνεις…

-        Ρε Γιούρκα, δεν πάμε να πιούμε κανένα ποτάκι; Έχεις πήξει εδώ μέσα.

-        Λες να πάμε κανένα σινεμά;

-        Όχι πάλι. Τρεις ταινίες είδες αυτή τη βδομάδα και κατέβασες και καμιά δεκαριά. Μήπως έτσι καλύπτεις την αμείλικτη μοναξιά που λες; Άντε, μη σηκωθώ και σε παρατήσω, που μου τα ‘χεις πρήξει.

-        Το ότι μου αρέσει το σινεμά, δεν σημαίνει ότι προτιμώ να ζω σ’ ένα φανταστικό κόσμο. Ένα ταξίδι είναι, που κρατάει όσο μια ταινία.

-        Ξέρεις πόσα τέτοια ταξίδια έκανες, απ’ όταν γνωριστήκαμε; Ο πιο ταξιδεμένος που είχα είσαι.

-        Δεν αντέχω τις συγκρίσεις με τους πρώην σου. Ούτε γι’ αστείο δεν θέλω να τις ακούω.

-        Πάμε ρε Γιούρκα, να πιούμε το ποτάκι μας. Μας έφαγε η κλεισούρα και στο τέλος θα σκοτωθούμε μεταξύ μας.

Ο Γιούρκας γύρισε και την κοίταξε. Πόσο όμορφη ήταν. Του θύμιζε την Ειρήνη Παπά, που ήταν ίδια η μάνα του. Η Μαρί κατάλαβε το κοίταγμα αγάπης του και το πρόσωπό της γλύκανε.

-        Μια στιγμή, Μαρί, να στείλω την παραγγελία. Πού θα πάμε;

-        Πάμε στην πλατεία Καρύτση.

-        Χαμός γίνεται εκεί. Δεν πάμε στον «Ιπποπόταμο»;

-        Έλα, ρε Γιούρκα. Τι σ’ έχει πιάσει; Έχει κλείσει εδώ και αιώνες.

-        Καλά, πάμε στου Λώρα, μπας και δω τον κυρ-Νίκο, να πούμε καμιά μαλακία για τον ΠΑΣ Γιάννενα.

-        Πάμε όπου θέλεις. Ξαναπάμε στου Λώρα, αρκεί να βγούμε από ‘δω.

Πήρε το μπουφάν του, που ήταν και αυτό ριγμένο πάνω στο σχεδιαστήριο, κι ακολούθησε τη Μαρί που έσβηνε τα φώτα. Στο δρόμο, ένιωσε τον αέρα να του χαϊδεύει το πρόσωπο. Δεν είχαν κάνει δέκα μέτρα, όταν της είπε:

-        Μια στιγμή, να κατουρήσω…

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017 20:16
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση