Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016 20:47

"Το νόημα της ζωής", του Χρήστου Βακαλόπουλου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

"Το νόημα της ζωής" είναι ένα από τα δέκα διηγήματα του Χρήστου Βακαλόπουλου που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του "Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες", εκδόσεις Εστία, (1988). Όπως γράφει και ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο, "οι ιστορίες αυτές πρέπει να ακούγονται δυνατά". Στο οπισθόφυλλο υπάρχουν επίσης οι τίτλοι των δέκα διηγημάτων, έχοντας δίπλα τους τούς χρόνους που απαιτείται για την ανάγνωσή τους. Η ιδέα είναι αυτή της μορφής άλμπουμ βινυλίου, με πλευρά Α' και πλευρά Β'. Το νόημα της ζωής μας άρεσε και τότε και τώρα και εύκολο είναι να δει κάποιος με κινηματογραφικό βλέμμα πως είναι ταμάμ και για μια μικρή μήκους ταινία υπαρξιακού θρίλερ.  

 

-       Υπομονή, θα μας βγάλουνε, είπε ο νεαρός με τη μαύρη καπαρντίνα.

-       Με πειράζει η ακινησία, νομίζω ότι θα τρελαθώ, δήλωσε η ώριμη γυναίκα με τα ψώνια.

   Ερχόταν από τη λαϊκή και οι σακούλες της πίεζαν τον κοντό με το γκρίζο κοστούμι που έσπρωχνε με τη σειρά του τον    γέρο του έκτου ορόφου. Τον είχε στριμώξει άγρια, ο υπερήλικας είχε γίνει ένα με το είδωλό του στον καθρέφτη.

-       Η καλύτερη λύση είναι να πιάσουμε την κουβέντα, είπε ο νεαρός με τη μαύρη καπαρντίνα.

-       Και να πούμε τι, ρώτησε ο κοντός με το γκρίζο κοστούμι.

-       Μια ιστορία, απάντησε ο νεαρός.

Σιωπή ακολούθησε αυτά τα λόγια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν ήταν τα βλέμματά τους. Δεν είχαν πού να τα ρίξουν, σε ποιο σημείο να τα αφήσουν, ήταν πολύ κουραστικό. Έπρεπε να κοιτάζουν μάλλον προς τα κάτω και πιανόταν ο σβέρκος τους. Δεν υπήρχε όμως άλλη λύση, όταν τα βλέμματα διασταυρώνονταν τους πλημμύριζαν ανεξήγητες ενοχές. Ποτέ δεν είχαν φαντασθεί ότι τόση πολλή ντροπή μπορεί να μαζευτεί χωρίς λόγο σε  έναν τόσο μικρό χώρο.

-      Θα σας πω μια ιστορία, είπε ξαφνικά ο γέρος. Το Αύγουστο του 1965 κλείστηκα σ’ αυτό το μηχάνημα του διαβόλου στην οδό Τοσίτσα, μαζί με μια μαθήτρια.

-       Έλεγε; ρώτησε ο κοντός με το γκρίζο κοστούμι.

-       Τι να λέει; απόρησε ο γέρος.

Ο νεαρός με τη μαύρη καπαρντίνα του εξήγησε ότι ο κοντός ζητούσε να μάθει αν η μαθήτρια ήταν όμορφη. Η κυρία μετακίνησε νευρικά τις σακούλες της. Μια πιπεριά έπεσε στα πόδια του κοντού. Ασυναίσθητα ο κοντός της τράβηξε μια κλωτσιά και η κυρία τον κοίταξε περιφρονητικά. Κανείς δεν έσκυψε να μαζέψει την πιπεριά.

-       Βεβαίως έλεγε, είπε ο γέρος. Η ιστορία που σας αφηγούμαι είναι ερωτική.

-       Λαμαρίνα και τα λοιπά, σχολίασε ο κοντός.

-       Πιστεύεται στον έρωτα; ρώτησε ο νεαρός.

-       Από τον Αύγουστο του 1965 και μετά, ο έρωτας είναι ο θεός μου, είπε ο γέρος. Αναφέρομαι φυσικά στον κεραυνοβόλο, αυτόν που γνώρισα μ’ εκείνη τη μαθήτρια.

-       Σαχλαμάρες, είπε η κυρία. Σας έπιασε νευρικότητα επειδή κλειστήκατε μέσα και ξεσπάσατε στο κακόμοιρο το κορίτσι.

Ο κοντός γέλασε δυνατά. Με μια νευρική κίνηση έβγαλε από την τσέπη ένα πακέτο τσιγάρα και προσέφερε στην ομήγυρη.

-       Μην τολμήσετε, είπε αποφασιστικά η κυρία.

-       Για να περάσει η ώρα, είπε ο κοντός εξαφανίζοντας το πακέτο στην τσέπη του.

-       Όχι, δεν το έκανα για να ξεπεράσω το άγχος του καθηλωμένου χρόνου, είπε με ονειροπόλο ύφος ο γέρος. Το κορίτσι αυτό με εντυπωσίασε γιατί ήταν μελαγχολικό. Δεν έδειχνε να νευριάζει από την ατυχία εκείνης της στιγμής. Με χαμηλωμένο το κεφάλι κάτι σκεφτόταν, κάτι πολύ σοβαρό φαινόταν να την απασχολεί. Στεκόταν τόσο ήσυχη στο πλάι μου ώστε για μια στιγμή φαντάσθηκα ότι ήταν ένα άγγελος που μου συμπαραστεκόταν.

-       Της μιλήσατε; ρώτησε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα.

-       Εκείνη μου μίλησε πρώτη. Με κοίταξε στα μάτια και μου έθεσε το ερώτημα: «Όταν πεθάνει κανείς, γιατρεύεται από τη ζήλεια;»

-       Την καημένη, ψιθύρισε η κυρία.

-       Το πρόσωπό της έλαμπε, συνέχισε ο γέρος. Πριν προλάβω να της απαντήσω μου έθεσε και δεύτερο ερώτημα. Ένα δάκρυ αυλάκωσε το μαγουλάκι της καθώς με ρωτούσε: «Εσείς στη θέση μου δεν θα τον σκοτώνατε;»

-       Ποιον; Ρώτησε ο κοντός.

-       Τώρα, θα μας πει, είπε η κυρία.

-       Σας είπε ποιον εννοούσε; ρώτησε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα.

Ο γέρος αναστέναξε, έβγαλε από την τσέπη του ένα άσπρο μαντήλι και σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Φαινόταν ιδιαίτερα συγκινημένος, η θύμηση της μαθήτριας τον αναστάτωνε τρομερά και δεν μπορούσε να το κρύψει. Ο κοντός έβγαλε πάλι το πακέτο, πήγε να το ανοίξει κι ύστερα το έχωσε πίσω στην τσέπη του.

-       Ήταν όμορφη; ρώτησε η κυρία.

-       Καλλονή, είπε ο γέρος. Κάτι πήγα κι εγώ να ψελλίσω σαν απάντηση κι εκείνη με διέκοψε. Έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς της ένα χαρτί και μου διάβασε ένα… δεν ξέρω πώς να το πω, κάτι σαν ποίημα… είχε μόνο δύο στίχους.

-       Τους θυμάστε; ρώτησε ο νεαρός.

-       Πώς μπορώ να τους ξεχάσω; Όλη μου η ζωή περικλείεται σ’ αυτούς τους στίχους κι οι στίχοι αυτοί κλείνουν μέσα τους –ναι, το πιστεύω- το νόημα της ζωής. Έγινε όμως κάτι που…

Ο γέρος διέκοψε απότομα τα λόγια του κι έβαλε τα κλάματα. Ο κοντός έβγαλε για τρίτη φορά το πακέτο κι άναψε τσιγάρο. Αυτή τη φορά η κυρία δεν είπε τίποτα, κοίταξε μόνο τον γέρο σαν αλλοπαρμένη. Το πάνω χείλος του νέου με τη μαύρη καπαρντίνα άρχισε να τρέμει ελαφρά.

-       Με συγχωρείτε, ψέλλισε ο γέρος. Με βλέπετε σε μια κατάσταση που –το ξέρω- δεν σας είναι καθόλου ευχάριστη. Μόνο που σας αφηγούμαι αυτή τη στιγμή τη σημαντικότερη εμπειρία της ζωής μου. Εκείνη την εποχή ήμουνα ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι, δεν είχα καταλάβει τι συμβαίνει. Το μόνο που ήξερα να κάνω καλά ήταν να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, να του λέω ψέματα για να αντέξω, να μη με παρασύρει το ποτάμι της καθημερινής ζωής.

-       Είστε ποιητής, ψιθύρισε η κυρία με τις σακούλες. Το ζώδιό μου έγραφε ότι σήμερα θα συναντήσω έναν σπάνιο άνθρωπο.

-       Είμαι ένα τίποτα που κατάφερε να δει την αλήθεια, είπε ο γέρος. Από τότε σταμάτησα να εργάζομαι, σταμάτησα να κάνω οποιαδήποτε προσπάθεια.

-       Τι ακριβώς συνέβη όταν σας διάβασε το δίστιχο; ρώτησε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα.

-       Εξαφανίστηκε, είπε σιγά ο γέρος. Βρέθηκα μόνος μέσα σ’ αυτό το μηχάνημα.

Οι σακούλες έπεσαν από τα χέρια της κυρίας. Ο κοντός βρέθηκε περικυκλωμένος από πιπεριές, πέταξε νευρικά τη γόπα του κι η κυρία ούρλιαξε σα σειρήνα. Ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα παραμέρισε με επιδεξιότητα μια πιπεριά κι έσβησε –κάπως νευρικά- το αναμμένο αποτσίγαρο.

-       Πώς είναι δυνατό να εξαφανίστηκε; ρώτησε, κάπως ξέπνοα;

-       Συμβαίνει, είπε ο γέρος. Πρέπει όμως να κατανοήσετε καλά ότι το κορίτσι αυτό είχε εξαντλήσει τα όριά του, ζούσε μια παράξενη στιγμή. Ακόμα και αυτή τη στιγμή που σας μιλώ η εικόνα της παραμένει μέσα μου, σα να την απορρόφησα, σα να την αποτύπωσα εντός μου.

-       Υποστηρίζετε ότι αυτό που ονομάζουμε ψυχή στην πραγματικότητα είναι ένας σκοτεινός θάλαμος είπε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα.

-       Για καν’ το λιανά, παρενέβη ο κοντός.

-       Αυτό που οι ανόητοι ονομάζουν ψυχισμό, εξήγησε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα, είναι μάλλον ο κινηματογράφος που υπάρχει μέσα μας. Η κοπέλα που εξαφανίστηκε πρωταγωνιστεί αυτή τη στιγμή σε μια ταινία που σκηνοθετεί μέσα του ο κύριος από δω.

-       Πρόκειται όμως για μια βουβή ταινία, είπε με παράπονο ο γέρος, μια σιωπηλή σύνθεση εικόνων.

-       Και η σιωπή είναι ένας ήχος, σχολίασε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα. Ο πραγματικός όμως ήχος της ταινίας που ζει μέσα σας είναι το δίστιχο που σας είπε η κοπέλα.

-       Αυτό που φανέρωσε το νόημα της ζωής, συμπλήρωσε η κυρία.

-       Τι έλεγε μέσες άκρες; ρώτησε ο κοντός.

-       Το θυμάμαι αλλά δεν το έχω πει ποτέ, είπε ο γέρος. Φοβάμαι ότι αν το πω, θα προκαλέσω κάτι… ότι θα γίνει κάτι τρομερό.

-       Δεν υπάρχει νόημα της ζωής, είπε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα.

-       Υπάρχει αλλά δεν το ξέρουμε, είπε η κυρία.

-       Για ένα λεπτό, είπε ο κοντός στο γέρο, πέστε μου εμένα το νόημα στο αυτί. Ό,τι είναι να γίνει ας γίνει.

Ο γέρος έσκυψε προς το μέρος του.

-       Είστε καλά; ρώτησε ο πυροσβέστης.

-       Κυρία Ευθυμίου, είστε καλά; ρώτησε ο θυρωρός.

Δεν πήραν καμιά απάντηση. Ο πυροσβέστης ελευθέρωσε την πόρτα. Πρώτος βγήκε ο κοντός. Φαινόταν αναστατωμένος. Έριξε μια ματιά τριγύρω κι έφυγε με σκυφτό το κεφάλι. Ακολούθησε ο νεαρός με τη μαύρη καπαρντίνα. Ήταν κάτωχρος.

-       Τι σας συμβαίνει; ρώτησε ο πυροσβέστης.

-       Βάλτο καλά στο μυαλό σου, ξεφώνισε ο νέος με τη μαύρη καπαρντίνα, νόημα υπάρχει, νόημα υπάρχει…

Ο θυρωρός έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. Τρίτη και τελευταία, η κυρία Ευθυμίου ήταν ξαπλωμένη, λιπόθυμη, με το πρόσωπό της μέσα στις πιπεριές.

-       Μου είχες πει για τέσσερα άτομα, είπε ο πυροσβέστης. Ο θυρωρός σήκωσε του ώμους:

-       Αν ήταν τέσσερις φταίνε αυτοί, μουρμούρισε ο πυροσβέστης, διαφορετικά φταίει το μηχάνημα.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 01 Ιανουαρίου 2017 21:18
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση