Σάββατο, 27 Απριλίου 2013 16:02

....ή εσύ τι;

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

 

Δεν περιμένω τίποτα πια

ούτε κανείς με περιμένει,

σε μια στιγμή τρομερής τόλμης

θ’ αφεθώ στην αγκαλιά της μαύρης γης

 

να με κάνει παιχνίδι της η ειμαρμένη

ώσπου δια παντός να χαθώ ως τροφή σκουληκιών και σκόνη.

Τα γνωστά, τα μοιρολατρικά

με πιάσανε χθες βράδυ

και με ρίξανε στο πάτωμα κουρέλι.

 

Όχι, είπα ένα πρωί και σηκώθηκα,

έδωσα μια σ'αυτήν τη λάμια της αυτολύπησης

και όπως η όμορφη που κυκλοφορεί στις βιτρίνες

από το χεράκι κρατώντας το μικρό της,

όταν αυτός γυρίζει και της λέει ψιθυριστά

«καλέ μαμά, καλέ μαμά

τα κορδόνια αυτού του κυρίου είναι λυμένα είναι

σαν του μπαμπά,

θα τα πατήσει θα πέσει θα κτυπήσει».

Ή όπως η όμορφη λοιπόν,

θα απαντώ κι εγώ « και τι σε νοιάζει εσένα,

εσύ μπροστά σου να κοιτάς,

προχώρα ».

 

Αθώα μετά σφυρίξανε βαπόρια απ’τα παλιά

που όλα ήταν δύσκολα και μακρινά

μα εύκολα μες την καρδιά, ζεστά κι αληθινά.

Έτσι είδα από το κρεβάτι μου τον άστεγο

κάτω στον Πειραιά στο λιμάνι

σε μια απόκρυφη γωνιά

να ταΐζει ο άντρακλας την τιγρέ γατούλα

σταματώ, τον κοιτάζω με κοιτάζει

«αχά, έχει τέσσερα μικρά η καημένη» μου λέει,

την ώρα που απτόητα 

σφυρίζουν τα καράβια

οι τουρίστες είναι ήδη στο νησί

όλοι είναι στο πόδι για να τους προσφέρουν

τα προπληρωμένα, τα συμφωνημένα

να τους παραδώσουν του παραδείσου

 τα κλειδιά τα γαμημένα, την κονσέρβα χαρά

κι όποιον πάρει ο χάρος,

και ποιος νοιάζεται για τον άντρακλα που βρωμάει

που πεινάει και ταΐζει γάτες;  

Κι εγώ σαν τον άντρακλα εδώ

με φαντάζεσαι να ταΐζω αδέσποτες γατούλες

έτσι, από πηγαία συμπόνια,

γατούλες που μόνο θέλουν, συνεχώς θέλουν

χάδια, φαΐ και ζεστασιά,

και τίποτα ποτέ, μα τίποτα δε δίνουν.

Τίποτα δεν έχεις να περιμένεις απ’αυτές τις αυτιστικές

 άστεγε του λιμανιού.

Τον νοιάζει;

Αυτός να δίνει θέλει μόνο,

τον έχω δει πόσο τον γαληνεύει αυτό για λίγο

τον έχω δει πολλές φορές,

όμως

 

όταν αγαπητοί μου φίλοι θα χαιρόμαστε

την πάμφωτη σελήνη,

όχι με τσέπες άδειες ή γεμάτες

όχι την ώρα του βασανιστή,

αλλά την άλλη,

της καλοπροαίρετης ιδέας

που τσούκου τσούκου παίρνει την εξουσία

ή της άδολης αγάπης που μας ομορφαίνει

- το αγκάθινο φωτοστέφανό μας -

τότε άραγε φίλοι μου θα μας παρηγορήσει

η έξοχα εξώκοσμη

που ίσως αθέλητα πυροβολήσαμε

ξανά και ξανά

όσους μας πίστεψαν, όσους μας αγάπησαν;

Άπειρα πονοτρόνια γεμίσαμε τη ζωή τους,

το υπογράφει η ιστορία, το λέω κι εγώ,  

άπειρα,

 σ’αυτούς που άλλα περίμεναν από μας,

όπως λόγου χάρη

μία στάλα ουρανού καθαρού, 

ένα άρωμα που ξυπνάει ότι κοιμάται,

μια ηλιαχτίδα μέλι στο φιλί μας

γαμώ την τρέλα μου, στο φιλί μας,

άλλα λαχταρούσαν οι απροστάτευτοι

κάτι της ζωής αναστάσιμο,

όμως ματαίως περίμεναν

το χρυσό κάτι που δεν το είχαμε,

γιατί;

 

Λοιπόν, τι θα γίνει μ’εμάς,

τι θα γίνει μ’εμένα,

που ούτε αθώος ούτ' ένοχος 

στο δικαστήριο το άλλο,

το παράξενο της φύσης,

νάμαι, αβοήθητος χαμένος

στους φαύλους κύκλους μιας κόλασης

γεμάτος αγκάθια,

ή η νοσταλγία ενός ληγμένου παραδείσου

θα μας δώσει το φιλί της ζωής

για ένα ακόμα γύρο ίσως

μπας και διορθωθούμε,

το ξέρεις πως τα καμένα στα βουνά

σιγά σιγά μόνα τους ξανανθίζουν;

 

Πες μου καλέ μου,

αλλά με το χέρι στην καρδιά,

τώρα στο σούρουπο τι καλό περιμένεις πια;

Από σένα κι απ’τους άλλους

τι;  

 

Καλά άστο, έτσι ρώτησα

μη ζορίζεσαι.

Πάμε γι’άλλα; 

Ναι, αείποτε αλέ ρετούρ

σαν αδειούχος ισοβίτης,

ναι, κλαίω,

 μου κάνει καλό,

ή εσύ τι

εσύ πώς;

 

Η λέξη "πονοτρόνια" είναι παρμένη από ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Διαμαντή Φλωράκη που κυκλοφόρησε τη δεκαετία του '80. Ο τίτλος του μάλλον είναι: Τα πονοτρόνια και οι αναρχικοί του απόλυτου.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013 20:41
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση