Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013 16:39

Αλήθειες κι αλήθειες/ μέρος 2ο

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Τώρα για να τεστάρεις αυτές τις ασπρόμαυρες, της μοδός αλήθειες, τόμοι χρειάζονται και δουλειά σκληρή και συζητήσεις και στοχασμοί πολλών, λοξών και κανονικών, όπως και των σπάνιων γεφυροποιών. Για να ψαχτούν, να εξεταστούν αν οδηγούν σε κάτι καλύτερο, για να αντιπαλεύονται, με λίγα λόγια για να αντιμετωπίζονται στα ίσια.

 

 

Όταν συζητάμε, όμως, δεν κατεβάζουμε βιβλιοθήκες. Λέμε κάποιες σκέψεις μας – δικές μας ή άλλων που μας ταιριάζουν – μιλάμε μέσω των εμπειριών μας και των βιωμάτων μας, των ευαισθησιών μας, των αναγκών μας. Το ευτυχές γεγονός το έχουμε, κάθε φορά που προκύπτει κουβέντα, τότε που νοιώθουμε όμορφα, κάτι σα δημιουργοί. Πού; Μα στα σπίτια, στα καφενεία, στα πηγαδάκια, σε αίθουσες, στα τηλέφωνα και στο διαδίχτυο, στα ΜΜΜ, στους χώρους εργασίας, στις ταβέρνες, στις πλατείες και στις παραλίες ξαπλωτοί. Και κάπως έτσι ως συνομιλητές ερχόμαστε κοντά ή απομακρυνόμαστε, συμφωνούμε και διαφωνούμε, λύνουμε απορίες και κόμπους, φωτίζουμε σκοτεινά σημεία, συνθέτουμε. Κάπως έτσι ψηφίδα ψηφίδα φτιάχνουμε, γκρεμίζουμε και ξαναφτιάχνουμε τις απόψεις μας, το πρόσωπό μας. Κάπως έτσι συνεχίζω.

Η άποψή μου, λοιπόν, είναι πως αποικία είμαστε και δεν είμαστε. Χούντα έχουμε και δεν έχουμε. Σε πόλεμο βρισκόμαστε και δεν βρισκόμαστε. Να ξεκινήσω με τη Χούντα που την ξέρω πιο καλά. Όπως τότε που την έζησα, λοιπόν, Χούντα σημαίνει φόβος. Σημαίνει πως ότι νοιώθεις κι αισθάνεσαι και σκέφτεσαι, αν δεν συμφωνούν με τους Χουντάνθρωπους, δεν έχεις την ελευθερία να τα κοινοποιείς. Η μορφή σου κι η ουσία σου στη Χούντα πρέπει να είναι συμβατές με τις ρητές κι άρρητες διαταγές των Χουνταίων. Διότι τότε οι ποινές δεν είναι παίξε - γέλασε. Χούντα, επίσης, σημαίνει πως οι εξελίξεις γίνονται ερήμην σου και τίποτα στο μέλλον δεν επαναεπιβεβαιώνεται, τίποτα δε μπορεί εν δυνάμει ν’αλλάξει πορεία από τη δικιά σου δράση. Λόγου χάρη, Χούντα στις μέρες μας έχει η Β.Κορέα. Έτσι, όποιος υποστηρίζει Χούντα σημαίνει πως αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες των δυσκολιών της ελευθερίας του και του δημόσιου βίου. Εδώ, όμως, σ’εμάς, υπάρχουν αντιπαλότητες, διαφωνίες, και αρκετοί συμπολίτες μας που βρίσκουν τρόπους για ν’αντιδρούν στις αποφάσεις που παίρνονται, που παλεύουν να αλλάξουν τους συσχετισμούς, να περάσουν τις δικές τους αντιλήψεις. Όσο κι αν μια αυταρχική εξουσία έκτακτης ανάγκης ξεραίνει διαρκώς τη δημοκρατία, υπάρχουν κινητοποιήσεις που βρίσκουν νερά και την ποτίζουν γιατί την πιστεύουν. Γι’αυτό δεν χρειάζονται πολλά λόγια να ειπωθούν για να πεισθεί ο ισορροπημένος ότι δεν έχουμε Χούντα. Αν και δεν ξέρω ποιοι, πόσοι και γιατί θ’αντιδρούσαν στην πράξη σε μια Χούντα που θα μας εξασφάλιζε ησυχία, τάξη, ασφάλεια, αλλά οπωσδήποτε και μια μεγάλη κατά κεφαλήν κατανάλωση.

Ποιοι αποφασίζουν, όμως, για το τι μέλει γενέσθαι στην κοινωνία μας; Πια το έχουμε καταλάβει όλοι. Ο σκληρός πυρήνας της ευρωζώνης. Οι Γερμανοί νεοφιλελεύθεροι της Μέρκελ, του Σόιμπλε και οι σύμμαχοί τους. Οι δανειστές μας. Αυτοί που κατ’εξοχήν εκπροσωπούν το πανίσχυρο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Και για να περάσουν τα ανάλγητα μέτρα λιτότητας, τα αναποτελεσματικά και την συνακόλουθη ύφεση, χρησιμοποιούν όλα τα μέσα. Λαός δεν υπάρχει, νόμοι και Συντάγματα γίνονται εν μία νυχτί κουρελόχαρτα. Τα κοινοβούλια τείνουν να γίνουν διακοσμητικά. Οι λαοί, του ευρωπαϊκού νότου, κυρίως, πολτοποιούνται με στόχο να αναπαραχθεί το σύστημα του καπιταλισμού του καζίνου. Στην πορεία αυτή γίνονται προσχηματικοί οι καίριοι θεσμοί της Ε.Ε, επιβάλλονται επιτετραμμένοι σε κάθε μνημονιακή χώρα κι όλες οι αποφάσεις περνούν στην αρμοδιότητά τους.

Ποια δημοκρατία λοιπόν; Το μόνο που σε πρώτο επίπεδο σώζει την κατάσταση είναι ότι υπάρχουν ακόμα τα έστω και στενά περιθώρια για ν’αντιστέκονται όσοι διαφωνούν, όσοι θέλουν ν’αλλάζουν τα πράγματα. Συζητήσεις, αγώνες, καμπάνιες, φόρουμ, προσφυγή στη δικαιοσύνη, εκλογές μπορούν ακόμα να γίνονται, κι εν δυνάμει όλα αυτά μπορούν να κάνουν εφικτή μια άλλη πραγματικότητα, λιγότερο απάνθρωπη, περισσότερο απελευθερωτική. Φυσικά για να πάρει μπρος κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρχει επεξεργασμένο σχέδιο, σαφείς προτάσεις από φερέγγυες πολιτικές δυνάμεις. Να έρθει αυτό σεμνά και με ανοιχτά τ'αυτιά και να προσπαθήσει να συνομιλήσει με την καθημερινότητά μας. Και αν χρειαστεί να μεταμορφωθεί. Διότι πρέπει να πειστεί η πλειονότητα, αυτή να πιστέψει ότι εν δυνάμει όλα είναι δυνατόν να γίνουν. Διότι στην ιστορία έχουν συμβεί και τα πιο απίθανα, άλλοτε μ’ένα μπαμ κι άλλοτε χελωνάτα. Και φυσικά σ’ αυτές τις περιπτώσεις αλλαγής κόντρα στις κυρίαρχες δυνάμεις, το ρίσκο είναι πάντοτε πολύ υψηλό. Γι’αυτό είναι απαραίτητο ένα φωτισμένο όραμα να εμπνέει τους υπομονετικούς, άφοβους και επίμονους εκείνους ανθρώπους που θα αφήνουν τις εξέδρες και θα μπαίνουν αγαπησιάρικα και με στόχο στα γήπεδα.

Επί του παρόντος πάντως, εδώ, σ’ εμάς ψηφίζονται όλα αυτά τα Μερκελικά. Αυτά που τα εκτελωνίζουν οι ντόπιοι σύμμαχοι των νεοφιλελεύθερων Γερμανών και Σια. Οι δικοί μας εκλεγμένοι και τα ΜΜΕ που τους υποστηρίζουν, όλοι αυτοί που για χίλιους δυο λόγους οι πολιτικές αυτές είναι κουστούμια ραμμένα στα μέτρα τους. Γι’αυτό να το ξεκαθαρίσουμε, αυτοί μόνο προδότες δεν είναι. Αυτοί, που για τα ίδια προβλήματα και χωρίς την τρόικα, τα ίδια μέτρα θα έπαιρναν, αν όχι χειρότερα. Γι’αυτό συμφωνούν και υπακούουν και που και που διαπραγματεύονται. Κατά κάποιο τρόπο, λόγω των χρεών μας, έχουν πιαστεί στο δόκανο των ξένων. Και οι δικοί μας ισχυρίζονται πως, έστω και εξ ανάγκης, αυτή η πολιτική τους επιλογή είναι  η μόνη ικανή για ν’αποφύγουμε τα χειρότερα και πως άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Αυτή όμως η κίνηση, είναι που αργά αλλά σταθερά μας οδηγεί να είμαστε κάτι σαν αποικία, περιορίζοντάς μας ασφυκτικά την εθνική κυριαρχία. Όχι απόλυτα, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Πολλοί λένε πως ένα σημείο που θα κριθούν τα όρια μας είναι η οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Στο ψαχνό τώρα. Τι ζητούν άραγε οι δανειστές μας; Αυτό που ζητάνε πάντοτε οι αποικιοκράτες από τους άποικους: τον πλούτο τους. Το δημόσιο πλούτο, αλλά και τον ιδιωτικό που αποδίδει. Και σύγχρονους σκλάβους ζητούν να δουλεύουν αγόγγυστα γι’αυτούς. Αυτή είναι το στοίχημα του πολέμου που έχει ξεκινήσει. Πόλεμο μας έχουν κηρύξει. Πόλεμο, όμως, εν μέσω ειρήνης. Πόλεμο εναντίον των κακοπληρωμένων πια μισθωτών, των καταληστευμένων συνταξιούχων, πόλεμο εναντίον της ζωής των 1.350 εκατομμυρίων ανέργων κι αυτών που δουλεύουν και δεν πληρώνονται. Αλλά σφαίρες, ακόμα, δεν πέφτουν. Ευτυχώς. Ευτυχώς που ακόμα δεν έχουμε ανάψει το πράσινο φως στις βαρβαρότητες του πολέμου, στην εξαχρείωση που αυτός φέρνει, αν και, δυστυχώς, κάποιοι το παλεύουν. Αλλά για πόσο μία μικρή και φτωχή χώρα μπορεί ν’αντέξει το βάρος αυτής της μεγάλης ανεργίας δίχως ν’αρχίσει να παίρνει ανάποδες στροφές, δίχως να καταφεύγει σε ακρότητες; Όλα τα ενδεχόμενα  είναι ανοιχτά. Πιο πολύ απ’όλα εξαρτάται από εμάς, από το πώς θα ζούμε τη ζωή μας, από το αν θα υπάρξει και ποιο θα είναι το κυρίαρχο παράδειγμα μες την κοινωνία μας.   

Μαθαίνω και τι λένε οι άλλοι. Αυτό όμως που εγώ διαλέγω, σ'αυτήν τη μακρόσυρτη συγκυρία, είναι πάση θυσία να αποφύγουμε τον πόλεμο. Είτε τον αναμεταξύ μας, είτε εναντίον άλλων λαών, είτε αυτής της Ευρώπης. Ναι, αυτής που το μόνο που την ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι να μας φοβίζει με σκοπό να μας τα πάρει όλα. Αυτό που επίσης διαλέγω είναι να διευρύνουμε και να καταστήσουμε δύναμη υπέρ μας τη Δημοκρατία. Ξεκινώντας από τα πιο μικρά, αυτά τα του οίκου μας, περνώντας στις δουλειές μας,  στους δήμους και στα κόμματά μας και φτάνοντας ως τα πιο μεγάλα, τα της Πολιτείας. Και παράλληλα το υπέρτατο, να την επιβάλλουμε. διευρύνοντάς την και εμπλουτίζοντάς την, στην καρδιά της Ε.Ε. Το δεδομένο σ’αυτήν τη συγκυρία είναι ότι σχεδόν παντού στην Ε.Ε πείθουν και κυριαρχούν οι κεντροδεξιές επιλογές. Μ’αυτό το δεδομένο, είναι θεμιτό να εξαντληθεί η πιθανότητα του αν υπάρχουν ακόμα περιθώρια να καταστεί σε παγκόσμιο επίπεδο βιώσιμη δύναμη μια Ευρώπη των λαών; Αν η απάντηση κλίνει στο να είναι θετική, τότε έχει νόημα να προωθηθούν όλες εκείνες οι απαραίτητες αλλαγές που θα πετύχουν να την οδηγήσουν στην πολιτική της ενοποίηση. Προπάντων για να δοθούν οι ευκαιρίες ώστε να παρθούν αποφάσεις σχετικές με την ικανοποίηση των βασικών αναγκών που έχουν οι πατημένοι λαοί του Νότου. Γι’αυτό, το κατ’αρχήν, είναι ο πτοημένος αυτός κόσμος να επινοήσει την συλλογική εκείνη πολιτική που θα επιφέρει τις μεγάλες θεσμικές αλλαγές. Μένει το αναπάντητο, επί του παρόντος, ερώτημα. Ποιοι συγκεκριμένα είναι αυτοί που θα δράσουν, που θ’αναμετρηθούν με τα δύσκολα; Αυτά που λένε οι δυσεύρετες αλήθειες, οι αυτόφωτες και αλαφροΐσκιωτες συνάμα. Αυτές, που όποιοι τις ασπαστούνε θα το κάνουν για να δώσουν την ευκαιρία στη ζωή του καθενός να πετά, σαν τον περήφανο εκείνο αετό, στους ουρανούς της. Υπάρχουν; Έλα μου ντε…

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013 11:16
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση