Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013 18:58

Αλήθειες κι αλήθειες / μέρος 1ο.

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ακόμα και την ώρα που παίρνετε το πρωινό σας, μπορεί να έρθουν και να σας βρουν. Συνήθως δεν χτυπούν την πόρτα, το κουδούνι. Μπαίνουν μέσα λες και… είναι το σπίτι τους. Κι έχουν κι ένα τουπέ… δε... σηκώνουν αντιρρήσεις, ούτε καν δεύτερη κουβέντα.

 

Εσύ, εν τω μεταξύ, ενώ δεν το ξέρεις, είσαι έτοιμος από καιρό να τις αποδεχτείς. Κι αυτό γιατί, έτσι που καμιά φορά το σκέφτεσαι εκ των υστέρων, σα να πηγάζουν από παντού. Από τους τίτλους των εφημερίδων, από τα λεγόμενα και τα υπονοούμενα στα δελτία ειδήσεων, από τους συναδέλφους που τις έχουν ψωμοτύρι και τους συγγενείς που τις εκφέρουν ως σοφίες 24 καρατίων. Βγαίνεις για να πας στο περίπτερο κι είναι εκεί, σε περιμένουν, αδιαπραγμάτευτες στο στόμα του γείτονα, του κάθε μυστήριου και του κάθε περαστικού και βεβαίως του κάθε τυχαίου ταξιτζή.

Συχνά έχεις την αίσθηση ότι αυτές είναι τα αόρατα νήματα που σε δένουν με τον οποιοδήποτε βλέπεις στους δρόμους, στα σούπερ μάρκετ, στα θέατρα, στα μπαρ, παντού. Δεσμοί που δεν τους επέλεξες, σου επιβλήθηκαν, ούτε ξέρεις πως. Όσο για τα γήπεδα, εκεί είναι η έδρα τους, εκεί είναι ανίκητες. Μπαίνεις στο μετρό, στα λεωφορεία κι είναι αδύνατον να μην τις ακούσεις να ξεφεύγουν κι από καθισμένους κι από όρθιους, κι από ήρεμους κι από αρπαγμένους, κι από μελαγχολικούς, από πλακατζήδες κι από φευγάτους. Γυρίζει σπίτι ο μικρός, φουριόζος κι ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα τα καθημερινά, να τες, θα στις πετάξει με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Κάνεις μία βόλτα στο fb και είναι αδύνατον να μην τις συναντήσεις, με αρκετή μάλιστα συχνότητα. Πολλές φορές έχεις τσακώσει τον εαυτό σου να τις χρησιμοποιείς ως πασπαρτού. Το βράδυ, λίγο, πριν κοιμηθείτε κάποιος από τους δυο σας, αντί για καληνύχτα, θα τις ξεστομίσει για να φωτίσει ένα συμβάν ή ως ηθικόν δίδαγμα μιας ιστορίας καθημερινής εξαθλίωσης.

Αλλά ακόμα κι αν δεν είναι ορατές, μη νομίζετε πως έχουν φάει τα ψωμιά τους. Είναι εκεί, στο βάθος του μυαλού μας και περιμένουν νηφάλιες, περιμένουν ένα τσαφ!  Ποιες είναι αυτές; Μα οι αυτονόητες αλήθειες των ημερών μας. Αυτές που την εποχή των μνημονίων, όλος ο ντουνιάς τις γνωρίζει, τις αποδέχεται, τις ξεφουρνίζει. Λοιπόν, ιδού αυτές οι παντοδύναμες αλήθειες μας , αυτές που είναι αλήθειες όλων μας, ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής θέσης, φύλου, μόρφωσης, πεποιθήσεων, ιστορίας και καταγωγής.

Είμαστε αποικία. Είμαστε μια αποικία των τοκογλύφων πιστωτών μας. Έχουμε Χούντα. Αυτό που μας κυβερνάει κατά βάθος είναι μια μοντέρνα Χούντα. Βρισκόμαστε σε πόλεμο. Και όπως σε κάθε πόλεμο υπάρχουν συμπολεμιστές, εχθροί κι άμαχος πληθυσμός. Εσύ, για να έχουμε καλό ρώτημα, ξέρεις με ποιους είσαι;

Σε ρωτάνε, καλέ μου, ξέρεις ή δεν ξέρεις; Τι να πω, την τύφλα μου ξέρω. Ένας φοβισμένος κι ασήμαντος άνθρωπος είμαι που ούτε κατάλαβα πότε και γιατί μου τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια. Ξέρω, όμως, ποιοι. Οι δικοί μου άνθρωποι, αυτοί οι ανίκανοι, οι διεφθαρμένοι, οι αναίσθητοι. Πώς τους άφησα, ε πώς;  Αλλ’ αυτό αρκεί; Όπως ξέρω κι όλα αυτά που είχα και πια δεν τα έχω. Αυτό, όμως, που με βαραίνει είναι ότι δεν ξέρω τι να κάνω για ν’αρχίσει να γυρίζει το χαρτί, για να αρχίσουμε να ελπίζουμε, να χαμογελάμε νοιώθοντας το αύριο και το μεθαύριο ως κάτι που θα παίζεται. Έρχονται στιγμές που μια απόκοσμη φωνή μου ψιθυρίζει. Πρέπει να τ’ αλλάξεις όλα, δικέ μου. Όλα, συνήθειες, στόχους, σχέσεις, αξίες, νοοτροπία, τρόπο ζωής, του μυαλού σου τα ροκανίδια, το ντύσιμό σου, το πώς με κοιτάς, τη σκιά σου, τα πάντα σου λέω. Κι ενώ είμαι διαθέσιμος να το ξεκινήσω, να το παλέψω, δεν ξέρω, αλήθεια, δικέ μου, δεν ξέρω, τι να βάλω στη θέση των παλιών. Εντάξει δεν είμαι σαν κι άλλους κολλημένους, νομίζω πως έχω περάσει πια στον αστερισμό του «πάμε γι’άλλα». Όμως δεν ξέρω πια, ούτε ποιος είμαι ούτε πού πάω. Είναι κι αυτό μία από τις αιτίες που έχω άγχος.

Το άλλο που με πλημμυρίζει τοξίνες, είναι η ανασφάλεια, είναι ότι δεν ξέρω τι θα μου ξημερώσει. Μα εντελώς όλα γίνονται ερήμην μας; Η αλήθεια είναι ότι και πριν κάπως έτσι ήτανε, αλλά τώρα η δόση είναι μεγάλη, οι ριπές συνεχείς και δεν υπάρχουν διαφυγές. Και το πιο σημαντικό, τίποτα δεν είναι υπέρ μας. Είναι κοινό το αίσθημα ότι συνεχώς αλλάζουν οι κανόνες, οι κανονισμοί παρομοίως. Και καμία σιγουριά ότι όλα αυτά, κάποτε, σε κάποιο ξέφωτο θα μας βγάλουν. Είμαστε οι αβοήθητοι που αν για κάποιο λόγο μας σκέφτονται οι δυνάστες μας είναι για το πως θα μας ξεγελάσουν. Όλο και γίνεται πιο συχνή η ανάγκη να ξεφύγεις, να βυθιστείς σε ήχους οικείους, σε εικόνες καθησυχαστικές, σε λόγια παρηγορητικά, σε βλέμματα τρυφερά που για λίγο σε ανακουφίζουν. Δεν κρατάει, όμως, πολύ αυτό το διάλειμμα. Η σκοτεινή πραγματικότητα επανέρχεται ακάλεστη κι είναι αμείλιχτη. Γρήγορα βουλιάζεις πάλι στους βάλτους της γκρίνιας, σ’εκείνη την απραξία που όλα τα σαρώνει. Ιδού το αδιέξοδο στις δόξες του, που σε κάθε μοιρασιά το γαμημένο κάνει καρέ του άσσου.

Είναι ολοφάνερο πως σου λείπουν όλα, όσα πριν έδιναν ένα πάτημα στην καθημερινότητά σου, όλα αυτά τα προϊόντα κι οι υπηρεσίες που εξακολουθούν βεβαίως να είναι εκεί, να διαφημίζονται, να σε προκαλούν, εσένα, τον μέγα καταναλωτή, αλλά πια είναι απρόσιτα.. Πολλές φορές η αδιαφορία που σε καταβροχθίζει και δεν τσιμπάς ακόμα και στα τσιγκλίσματα των φίλων, γι’αυτά τα είδη, γι’αυτά τα λαμπερά προϊόντα, δεν σε πιάνει. Εξακολουθούν να ασκούν πάνω σου μια μαγεία. Όπως τα χρόνια που ξεχώριζες, που φτιαχνόσουνα ακόμα και μ’ αυτά που δεν είχες, που φαντασιωνόσουν ότι κάποτε θα τ’αποκτήσεις. Τότε που ένοιωθες υπεράνω και ξεχωριστός γιατί είχες, φορούσες ή κυκλοφορούσες μ’εκείνη τη μάρκα, που έκανες διακοπές διαρκείας και συχνά σε χάι μέρη, σε ξενοδοχεία πολυτελείας και που έτρωγες συχνά πυκνά σε ακριβά εστιατόρια. Που ξόδευες, συχνά ασυλλόγιστα. Καμάρωνες τότε για όλα αυτά ως γύφτικο σκερπάνι. Σα να ήταν όλη η ζωή σου, η ύπαρξή σου, μια ζωντανή διαφήμιση του εαυτού σου, μια φιγούρα που με τα χρόνια έφτασε και γινόταν μόνο για τη φιγούρα. Τώρα όμως και στο ατελείωτο σκοτεινό αύριο, ευτυχώς ή δυστυχώς, τέλειωσαν οι φιγούρες. Τώρα που σα λύκος, άλλοτε με την αγέλη άλλοτε μοναχικός, τριγυρνάς εκτός και μακριά, το μόνο που σου προκύπτει είναι μία ακόρεστη όρεξη για ανθρωποθυσίες. Επί δικαίους και αδίκους.

Δε σου αρέσει, όμως, αυτή η φάση, δεν σου ταιριάζει. Όταν συμβαίνει, μια πικρίλα σε διαποτίζει. Διότι σκέφτεσαι πως ακόμα και σ’αυτήν τη μεγάλη και διαρκή συλλογική πτώση θέλεις, όχι να θάβεις τους ανυπεράσπιστους, αλλά ν’ αρχίσεις ν’ανεβαίνεις, να φτιάξεις πράγματα δικά σου, να δοκιμαστείς, ν’αποδεικνύεις την αξία σου. Με τους δικούς σου ρυθμούς, με τους δικούς σου τρόπους, κι όχι με τη απειλή του μαστιγίου, όχι με εκβιασμούς, υπεκφυγές, δήθεν κι αναξιοκρατίες. Θέλεις όχι μόνο να επιβιώσεις, αλλά να κάνεις πράγματα για τα οποία αργότερα να νοιώθεις περήφανος απέναντι σ’εκείνα τα ευαίσθητα κι άγρυπνα μάτια της ψυχή σου. Κι όχι με οριακές πράξεις, αλλά μ’αυτές τις ψιλοβελονιές που κεντάνε συνεχώς την δύσκολη κι άχαρη καθημερινότητα σ’όλες τις πτυχές της. Και σ’αυτήν την τροχιά, αναρωτιέσαι μερικές φορές πώς θα γίνει αυτό που ως ανάγκη, αλλά κι ως επιθυμία, το θέλεις. Να σου προκύψουν δηλαδή, και συνοδοιπόροι. Άνθρωποι, προπάντων ανοιχτόκαρδοι, ανοιχτόμυαλοι, κι ανοικονόμητοι, γνωστοί κι άγνωστοι, διαθέσιμοι για να παλέψετε από κοινού για τα δικά σας συμφέροντα, για να ζήσετε εδώ σ’αυτήν τη χώρα που γεννηθήκατε και μεγαλώσατε, μια ζωή που θα σας επιτρέπει ν'ανθίζετε.

Αυτή είναι η αχνή αίσθηση που θα έχεις, όταν θα αρχίσεις να διακρίνεις μέσα στην θολούρα των ημερών μας τον εαυτό σου, τους άλλους και όσα αξίζει να τα κυνηγήσεις πιστεύοντάς τα έστω και λίγο.

Καλέ μου φίλε, μ’αυτά τα λίγα που σου λέω, δε νοιώθεις κι εσύ πως κάτι έχω αρχίσει να ψυλλιάζομαι κι εγώ ο φτωχός, ε;  

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013 12:10
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Νεοκτονία Αλήθειες κι αλήθειες/ μέρος 2ο »

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση