Δευτέρα, 08 Απριλίου 2013 16:35

Ας θυμηθούμε απόψε φίλοι μου για λίγο τον Διονύσιο Σολωμό

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

που αγωνιούσε αν στο μυαλό του έχει τίποτα άλλο «..πάρεξ ελευθερία και γλώσσα». Να τον θυμηθούμε γιατί πρώτον, μας αρέσουν ακόμα κάμποσοι στίχοι του - ιδανικοί για απαγγελία, με λέξεις λουκούμια και πληθωρικοί σε εξαίσιες εικόνες με στοχαστικό συναίσθημα. Και δεύτερον, διότι γεννήθηκε σα σήμερα, το 1798.

Ότι γεννήθηκε στη Ζάκυνθο,  θα το γνωρίζουν αρκετοί από αυτούς που όταν τελειώνουν το Λύκειο έχουν και κάποιες βασικές γνώσεις στις αποσκευές τους. Το ότι όμως η Ζάκυνθος ήταν η πατρίδα του, έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Για τέσσερις περίπου αιώνες η Ζάκυνθος – και όλα φυσικά τα Επτάνησα – ήταν υπό την κυριαρχία των Βενετών. Ως είθισται, αυτοί είχαν συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια τους και το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου. Μερικές δεκαετίες πριν γεννηθεί ο Σολωμός είχαν εμφανιστεί στο νησί και οι δυναμικοί έμποροι, που όμως ενώ είχαν αρχίσει να συγκεντρώνουν πλούτο, ήταν μακριά από τη εξουσία. Ο λαός τα γνωστά, εργαζόταν σκληρά υπό συνθήκες πραγματικής δουλείας για την ευημερία των δύο άλλων ομάδων.

Ένα χρόνο πριν να γεννηθεί ο Σολωμός φτάνουν στη Ζάκυνθο τα στρατεύματα των δημοκρατικών Γάλλων.Τότε έγινε το σώσε. Οι Ζακυνθινοί βγήκαν στους δρόμους, έκαψαν την Χρυσή Βίβλο των ευγενών και άρχισαν να απολαμβάνουν την ελευθερία. Η κόντρα όμως Γάλλων και Άγγλων συνεχιζόταν σε όλα τα μέτωπα της Ευρώπης. Τη χρονιά που γεννήθηκε ο Σολωμός καταλαμβάνουν τα Επτάνησα οι σύμμαχοι Ρωσοτούρκοι και ιδρύουν την «Πολιτεία των Επτά Ηνωμένων Νήσων»,τάχα μου ανεξάρτητο κράτος στην πραγματικότητα όμως φόρου υποτελές στο σουλτάνο. Ο λαός ξαναξεσηκώθηκε και με τη βοήθεια του Ναπολέοντα, που κυριαρχούσε στη Δ.Ευρώπη, όλα τα Επτάνησα έγιναν σχεδόν ελεύθερα. Μετά το Βατερλώ, το 1815, τα Επτάνησα πέρασαν στην κυριαρχία των Άγγλων. Η κυριαρχία τους κράτησε πενήντα χρόνια, σχεδόν δηλαδή όσο ζούσε ο Σολωμός. Παρόλο που την εποχή των Άγγλων έγιναν πολλά και σημαντικά έργα, ο λαός υπέφερε από τον σκληρό αυταρχισμό τους. Τελικά το 1864 τα Επτάνησα ενώθηκαν με την Ελλάδα. Σε μια τόσο πλούσια περίοδο από εθνικά και πολιτικά γεγονότα έζησε ο Σολωμός και φυσικά δίπλα του, στην κυρίως Ελλάδα, το μέγιστο, η επανάσταση του ’21. Όλες οι πηγές μαρτυρούν πως περίοδος της πολιτιστικής ακμής των Επτανήσων ήταν η περίοδος της Βενετοκρατίας. Και γι’αυτό το λόγο ήταν συνηθισμένο τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών να πηγαίνουν για σπουδές στη γειτονική Ιταλία. Εκεί πήγε και ο Σολωμός. 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Σολωμού, που σίγουρα έπαιξε ρόλο στον ψυχισμό του και στο χαρακτήρα του, ήταν οι γονείς του. Πατέρας του, ο γέρο κόντες Νικόλαος Σολωμός και μητέρα του η 17χρονη υπηρέτρια Αγγελική Νίκλη. Εξώγαμο ήταν και επιπλέον σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός. Το 1808 ο Σολωμός πήγε στην Ιταλία με το δάσκαλό του Ρώσση και επέστρεψε στη Ζάκυνθο το 1818 έχοντας πάρει πτυχίο Νομικής. Το 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα. Την επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και την ελεύθερη δεν τις επισκέφτηκε ποτέ. Πέθανε το 1857 στην Κέρκυρα. Μία σημαντική ημερομηνία στη ζωή του είναι τo 1822, όταν τον επισκέφτηκε ο νεαρός τότε Χαρ. Τρικούπης. Αυτός τον προέτρεψε να αρχίσει να γράφει ποίηση στα Ελληνικά, μιας και μέχρι τότε οι στίχοι του ήταν στα Ιταλικά. Στο φιλολογικό κόσμο θεωρείται ο πρώτος μεγάλος μας ποιητής που χρησιμοποίησε τόσο καλά τη δημοτική γλώσσα, αν και τα λίγα πρώτα ακούσματα που είχε απ’αυτήν ήταν από την αμόρφωτη μάνα του.

Ιδού και μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Στ. Ράμφου για τον Σολωμό, παρμένες από το έργο του «Γενάρχες πεπρωμένων» - Αρμός, 2007.

"Ο Σολωμός προίκισε την νεοελληνική ποίηση με την ιδέα και την πράξι της μορφής. Στη θέση του συλλογικού αισθήματος, το οποίο διαπερνούσε μονότονα τον λαϊκό μας πολιτισμό, έφερε το ατομικό αίσθημα, που υποβάλλει στους ανθρώπους διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως".

"Ίσως να διαισθανόταν ο Σολωμός, πως η τέχνη κάνει το κοινό και το ατομικό αλληλέγγυα προτείνοντας στους ανθρώπους μία καλύτερη εικόνα τους και ελευθερώνοντας την ατομικότητα ως εσωτερικότητα. Δεν τον ενδιέφερε η ψυχή που γνωρίζει τα πράγματα, αλλά εκείνη η οποία τείνει να γνωρίσει τον εαυτό της στην αστραπή του μεγάλου φωτός".

"Ο στόχος του ήταν φιλόδοξος και τον πίεζε ασφυκτικά να ελευθερώση το εθνικό και κάθε παρελθόν από τον υπέρογκο εαυτό τους για να το στρέψη στο μέλλον, «ιδανοποιώντας» τους ήρωες και υψώνοντας το φρόνημά τους στα ουράνια. Για να επιτύχη ήταν υποχρεωμένος να τροποποιήση το βλέμμα και να εμπλουτίση την ευαισθησία των αναγνωστών του, να απαλλάξη την νοοτροπία τους από το βάρος των εξωτερικών εντυπώσεων και να τους στρέψη στον κόσμο της συγκινήσεως βαφτίζοντας τις λέξεις «εις την διπλή κολυμπήθρα του αισθήματος και της φαντασίας".

"Απαιτούσε από την ποίηση να αυτονομήση τον εσωτερικό ρυθμό των εικόνων, ώστε να επιτύχη νίκη του λόγου απάνου εις την δύναμι των αισθήσεων και θεωρούσε το έργο της  ένα σύνολο παραστάσεων στις οποίες ο δημιουργός επιχειρή να δώση άμεση υπόστασι, προκειμένου να κάνη αισθητή την υπεροχική αλήθεια, το Κοινό και το Κύριο".

"Αν ο Παπαρηγγόπουλος εισηγήθηκε τον μύθο της ελληνικής αθανασίας, ο Σολωμός διεκδίκησε το θαύμα της αναστάσεως, όχι ως φυσικό βεβαίως γεγονός, αλλά ως εσωτερική αναγέννησι στον θρίαμβο της εκπλήξεως".

Ακολουθούν τρία ποιήματά του.

Ωδή εις την Σελήνη

 

Γλυκύτατη φωνή βγαν’η κιθάρα

Και σε τούτη την άφραστη αρμονία

Της καρδιά μου αποκρίνεται η λαχτάρα.

 

Γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία

Έκσταση του Οσσιάνου εις το ακρογιάλι

Της νυχτός εμψυχείς την ησυχία.

 

Κάθισε για να πούμε ύμνον στα κάλλη

Της Σελήνης, αυτήν εσυνηθούσε

Ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλη.

 

Μου φαίνεται τον βλέπω που ακουμβούσε

Σε μίαν ετιά, και το φεγγάρι ωστόσο

Στα γένια τα ιερά λαμποκοπούσε.

 

Απ’το Σκοπό να το προβαίνει, ώ πόσο

Συ τη νύχτα τερπνά παρηγορίζεις!

Ύμνον παθητικόν θε να σου υψώσω,

 

Παθητικό σαν εσένα, όταν λαμπίζεις

Στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φώς σου

Σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζεις.

 

 

Η Ευρυκόμη

 

«Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ την όμορφη Ευρυκόμη;

Πολύς καιρός επέρασε και δεν την είδα ακόμη.

Πόσες φορές κοιτάζοντας από το βράχο γέρνω

Και τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω:

Φερ’τηνε τέλος, φέρ’τηνε!». Ετούτα ο Θύρσης λέει

και παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει.

Και δεν ηξέρει ο δυστυχής οπού φιλεί το κύμα,

εκείνο που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.

 

 

Ο Πειρασμός

 

Έστησ’ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

Κι’η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,

Και μες τη σκιά που φούντωνε και κλει δροσιές και μόσχους

Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,

Χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,

Κι’ούλα στον ήλιο δείχνοντας

Τα πλούσια της πηγής τους.

Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Εξ’αναβρύζει κι’η ζωή σ’γη σ’ουρανό, σε κύμα.

Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ακίνητο ‘ναι κι άσπρο,

Ακίνητ’όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,

Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’η πεταλούδα,

Που’χ’ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι’δες,

Νύχτα γεμάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

Ουδ’όσο καν’η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ασπρίζει μες τη λίμνη,

Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι

Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 09 Απριλίου 2013 09:25
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση