Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016 18:11

Εξοχικό, του Κώστα Περούλια

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Έφτανα στου κυρ Τζώνη, έστριψα, και είδα στο βάθος όπου χώριζε ο δρόμος το κτήμα με τις φιστικιές του Γούλα.

Ο κυρ Τζώνης είχε πάει να ζήσει είκοσι χρόνια στη Μόσχα και είχε γυρίσει μια μέρα με τη γυναίκα και την πεθερά του που ’ταν Ρωσίδες τον καιρό που κανείς δεν έφευγε από τη Σοβιετική Ενωση, αγόρασε το οικόπεδο απ’ τον Ντούνη, σήκωσε πάνω σε μια κοντή βάση από τσιμεντόλιθους ένα λυόμενο από κίτρινο τσίγκο σαν του Γούλα κι έμεινε εκεί μέχρι που πέθανε.

 

Την ίδια εποχή με τον πατέρα μου, που ’χε παραγγείλει αρχικά κι αυτός το τσίγκινο λίγο πιο πάνω στο δρομάκι, αλλά τελευταία στιγμή το άλλαξε, πλήρωσε παραπάνω, κι έβαλε ξύλινο. Η περιοχή δεν είχε μπει στο σχέδιο και απαγορευότανε να σκάψεις θεμέλια, αλλά το λυόμενο ήταν νόμιμο με νόμο της χούντας.

Προχώρησα ανάμεσα στις μάντρες και τα χωράφια και καθώς πέρασα μπροστά από ένα εγκαταλειμμένο αμπέλι, στα μάτια μου απλώθηκε όλη η πεδινή έκταση μέχρι πέρα στους ξερόλοφους στο Κίτσι, και πιο πίσω στη γραμμή του Υμηττού που περικύκλωνε την περιοχή και την προστάτευε από την Αθήνα.

Η ασχήμια της την είχε κρατήσει ίδια. Με τα μεγάλα πράσινα χωράφια και τα μικρά ισόγεια σπαρμένα μέσα τους εδώ κι εκεί ήταν σαν τα τσιμεντοχώρια στις πεδιάδες της Θεσσαλίας, καθώς περάσανε τα χρόνια όμως και έμεινε απαράλλαχτο, αυτό το αγροτικό τοπίο σαράντα λεπτά έξω απ’ την Αθήνα είχε αποκτήσει μια έλξη.

Η Αγία Μαρίνα βρίσκεται μετά τη Βάρκιζα μόλις περάσεις την Τρύπα του Καραμανλή προς Σούνιο, αλλά αυτό που την ξεχωρίζει από όλες τις άλλες περιοχές πριν και μετά, από το Καβούρι και τη Βουλιαγμένη μέχρι το Λαγονήσι και την Ανάβυσσο, είναι ότι διασχίζει χιλιόμετρα χωραφιών και οικοπέδων και σκάει πάνω της από τα βάθη των μεσογείων η Κορωπίου: είναι το θέρετρο των Κορωπιωτών.

Χωρίζεται στην παραλία, όπου και η ομώνυμη εκκλησία-φιλέτο με θέα θάλασσα, και την ενδοχώρα. Η ενδοχώρα, μια γούβα πίσω από ένα κοντό βουνό που την κρύβει από τη θάλασσα, αποτελείται από χωράφια με αμπέλια και ελιές που στην πορεία έγιναν οικόπεδα και πιο μετά όταν πουλήθηκαν, τα πιο πολλά από έναν Κορωπιώτη κτηματία ονόματι Ντούνη, χτίστηκαν πάνω τους τα εξοχικά.

Η παραλία, μια και χτίστηκε τα τελευταία χρόνια αφού κάηκε μετά από πολλές προσπάθειες το βουνό στην έξω του μεριά, έχει μόνο βίλες Αθηναίων. Στην ενδοχώρα όμως οι Κορωπιώτες από πολύ νωρίς έκαναν τα χωράφια οικόπεδα και έχτισαν πάνω τους λυόμενα ή ισόγεια με σκέτο τσιμεντόλιθο και τσιμέντο αφήνοντας γυμνή την πλάκα της οροφής μήπως κάποτε σηκώσουν όροφο για τα παιδιά τους.

Απ’ αυτά τα χωράφια είχε αγοράσει απ’ τους πρώτους Αθηναίους που ήρθαν ο πατέρας μου με γραμμάτια, πριν ακόμα γεννηθώ τη δεκαετία του ’70. Ετσι, πέρασα εδώ όλα τα καλοκαίρια της ζωής μου ώς αρκετά μετά που άρχισα να δουλεύω και λίγο λίγο τα Σαββατοκύριακα σταμάτησα να έρχομαι. Νοίκιαζα πιο πέρα, στα ξενοδοχεία στο Λαγονήσι και την Ανάβυσσο πάνω στη θάλασσα, και μετά αγόρασα το σκάφος και πήγαινα στα κοντινά νησιά.

Η γυναίκα μου μόλις παντρευτήκαμε δεν ξανάρθε ποτέ. Δεν βλέπω κανέναν απ’ όσους Αθηναίους παίζαμε παιδιά, δεν φέρνουν τα παιδιά τους και ούτε κι εγώ φέρνω το δικό μου.

Ομως με τα χρόνια έχω αρχίσει να ξανάρχομαι μόνος μου. Ερχομαι και κάνω πάντα την ίδια βόλτα ανάμεσα από τα οικόπεδα με τα αμπέλια ή τα λυόμενα, πίσω μου ο λοφίσκος με το αραιό πευκοδάσος, που από κάτω του περίμενα όλο το καλοκαίρι να έρθει το φθινόπωρο για να μαζέψω κυκλάμινα τα μεσημέρια, είχε κοπεί μετά κι αυτός σε οικόπεδα αλλά δεν τα αγόρασε κανένας και έχει μείνει ανέγγιχτος μέσα από τα συρματοπλέγματα.

Πουθενά δεν χτίστηκε τίποτα άλλο, δεν άλλαξαν τα λυόμενα, η γη δεν απέκτησε καμιά εμπορική αξία. Και όσοι Κορωπιώτες, που είναι Αρβανίτες, όταν έφτασαν οι Αλβανοί δεν τους νοικιάσαν τα τσιμεντένια ισόγεια και τα κράτησαν να ’ρχονται να παραθερίζουν, έμειναν καχύποπτοι να κοιτάνε καθισμένοι στις κοντές βεράντες τους τον δρόμο χωρίς να μιλάνε πολύ.

Στους νεότερους συνεχίζει να αρέσει το τσιμέντο και το κρέας, όταν κατεβαίνουν στα σουβλατζίδικα στην παραλία πίνουν ακόμα ρετσίνα ή ουίσκι. Οι μεγαλύτεροι κουρεύονται ακόμα σχεδόν γουλί και όλο το καλοκαίρι κυκλοφορούνε ιδρωμένοι μόνο με μπεζ στρατιωτικά σορτς και άσπρες φανέλες από μέσα που διαγράφουν την κοιλιά τους.

Ακόμα με πιάνει ένα ρίγος όταν φτάνω στο κτήμα του Γούλα με τις φιστικιές στο τέλος του δρόμου και γυρίζω προς τα πάνω που είναι το σπίτι του.

Ο δρόμος τού έκοψε το κτήμα στα δύο, ξεκινάει από πάνω με τις φιστικιές να κατεβαίνουν σε σειρές για κανένα χιλιόμετρο μέχρι τα κοτέτσια πίσω απ’ το σπίτι του που είναι ακουμπισμένο πάνω στην άσφαλτο, να το πηδάνε και να συνεχίζουν κάτω μισό χιλιόμετρο μέχρι εδώ που είμαι εγώ.

Το σπίτι του Γούλα στο τρίστρατο στη μέση της Αγίας Μαρίνας, ένα μουσταρδί τσίγκινο λυόμενο πάνω σε μια υπερυψωμένη βάση από μπετόν που το έσπασε σε δυο σημεία και της άνοιξε παράθυρα, το μόνο διώροφο σε όλη την περιοχή, στέκεται εκεί από πάντα σαν να συμβολίζει το καλοκαίρι.

Ο Γούλας ήταν ο πρώτος μεθυσμένος που είχα δει παιδί. Είχε πυροβολήσει με την καραμπίνα μπροστά στα μάτια μου και των άλλων παιδιών έναν σκύλο που παίζαμε επειδή πήγαινε κι έμπαινε στο χωράφι του με τις φιστικιές και τις γαλοπούλες. «Σας το ’χα πει», μας είπε.

Το πρώτο βιβλίο του Κώστα Περούλη, η συλλογή διηγημάτων «Αυτόματα» (Αντίποδες, 2015), διακρίθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του «Αναγνώστη» 2016.

Πηγή:  ΕτΣ, υπό σκιάν  

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016 18:20

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση