Τετάρτη, 06 Φεβρουαρίου 2013 13:14

Ο Σεβάχ, ο Κεμάλ και εμείς... του ευρώ

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

 

Πιστεύω ότι οι περισσότεροι έχουμε καταλάβει πως αυτή η κρίση ξεκίνησε από τις Η.Π.Α. το 2008. Την «πυραμίδα» που ανενδοίαστα έπαιζαν μεγάλες τράπεζες και εταιρείες την επέτρεψαν κυβερνήσεις, ιδιαίτερα αυτή του Κλίντον.

Οι πολιτικοί σε όλο τον κόσμο πιέστηκαν να κάνουν αυτές τις ρυθμίσεις από τα λόμπυ του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αυτού που εκφράζει με τον πιο συνεπή τρόπο τον παγκόσμιο καπιταλισμό του καζίνου. 


Στην Ευρώπη η κρίση έφτασε το 2009. Κτύπησε περισσότερο τις χώρες του νότου. Βασική αιτία γι'αυτό ήταν ο τρόπος που είναι φτιαγμένη και λειτουργεί η Ε.Ε. Ανάμεσα στις χώρες του νότου, εδώ σ’ εμάς μας πήρε για τα καλά η μπάλα, διότι τις τελευταίες δεκαετίες επιτρέψαμε στους πολιτικούς – ιδιαίτερα σ’ αυτούς που κυβερνούσαν, σ’ αυτούς  που έδεναν κι έλυναν – να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Η φράση που ταιριάζει πιο πολύ με αυτό το κλίμα και που δίνει τον τόνο από πάνω έως κάτω και από τα δεξιά έως τ’ αριστερά, προεξάρχοντος του ΠΑΣΟΚ, νομίζω πως είναι αυτή: «εγώ να’ μαι καλά και δεν πάνε να γίνουν όλα τσιμέντο». Το «εγώ» του ομιλούντα,  συνήθως συμπεριλάμβανε και την οικογένειά του, το σόι του, την παρέα του, τους συντοπίτες του, τους κομματικούς κολλητούς του, ενώ όλοι αυτοί μοναδικό σκοπό είχαν να μοιραστούν τη λεία. Ζούσαμε μία κρίση σε όλα τα επίπεδα και το τραγικό ήταν πως αυτό το τερατώδες έμοιαζε απολύτως φυσιολογικό. Διάφορες ανεξέλεγκτες και αδίστακτες μαφίες που κατείχαν όλα τα πόστα επωφελούντο από τα δανεικά που έπαιρνε το κράτος. Η μαφιόζικη αυτή νοοτροπία είχε ξεφύγει και δεν αφορούσε μόνο κλειστές οργανωμένες ομάδες, αλλά ίχνη της εντόπιζε κανείς στις συμπεριφορές όλων μας. Όσοι αντιδρούσαν σ’ αυτό το κλίμα γρήγορα ανακάλυπταν πως ό,τι κι αν έκαναν, μια τρύπα στο νερό έκαναν. Όταν η κρίση έγινε και οικονομική, τότε μόνο αρχίσαμε τις μούντζες και τις κατάρες. Συνοπτικά, κάπως έτσι θα μαρτυρούσα το πώς φτάσαμε έως εδώ. 

Αυτό, το εδώ και τώρα που ζούμε, περιλαμβάνει μια μεγάλη ύφεση, μια ανεργία που καλπάζει και ήδη είναι η πρώτη στην Ε.Ε, καθώς και μια συνεχή αύξηση εκείνων που η φτώχεια τους κτυπάει την πόρτα. Το πιο σημαντικό είναι πως, σύμφωνα με τα γκάλοπ, οι περισσότεροι συμπατριώτες μας δε βλέπουν σημάδια ουσιαστικής ανάκαμψης και αυτό είναι κάτι που και η δική μας εμπειρία και σκέψη το διακρίνει παντού.  Απ’ την άλλη μεριά, η ελληνική κοινωνία, επί του παρόντος, δε φαίνεται να εμπιστεύεται καμία πολιτική δύναμη ως ικανή να λύσει σε εύλογο χρονικό διάστημα τα πιο ουσιαστικά προβλήματά μας. Αλλά η ιστορία μας διδάσκει πως αυτό το τελευταίο  είναι κάτι που μπορεί ν’ αλλάξει. Αυτό συνήθως γίνεται βασικά με ευθύνη των οργανωμένων πολιτικών δυνάμεων αλλά και των πολιτών που θέλουν να επωμιστούν αυτήν την ευθύνη. 

Γι’ αυτό, κόμματα, ομάδες, ερευνητικά κέντρα και διανοούμενοι συχνά δημοσιοποιούν ιδέες, σκέψεις και προγράμματα, προτείνοντάς μας τρόπους να βγούμε από αυτόν τον λάκο όπου έχουμε πέσει. Πολλές απ’ αυτές τις προτάσεις αρθρώνουν δυνατά επιχειρήματα και μας φαίνονται λογικές. Όσο δε κι αν είναι επιπόλαιο να ισχυριστείς πως από δημοσιογραφικά άρθρα ή ακόμα και από βιβλία είναι δυνατόν να πειστείς για τη δύναμη των επιχειρημάτων, τη συνοχή και το βάθος μιας πρότασης, εντούτοις μερικές φορές το όνομα του αρθρογράφου ή της ομάδας είναι μία εγγύηση πως η σκέψη τους έχει βάση και πως υπό όρους μπορεί να περπατήσει. Αν μάλιστα η πρόταση αυτή είναι αποτέλεσμα έρευνας και σύγκρισης, τότε αυτό βοηθάει να γίνει ο δημόσιος διάλογος με καλύτερες προϋποθέσεις. 
Φυσικά κι έχουμε πλήρη επίγνωση πως το πρόβλημά μας είναι πολυδιάστατο. Πολλές και βαθιές αλλαγές θα πρέπει να γίνουν σε διάφορους τομείς, διότι ο ένας επηρεάζει τον άλλο. Ακόμα και οι νοοτροπίες, η εμπιστοσύνη, το κλίμα, το φρόνημα, πράγματα δηλαδή που είναι κοντά στη σφαίρα του άυλου, είναι σημαντικοί παράγοντες που παίζουν ρόλο στο το αν τα πράγματα θα πάρουν τη μια τροπή ή την άλλη. Το ίδιο και μεμονομένα επεισόδια ή πτυχές της κοινωνικής μας ζωής, όπως λόγου χάρη ο βασανισμός κρατουμένων, η αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής, η κατευθυνόμενη απονομή δικαιοσύνης, οι εν ψυχρώ κακοποιήσεις μεταναστών, η εξαχρείωση των εμπλεκομένων στις διάφορες λίστες, η με ψύλλου πήδημα επιστρατευόμενη κοινωνία  ή η ανάθεση καίριων πόστων σε ανθρώπους που είναι ανίκανοι να παράγουν έργο και να υποστηρίζουν επί της ουσίας το δημόσιο συμφέρον, δημιουργούν αιτίες επικράτησης ενός συγκρουσιακού κλίματος που θρυμματίζει τη συνοχή της κοινωνίας. Αυτό, ανέκαθεν και παντού, είναι κάτι που περιορίζει την εμβέλεια ακόμα και των πιο σωστών για τον λαό οικονομικών και άλλων μέτρων. Και είναι επίσης αυτονόητο πως οι απαραίτητες αλλαγές, που είναι αναγκαίο να προκριθούν δημοκρατικά, αφορούν πρωτίστως την Ευρωζώνη.

Στη φάση αυτή, έχουμε πειστεί πως η πιο σημαντική παράμετρος που θα μας βοηθήσει είναι η οικονομική. Οι επιλογές που θα γίνουν σ’ αυτό το πεδίο είναι εκείνες που θα πρωταγωνιστήσουν σε ό,τι είναι να προκύψει. Φυσικά, άλλες από τις προτεινόμενες οικονομικές επιλογές κινούνται σαφώς εντός του συστήματος, άλλες στα όριά του και άλλες προϋποθέτουν σταδιακή ή ριζική αλλαγή του συστήματος.

Ένας αξιόλογος επιστήμονας που κινείται εντός του συστήματος είναι ο γνωστός νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν. Πρόσφατα διαβάσαμε μία παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του με τίτλο, « Τέλος σ’ αυτή την ύφεση, τώρα!».  Νομίζουμε πως έχει νόημα να κάνουμε μία αναφορά σ’ αυτό το βιβλίο, διότι επιτρέπει να γίνει σαφές πως η επιλογή της λιτότητας που προωθεί η Γερμανική ηγεσία και εν μέρει και η Αμερικανική δεν είναι μονόδρομος.

Ένα παράδειγμα που ο Κρούγκμαν επιλέγει να επαινέσει είναι αυτό της Ιαπωνίας. Η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου είναι γνωστό πως έχει δημόσιο χρέος που ξεπέρασε το 220% του ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, ένα από τα πρώτα προγράμματα που ψήφισε η νέα δεξιά κυβέρνηση του Σίνζο Άμπε αφορά κρατικές δαπάνες ύψους 116 δις δολαρίων. Οι άνθρωποι δηλαδή, αποφάσισαν να τυπώσουν και να σπρώξουν στην αγορά άφθονο χρήμα. Οι ιθύνοντες της Ιαπωνίας πιστεύουν πως αυτό το ποσό θα δώσει κίνητρα για ανάκαμψη της οικονομίας. Η κυβέρνηση σκέφτεται να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα για να πραγματοποιήσει δημόσια έργα, να ενισχύσει εταιρίες που επενδύουν σε νέες τεχνολογίες, να βοηθήσει μικρές επιχειρήσεις, καθώς και να χρηματοδοτήσει προγράμματα ανακούφισης του πληθυσμού που έχει πληγεί από καταστροφές. 

Αυτές οι επιλογές συγκροτούν τον πυρήνα της σκέψης του Κρούγκμαν, ο οποίος υποστηρίζει πως θα μπορούσε έτσι να αποκατασταθεί η πλήρης απασχόληση στις Η.Π.Α. σε λιγότερο από δύο χρόνια. Το κρίσιμο θέμα κατά τη γνώμη του είναι αν η κυβέρνηση Ομπάμα θα έχει την πολιτική βούληση να δαπανήσει πολλά χρήματα. Υποστηρίζει πως ακόμα κι ένας ετήσιος πληθωρισμός του 4% είναι δυνατόν να το επιτρέψει αυτό, διότι σε συνθήκες ύφεσης αυτός ο πληθωρισμός μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στην οικονομία.

Ο Κρούγκμαν κάνει ξεκάθαρο πως η μείωση των κρατικών δαπανών και η λιτότητα το μόνο που κάνουν είναι να επιδεινώνουν τα πράγματα. Το μήνυμα που στέλνει με όλους τους τόνους είναι πως απαιτείται μία ριζική αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Ειδάλλως, οι Η.Π.Α. και η Ευρώπη θα έχουν μία παρατεταμένη ύφεση, με ένα τεράστιο ανθρώπινο κόστος λόγω της άσκοπα υψηλής ανεργίας. 
Σε μία πρόσφατη συνέντευξή του ο Κρούγκμαν τόνισε πως είναι πλέον σαφές ότι χώρες που έχουν επιβάλει τη λιτότητα βρίσκονται αντιμέτωπες με μία αξεπέραστη οικονομική ύφεση. Γι’αυτό στις παρούσες συνθήκες της ύφεσης, αυτό που επιβάλλεται είναι οι κυβερνήσεις να αυξήσουν τις κρατικές δαπάνες για την τόνωση της οικονομίας. Και συνέχισε επικρίνοντας τη Γερμανία της Μέρκελ, που παραμένει φανατικά προσκολλημένη στην πίστη της γενικής λιτότητας ακόμα και όταν το Δ.Ν.Τ. έφτασε στο σημείο να εκφράζει την άποψη πως ο δρόμος αυτός είναι αναποτελεσματικός. Το θέμα είναι πως οι πολιτικές της λιτότητας λιγοστεύουν απελπιστικά τις δυνατότητες εμπορίου και κατανάλωσης, δηλαδή ρίχνουν ακατάπαυστα νερό στον μύλο της ύφεσης.


Σε μας εδώ γίνεται όλο και πιο φανερό πως το ένα μνημόνιο θα διαδέχεται το άλλο και πως το χρέος μας δεν είναι βιώσιμο. Έχοντας επιλέξει η κυβέρνησή μας να συνταχτεί με τη Γερμανία, στην ουσία προέκρινε ότι το κούρεμα, που είναι απαραίτητο να γίνει, θα γίνει όποτε και όπως συμφέρει τη Γερμανική κυβέρνηση. Αυτό για μας και στην πράξη, υποστηρίζουν πολλοί αναλυτές, σημαίνει πως το κράτος θα κάνει τη μισανθρωπία μέρος της καθημερινότητάς μας. Οικονομικοί παράγοντες τονίζουν πως η ελληνική κυβέρνηση, στη βάση ακόμα και των δικών της προδιαγραφών, θα μπορούσε να καλλιεργήσει συστηματικά εκείνες τις συμμαχίες στις Η.Π.Α., την Ασία και τη Λατινική Αμερική, που είναι σε τροχιά και σκέφτονται να επιλέξουν έναν άλλο ρόλο του Δ.Ν.Τ., έναν ρόλο που εν δυνάμει θα είναι πιο κοντά στα συμφέροντά μας.

Τέλος, αυτό που είναι ολοφάνερο τους τελευταίους μήνες είναι πως οι χώρες της ευρωζώνης - που στερούνται μιας κεντρικής τράπεζας - και σε μια εποχή που απαιτείται εμπορικό πλεόνασμα αυτό δεν προκύπτει. Εξαιτίας του χαμηλού πληθωρισμού και της μείωσης των ελλειμμάτων βλέπουν το ευρώ να δυναμώνει, πράγμα που επιδεινώνει μία ήδη αποπνικτική κατάσταση, μια και μειώνει τις εξαγωγές. Με δεδομένο πως λόγω λιτότητας είναι μειωμένη και η εσωτερική κατανάλωση καταλαβαίνει κανείς σε τι φαύλο κύκλο έχουμε μπλέξει και τι άπιαστο όνειρο φαίνεται να είναι έτσι η ανάπτυξη. Πολλαπλασιάζονται επίσης εκείνοι που τονίζουν πως η ανταγωνιστικότητα των οικονομιών που βρίσκονται σε κρίση, όπως αυτή των χωρών του Ευρωπαϊκού νότου, είναι πια γεγονός πως δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με τη συνεχή μείωση  του εργατικού κόστους, αλλά βασικά με τη μείωση του χρηματοπιστωτικού κόστους, δηλ. των δανείων της αγοράς. Οι κυβερνήσεις όμως αυτών των χωρών δεν επιλέγουν αυτόν το δρόμο, πράγμα που θα έχει ως συνέπεια να χειροτερεύουν συνεχώς οι όροι ζωής των εργαζομένων τους. 


Με αυτή τη σκιαγράφηση κάποιων προβληματικών για την υπέρβαση των μεγάλων δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε ως μέρος της παγκόσμιας κοινότητας, προσπάθησα να κάνω φανερό πως η απαξίωση που βιώνουμε μέρα με τη μέρα δεν είναι αναπόφευκτη, δεν είναι μονόδρομος, δεν είναι κισμέτ. Αν φυσικά σαν τον Σεβάχ μας σταμπάρει μια βαθιά επιθυμία να ανοιχτούμε ρισκάροντας στην περιπέτεια του κόσμου και αν σαν τον Κεμάλ νοιώθουμε την ανάγκη να δοκιμάσουμε στην πράξη τα όνειρά μας. Μας κάνει καλό αν σκεφτόμαστε πως ακόμα και εντός του συστήματος υπάρχουν εναλλαχτικοί δρόμοι, έτσι ώστε, αν καταρχάς δρομολογηθούν άλλες οικονομικές πολιτικές, είναι πολύ πιθανόν αυτές σύντομα να δώσουν τις ευκαιρίες στην εργατικότητα να ανακουφίσει τα πλατιά στρώματα του κόσμου και έτσι ν’ αρχίσει πάλι η ελπίδα να φτερουγίζει στις καρδιές των ανθρώπων. Ίσως τότε οι νέοι άνθρωποι πάψουν ν’ αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό και συνειδητά αποφασίσουν να το παλέψουν εδώ. Που μία συνέπεια θα είναι προφανώς πως θα αποφασίσουν να κάνουν και να αναθρέψουν εδώ τα παιδιά τους – έχοντας κατά νου άραγε να διορθώσουν κάποια απ’τα λάθη της δικιά τους ανατροφής; Και ίσως έτσι καταφέρουν κάποτε να νοιώσουν στα πάτρια εδάφη σαν το σπίτι τους.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 04 Απριλίου 2013 10:48
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση