Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013 14:27

Που να' ναι ο Χρήστος;*

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

 

Στις 29 Ιανουαρίου – μέρα που πέθαναν ο Αλ Καπόνε κι ο Τσιτσάνης - πέθανε κι ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Ήταν το μακρινό 1993 κι αυτός ήταν 37 ετών. Κι ενώ η λογική, με αυτάρεσκη σιγουριά απαντάει στην ερώτηση του τίτλου, πως πουθενά δεν μπορεί να είναι,
εν τούτοις νοιώθω πως είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του ο Χρήστος τριγυρίζει διακριτικά στις σκέψεις και στα συναισθήματα ανθρώπων που είχαν έρθει σε στενή επαφή, τουλάχιστον με το έργο του. Ένας απ’αυτούς είμαι κι εγώ.

Τον Χρήστο δεν τον συναναστράφηκα ποτέ μου, αν και πολύ θα ήθελα να κάναμε παρέα, κι ας ήταν μόνο Δευτέρες. Τον γνώρισα, όμως, μέσα από τις κριτικές και τα μικρά του δοκίμια ( Θούριο, Αυγή, Σύγχρονος Κιν/γράφος, Ντέφι, Αντί, Ιστός), τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του, τις ταινίες του και τις ραδιοφωνικές εκπομπές του. Τον πρωτοδιάβασα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, τότε που εδώ σ’εμάς μαινόταν ο ιδεολογικός πόλεμος.  Τον ξαναβρήκα  στη δεκαετία του ’90, τότε που τα σύγχρονα μέσα άρχισαν να εγκαθιδρύουν τον πολιτισμό της κατανάλωσης της εικόνας και της υπερκατανάλωσης των προϊόντων. Ο Χρήστος ήταν παρών και όρθιος σ’αυτές τις θύελλες. Παρών μ’ έναν τρόπο πρωτότυπο, εύστροφο και εύστοχο που πάντα έκανε παιχνίδι με τη γύρω μας φλεγόμενη πραγματικότητα. Ίσως, επειδή μονίμως βρισκόταν σ’ ένα ιδιότυπο περιθώριο της τότε ανερχόμενης διαβρωτικής  δύναμης του λάιφ στάιλ, κατάφερνε να εντοπίζει τα ίχνη μιας αόρατης Ελλάδας που επιβίωνε κόντρα σ’ όλες τις τυποποιήσεις και στην επέλαση του καρακιτσαριού. Μιας ντροπαλής Ελλάδας που ανάσαινε ακόμα κι όταν τα απανωτά ξεπουλήματα των αρπακτικών παραγόντων που σερνόντουσαν σ’ όλα τα σκαλοπάτια της κοινωνίας, ήταν σε έξαρση. 


Η σχεδόν μοναχική του περιπλάνηση τον έφερνε επίσης δίπλα και σ’ αυτούς – ζώντες ή τεθνεώτες, ντόπιους ή ξένους -  που κόντρα σ’ όλους τους χυδαίους αντιπερισπασμούς, πάλευαν με νύχια και με δόντια, με ρίσκα και με πάθος για να εκφράσουν μία άλλη προοπτική. Μια προοπτική, όπου η ζωή κι όχι η ρεπλίκα της, παρ’ όλα τα βαρίδια και τα πένθη, θα πετούσε από τη χαρά της. Που στην πράξη αυτό πάντα σημαίνει ότι τους συνεισφέροντες σ’αυτήν την απογείωση, θα τους πήγαινε πέρα από τις παραισθήσεις και τους φόβους τους φέρνοντάς τους συνάμα πιο κοντά Τόσο κοντά, όσο να αισθάνονται μοναδικοί, αληθινοί, και διαθέσιμοι για τα καλύτερα, τα πιο όμορφα και τα πιο τρυφερά. Ο Χρήστος, το παραδέχονται αυτό κι οι όλοι οι φίλοι του αυτό, ήταν ο πρωτομάστορας σ’εκείνη την αρχαία προσήλωση της φυλής των συμποσίων που βρίσκει φλέβα χρυσού στο νόημα της συνάντησης δύο ή περισσότερων ανθρώπων και στο συγκινησιακό φορτίο που εκλύουν αυτές οι επαφές. Γι’αυτό εξάλλου, όπως λένε, είχε μια ξεχωριστή ικανότητα να ανοίγει με φυσικότητα πόρτες και δρόμους, όπου κατέληγαν ομοτράπεζοι άνθρωποι που πριν δε γνωριζόντουσαν, όπως και να συμφιλιώνει μουτρωμένους, φίλους, εραστές και συνεργάτες. Κι αυτό, γιατί βαθύτατα μέσα του πίστευε και υπερασπιζόταν με ευγένεια κι επιμονή τη στάση πως η ζωή δεν είναι πλοκή, επεισόδια, σχέδια και καταναγκαστική δράση, αλλά μια πηγαία ελευθερία που στέφει βασίλισσες τις στιγμές εκείνες, όπου οι  συναισθηματικές δοσοληψίες προκαλούν συγκίνηση και δέος.

Το "δέος" ήταν ένα από τα μοτίβα της ματιάς που είχε ο Χρήστος για τη ζωή. Λέγοντας δέος συνήθως εννοούσε, αυτό που αποπνέει η αίσθηση που έχουμε για την ιερότητα της στιγμής. Στιγμής που είναι ένα μείγμα που απαρτίζεται και από πράγματα ευτελή, ασήμαντα κι υποτιμημένα  που, όμως, καταφέρνουν να αρθρώσουν το εφήμερο εκείνο ποίημα που μπορεί και δίνει μια λάμψη στη ματιά και ανοίγει την καρδιά προς την ουσία της ύπαρξης. Μέσα απ’ όλα τα είδη που εκφράστηκε, είχες συχνά την αίσθηση πως αυτό που μιλάει είναι ένα λοξά σκεπτόμενο παιδί που δεν αρκείται στο να απολαμβάνει τον παράδεισο του, αλλά θέλει να τον μοιραστεί με τους άλλους, τους εν δυνάμει φίλους. Εξ ού και η ήπια στάση που διατρέχει το έργο του - ως άποψη αλλά και ως ύφος - καθώς και η πνευματώδης ειρωνεία στα όρια της σκανταλιάς με την οποία αντιμετωπίζει τα βάσανα και τις ασυναρτησίες της ζωής μας. Γι’αυτό ο Χρήστος μίλησε απλά για πράγματα σύνθετα, με μια έμφαση σ’εκείνες τις αστείες πλευρές της ζωής που αποκαλύπτουν το παράδοξο ενός κόσμου, όπου η χαρά κι η λύπη είναι τα ανήσυχα σιαμαία αδελφάκια. 

Το άλλο λάιβ μοτίβ της ζωής του ήταν το ερώτημα « τι είναι στις μέρες μας η αγάπη». Ένα ερώτημα στο οποίο την πιο ολοκληρωμένη απάντηση έδωσε με το μυθιστόρημά του « Η γραμμή του Ορίζοντος». Με το που το πρωτοδιάβασα, τότε στις αρχές του ’91, το δώρισα σε αρκετούς φίλους μου. Διαβάζοντάς το κι άλλες φορές τα επόμενα χρόνια, όλο και πιο πολύ πειθόμουν πως ήταν για μένα ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα που είχα διαβάσει. Είναι εκεί μέσα, όπου η αγάπη είναι  ο ορίζοντας μαγνήτης που ωθεί την ηρωίδα σ’ ένα φευγιό που ξεκινάει απ’ τον Πειραιά και καταλήγει στην αγαπημένη του Πάτμο – μια χώρα, όπου, όπως έλεγε ο ίδιος, η Μεγάλη Παρασκευή διαρκεί όλο το έτος. Το βιβλίο, παρόλο που μιλάει από απόσταση και για έναν έρωτα βουτηγμένο σε μια μυστήρια αλλά ζωοφόρο μελαγχολία, εν τούτοις με κέρδισε και συναισθηματικά και με την πρώτη ανάγνωση. Όχι, όμως, μόνο τότε. Ακόμα και σήμερα εξακολουθώ να υποστηρίζω πως μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου αναδύεται εκείνο το δέος που μας ξαναγεννά, όταν οι φθορές μας  μάς βαλσαμώνουν στις όποιες βιτρίνες της ζωής μας. 
 
Στα τέλη του ’93 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη με τίτλο «Γεια σου Ασημάκη». Ο Παπαγιώργης  κατάφερε να γράψει ένα εξαιρετικό βιβλίο για τον φίλο του τον Χρήστο. Ήταν ο τρόπος του για να τον πενθήσει έτσι, ώστε ο νεκρός να μη στοιχειώσει. Επί της ουσίας πρόκειται για μία από της πανάρχαιες στάσεις της αποδοχής του θανάτου. Αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσουν οι ζωντανοί να κρατήσουν μια όσο γίνεται καθαρή ανάμνηση του νεκρού. Αλλά και για να καταφέρουν επίσης να ζήσουν, με όση ευφορία μπορούν, το υπόλοιπο της ζωής τους και με πλήρη επίγνωση πως κάποια μέρα θα έλθει και η δικιά τους σειρά. 

Κι ο  φίλος του Αργύρης Μπακιρτζής : «Η Ελένη  του κρατούσε και του χάιδευε το χέρι τις δύο τελευταίες μέρες του. Σε μια στιγμή γυρίζει και της λέει: “Μη φοβάσαι το θάνατο. Ωραία είναι. Μόνο μπαινοβγαίνω και μπερδεύομαι”. Και μετά απευθυνόμενος προς τον Τσιώλη : “Ρε Σταύρο, δεν μιλάμε Αγγλικά μην κάνουμε κάνα λάθος;” Θέλω να αναφέρω επίσης μια ευτυχισμένη στιγμή που ζήσαμε το τελευταίο του καλοκαίρι, σε μια διακοπή των γυρισμάτων της ταινίας «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε». Ήταν ο Χρήστος, ο Στέλιος ο οπερατέρ κι εγώ. Βαδίσαμε μακριά μέχρι την παλιά Μονή Φιλοσόφου. Μετά κατηφορίσαμε στον Λούσιο και βουτήξαμε ( όποιος έχει πάει και ξέρει θα καταλάβει). Ο Χρήστος μας είπε: “Τι άλλο θέλουμε;”. Αισθάνομαι πως εκεί που θάναι, θα είναι πολύ καλά.»  

Με θεωρώ τυχερό που στη ζωή μου μπλέχτηκα με τα γραπτά, τις εκπομπές και τις ταινίες του Χρήστου. Όλο αυτό το έργο ανήκει σ’εκείνη την κατηγορία των πραγμάτων που μ’ένα ανεξήγητο τρόπο συμβαίνει κάτι το απίθανο. Ανάμεσα σε εκατομμύρια φωνές, ήχους, εικόνες και λέξεις που μας περιτριγυρίζουν, υπάρχουν κάποιες που είναι σα να προορίζονται για μας. Μέχρι να το πάρουμε είδηση ούτε που έχουμε συνείδηση αυτής της έλλειψης. Μα, όταν πέσουνε επάνω μας, έχει μια τέτοια φυσικότητα η συνάντηση που λες κι όλα αυτά ήταν μέσα μας από τότε που γεννηθήκαμε. Το έργο του Χρήστου, όπως είπα, ανήκει σ’αυτήν την ομάδα. Όπου και νάναι, γλυκά τον φιλώ.


Και τον ευχαριστώ
. Διότι πιστεύω πως κατάφερε να ενισχύσει εκείνη την πλευρά του εαυτού μου που αντιστεκόταν στη δίνη της κατηφόρας της μεγάλης που με οδηγούσε η απόγνωση των ύπουλων χρόνων. Ήταν εκείνες οι φανταχτερές μέρες που ενώ, σχεδόν όλοι ήθελαν με κάθε μέσο να φτιαχτούν και να μεταμφιεστούν, ο Χρήστος άνοιγε λαγούμια για κάτι εντός μας εκτός μας κι επί τ’αυτά υπέροχα ξέφωτα όπου κυρίαρχο ήταν το αίτημα ζωής. Αυτό το ανεγνώρισα κι εγώ και οι πολλοί καλοί φίλοι του. Των οποίων, όλα αυτά τα χρόνια έχω διαβάσει αρκετά άρθρα, πολύ καλύτερα από αυτό εδώ. Προφανώς με έχουν επηρεάσει και θεωρώ φυσική την αδυναμία κάποια από τα δικά μου να είναι ασυνείδητες αντιγραφές. Δεν πειράζει όμως, διότι ο σκοπός – αυτός ο φόρος τιμής στον Κυψελιώτη Χρήστο  Βακαλόπουλο -  είναι καλός.

* Ο τίτλος του άρθρου είναι από ένα στιχάκι του τραγουδιού "Πλάι στ'αρνάκι". Στο τραγούδι του αυτό ο Σαββόπουλος αναρωτιέται που να βρίσκονται αγαπημένοι του φίλοι που έχουν πεθάνει. Ανάμεσα σ'αυτούς συμπεριλαμβάνει και τον Χρήστο. Πατώντας   εδώ   μπορείτε ν'ακούσετε το τραγούδι αυτό που υπάρχει στο δίσκο του 1999 "Χρονοποιός". 

Πατώντας  εδώ  θα σας ανοίξει η επίσημη ιστοσελίδα για τον Χ.Β, που έχουν φτιάξει φίλοι του. Εκεί θα βρείτε και το ντοκιμαντέρ "Play it again Χρήστο ", που το σκηνοθέτησε το 2007 ο Σταύρος Καπλανίδης.

Πατώντας  εδώ θα σας ανοίξει μία από τις ραδιοφωνικές εκπομπές που έκανε ο Χ.Β στις αρχές της δεκαετίας του '80, με τίτλο "Δωδεκάτη ώρα".

Τέλος, πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί ένα άρθρο που έγραψε το 1991 ο Χ. Β για το έργο του  Παπαδιαμάντη.
 


Βιβλιογραφία

(2006) Ο Τζέρι Λούις, Αιγόκερως
(2005) Η ονειρική υφή της πραγματικότητας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας - επιμέλεια Κώστας Λιβιεράτος.
(1996) Οι πτυχιούχοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1995) Από το χάος στο χαρτί, Βιβλιοπωλείον της Εστίας - επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος.
(1993) Υπόθεση μπεστ-σέλλερ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1991) Η γραμμή του ορίζοντος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1990) Δεύτερη προβολή, Αλεξάνδρεια
(1989) Νέες αθηναϊκές ιστορίες, Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Φιλμογραφία

1984 Βεράντες
1986 Θέατρο
1989 Όλγα Ρόμπαρντς
1992 Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε (με τον Σταύρο Τσιώλη)


Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013 12:01
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση