Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Παρασκευή, 03 Ιουνίου 2016 08:32

Ο δημόσιος υπάλληλος κι η Μπάρμπι, του Γιώργου Θ. Τσιρίδη

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Α'
Τι δουλειά έχει ένας σοβαρός κύριος και κανονικότατος δημόσιος υπάλληλος με τα όλα του, σαρανταπεντάρης, με ένα τρελοκόριτσο δεκαεννιά χρονών που θα μπορούσε να είναι κόρη του; Ιδιαίτερα μάλιστα όταν -αν και ανύπαντρος- έχει μια πολύ προσεγμένη και μετρημένη ζωή ενώ εκείνη δεν ξέρει που κοιμήθηκε χτες και που θα κοιμάται αύριο; Κι όταν εκείνος δεν είναι κανένας τυπάς με τα πολλά λεφτά και την ομορφιά να τρέχουν από τα μπατζάκια του, αντίθετα έχει μια μέτρια εμφάνιση και μετρά το κάθε του έξοδο σημειώνοντάς το σε καρνέ, ενώ εκείνη έχει μια απολύτως φυσική κι απαστράπτουσα ομορφιά που τραβά τα αρσενικό βλέμματα και πορτοφόλια σαν μαγνήτης;
 
Ο καθένας θα μπορούσε να γελαστεί και να νομίζει πως πρόκειται για ένα πατέρα με την κόρη του ή έναν θείο με την ανιψιά του ή, έστω έναν οικογενειακό φίλο με την νεαρή κόρη φίλων που πάνε σε μαζί κάποια δουλειά. Φροντίζουν, όμως, να διαψεύδουν αυτή την εντύπωση που θα έσωζε τα προσχήματα και με κάθε τρόπο δείχνουν πως πρόκειται για ένα αταίριαστο ζευγάρι, για μια προκλητική συνένωση που είναι πολύ πιθανό να κρύβει χρηματική ή άλλη συναλλαγή πίσω της. Δεν είναι λίγοι οι πλούσιοι Ρώσοι ή οι Βαλκάνιοι που έρχονται στη νύφη του Θερμαϊκού για να ψαρεύουν νεαρές επί χρήμασι ή τις κουβαλούν με τις αποσκευές τους όπως άλλοι δεν αποχωρίζονται το λάπτοπ τους. Θα μπορούσε να είναι κι η εικόνα των δυο τους μέρος αυτού του παραμυθιού που αποτελεί πια τουριστική ατραξιόν. Όμως όλα δείχνουν ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον ο δημόσιος υπάλληλος δείχνει, εκτός από την ηλικία του, εξίσου καλά και την ιδιότητά του αλλά και την μετριότητα του πορτοφολιού του.
Πως είναι δυνατό να διασχίζουν τώρα κάθετα την Τσιμισκή και να κρατιούνται σαν ερωτευμένο ζευγάρι; Εκείνος τείνει προς το μέρος της την παλάμη του δειλά αλλά εκείνη του έχει αρπάξει το χέρι από τον καρπό και κρέμεται σχεδόν στο μπράτσο του. Τι αφύσικη εικόνα παρουσιάζουν ετούτοι οι δυο, εκείνος με το κοστούμι, έστω κι αν είναι κάπως φθαρμένο από την πολυκαιρία, κι εκείνη με ένα πολύ καυτό κοντό παντελονάκι κι ένα εξώπλατο μπλουζάκι που επιτρέπει στο σφιχτό στήθος της να πάλλεται καθώς περπατά δίπλα του; Εκείνος ντυμένος για να περνά απαρατήρητος κι εκείνη ντυμένη για να μην αφήσει βλέμμα που να μην το τραβήξει πάνω της. Και δεν είναι μόνο που κρατιούνται από το χέρι, είναι κι όλες οι κινήσεις τους δείχνουν εκ μέρους του μια φυσική ντροπαλότητα, σχεδόν μια ψύχρα, και από την πλευρά της μιαν ανυπόκριτη και επιδεικτική τρυφεράδα.
Και για να μην μείνει η παραμικρή αμφιβολία αν είναι ζευγάρι ή πατέρας και κόρη, κάθε τόσο, όταν η νεαρή ενθουσιάζεται με μια αφίσα, με μια διαφήμιση ή με μια βιτρίνα, σηκώνεται στα δάχτυλα του ποδιού της και του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο ή στα χείλη που εκείνος το ανταποδίδει με την αναμενόμενη λαχτάρα αλλά και μια ευδιάκριτη συστολή καθώς το βλέμμα του στρέφεται ολόγυρα στον χώρο σαν να ζητά συγνώμη από τους θεατές.
Τι είδους πρόκληση είναι αυτή μέσα στους δρόμους της πολύβουης μεσημεριανής Θεσσαλονίκης; Πως γίνεται να κυκλοφορεί ανάμεσά μας ένας τέτοιος άγγελος -ή μήπως ένα “γύναιο”;- μία τέτοια θεά -ή μήπως ένα ξωτικό;- που ακινητοποιεί τους πάντες στο αιθέριο πέρασμά της; Κι ο τύπος δίπλα της, με τα διπλάσιά της χρόνια, που προχωρά σαν να έχει καταπιεί σκουπόξυλο και κοιτάζει γύρω του καχύποπτα τα πάντα, με μάτια περισκοπικά, τι δουλειά έχει με αυτό το παιδί;
Και να! μα τι κάνουν τώρα; ... τον φιλάει! Ναι, ναι, σηκώνεται στις μύτες των ποδιών και τον φιλάει στο στόμα! Αναμφίβολα βάζει τη γλώσσα της μέσα στο στόμα του χωρίς να τον σιχαίνεται και ρουφά την δική του γλώσσα που πρέπει να έχει πάθει γλωσσοδέτη. Και να που κι εκείνος γίνεται κατακόκκινος αλλά ανταποδίδει το φιλί στα ίσα! Ε, βέβαια, πως θα μπορούσε να μην ανταποδώσει; Πως να αρνηθεί ο διψασμένος στην έρημο το νερό πως να αρνηθεί ο ναυαγός ένα σωσίβιο μέσα στα κύματα; Θεέ μου, δίνουν δημόσιο φιλί στην γωνία Τσιμισκή και Εϋνάρδου! Μοιάζει απίστευτο κι όμως συμβαίνει!
Γελάνε τώρα. Η ράχη του λυγίζει προς το μέρος της. Φαίνεται πως το σκουπόξυλο μέσα του έχει σπάσει κι η μάσκα που κάλυπτε το πρόσωπό του κατέπεσε. Ώστε λοιπόν αυτό το χαλκείο μπορεί και να γελάει; “Χαμόγελο δημοσίου υπαλλήλου” θα το έλεγε ένας βιαστικός παρατηρητής και “χαμόγελο απρόσμενης ευτυχίας” θα το έλεγε κάποιος πιο προσεκτικός. Συσπώνται τα μάγουλα του, ανοίγει διάπλατα το στόμα του και ο ήχος του γέλιου του βγαίνει κακόηχος αλλά δυνατός ... ανεπίτρεπτα δυνατός.
 
---
 
 
Β'
 
 
Ο κύριος Χρήστος, γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός, είχε ένα σπίτι στο κέντρο, στην πολύβουη συνοικία Μοδιάνο, πάνω από την πλατεία Αριστοτέλους και θα τον έλεγε κανείς ξεπεσμένο μέλος της αστικής τάξης της πόλης. Η οικογένειά του είχε ριζώσει από προηγούμενους αιώνες όταν ακόμα οι Ρωμιοί ήταν εδώ μειοψηφία. Ο ίδιος είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον πολύ συντηρητικό και πέρασε τη ζωή του χωρίς ρίσκα, και κάπως μίζερα, πράττοντας το σωστό και το πρέπον. Καθώς τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά για την οικογένεια, η μόνη περιουσία που του έμεινε ήταν το σπίτι. Ευτυχώς κατάφερε χάρη στις παλιές οικογενειακές σχέσεις και γνωριμίες να γίνει δημόσιος υπάλληλος και να εξασφαλίσει έτσι ένα σταθερό εισόδημα για να ζει αξιοπρεπώς.
Με τις γυναίκες δεν τα πήγε καλά. Παντρεύτηκε αλλά χώρισε αμέσως κι ευτυχώς η ατυχής προσπάθειά του δεν άφησε τίποτε παιδιά πίσω της. Έλεγαν πως στο κρεβάτι ήταν καλός αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο τον παρατούσαν. Εδώ και αρκετά χρόνια, από τα σαράντα του, είχε τελειώσει με αυτό το σπορ. Δεν κυνήγησε άλλη γυναίκα κι ας το πλήρωνε με την διαρκή και χωρίς πια καμιά ελπίδα αλλαγής μοναξιά του. Όσο για τους συγγενείς του, έχει μαζί τους μόνο τυπικές σχέσεις, τους συναντά σε γάμους ή κηδείες και στην ουσία οι περισσότεροι από αυτούς δεν θέλουν να τον ξέρουν κι εκείνος δεν θέλει ούτε να τους βλέπει.
Πρόσεχε και μετρούσε τα πάντα. Μετρούσε τη βενζίνη που έκαιγε και τα έξοδα για ρούχα ή για συσκευές. Σημείωνε σε ένα καρνέ τις υποχρεώσεις του και ποτέ δεν ξέφυγε από ημερομηνία πληρωμής ούτε ξέχασε ένα χρέος, μια δόση ή ένα λογαριασμό. Είχε μπροστά του πάντα ένα ημερολόγιο και σημείωνε όλα όσα σκόπευε να κάνει τον επόμενο και τους επόμενους μετά τον επόμενο μήνες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, της σχεδόν ηθελημένης μοναξιάς και της απόλυτης τακτοποίησης όλων των λεπτομερειών της ζωής που θα μπορούσαν -αν έμεναν ανεξέλεγκτες- να αναστατώσουν τον ψυχικό του κόσμο, πορευόταν ο κύριος Χρήστος. Πάντα καθαρός και συντηρητικά ντυμένος, είχε περιορίσει τον κόσμο στη δουλειά, στο σαλόνι του και λίγο στο γήπεδο. Ήταν Ηρακλής! Θαύμαζε τον Ηρακλή του Χατζηπαναγή και χαιρόταν που δεν ανακατευόταν στις διαμάχες των Παοκτζήδων με τους Αρειανούς ούτε είχε τίποτε να χωρίσει με τις ομάδες της Αθήνας. Πήγαινε στο σχεδόν πάντα άδειο γήπεδο, γνώριζε τους λίγους φιλάθλους του Ηρακλή, που όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι έβλεπαν την ομάδα, κι ονειρευόταν που και που τον “γηραιό” να παίρνει το πρωτάθλημα. Ένιωθε καλά μέσα στον περιορισμένο κόσμο των Ηρακλιδέων όπου το αυστηρό και αγέλαστο ύφος είχαν μεγάλη πέραση. Αν γινόταν μόνο να γνώριζε τον Βασίλη Χατζηπαναγή λίγο πιο προσωπικά, πόσο ανεβασμένος και πόσο πιο σπουδαίος θα ένιωθε πραγματικά μέσα σε αυτόν τον ελεγχόμενο κόσμο!
Η δουλειά ήταν ίσως ο μόνος χώρος, πέραν του γηπέδου, που τον έκανε να νιώθει πως ζει. Και δεν τον ενδιέφερε βεβαια η ένταση των στιγμών ενός αγώνα, το γκολ που δέχεται ή που βάζει η ομάδα σου, αλλά την ασφάλεια ενός χώρου ανθρώπων άγνωστων επί το πλείστον, με πενιχρά ενδιαφέροντα, χωρίς ερωτήματα και χωρίς απαντήσεις. Ήταν ο τέλειος χώρος για να ζει και να κινείται με άνεση ο κύριος Χρήστος. Αντίθετα από την μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων του που γκρίνιαζαν με την δήθεν πολλή δουλειά που είχαν πάντα να κάνουν και με τις ευθύνες που τους φόρτωναν οι κανονισμοί και οι ανώτεροι, εκείνος ήταν ικανοποιημένος με την κατάσταση. Σιωπηρά ευχόταν για ακόμη περισσότερη δουλειά και ακόμη περισσότερες ευθύνες στην πλάτη του. Στο κάτω-κάτω όση κι αν ήταν η εργασία, μπορούσε πάντα να την μετακυλήσει στους ώμους των πολιτών που περίμεναν έξω από την πόρτα του γραφείου του για να εξυπηρετηθούν. Έτσι κι αυτός γινόταν πιο απαραίτητος αλλά και η αναγκαιότητα της θέσης του δεν ετίθετο σε αμφισβήτηση. Όποιος είχε άλλη γνώμη θα έβλεπε τις συνέπειες της πολύ σύντομα.
Ήταν πάντοτε υπάκουος στις εντολές των ανωτέρων κι ήξερε να συγυρίζει καλά τους κατώτερους. Δεχόταν χωρίς αντιρρήσεις την εξουσία που του ασκούσαν αλλά, με τη σειρά του κι εκείνος, έκανε το ίδιο σε όσους έπεφταν στον χώρο ευθύνης του. Τώρα, αν μερικοί πολίτες διαμαρτύρονταν συνεχώς κι αν κάποιοι συνάδελφοί του τον έβλεπαν με μισό μάτι, εκείνον λίγο τον ένοιαζε. Το παν ήταν να έχει μια μετρημένη ζωή υπό πλήρη έλεγχο κι αυτό μέχρι στιγμής το κατάφερνε πολύ καλά.
 
---
 
 
Γ'
 
 
Την βάφτισαν Βαρβάρα αλλά κανείς ποτέ δεν την φώναξε με αυτό το όνομα. Οι γονείς της προτιμούσαν το “Ρούλα”, οι φίλες της είχαν διαλέξει το “Βούλα” κι οι συμμαθητές της στο σχολείο την έλεγαν “Μπάρμπι”. Τελικά, από όλα, αυτό το τελευταίο επικράτησε. Ίσως γιατί έμοιαζε στην κούκλα με την μεγάλη γκαρνταρόμπα, αν κι εκείνη δεν είχε πολλά ρούχα ούτε της άρεσε να αλλάζει συνέχεια φορέματα. Ήταν όμως όμορφη σαν κούκλα κι αυτό ήταν που πρόσεχαν όλοι όσοι την πλησίαζαν, είτε άντρες είτε γυναίκες. Οι άντρες της έριχναν βλέμματα πόθου όπου κι αν την συναντούσαν, ανεξάρτητα από τον χρόνο ή τις συνθήκες. Κανείς άντρας δεν είχε αποφύγει να την κοιτάξει με λαγνεία ή πόθο ή έστω με λαχτάρα για ένα της χαμόγελο μόνο. Οι γυναίκες την κοιτούσαν άλλοτε με πίκρα ή ζήλια κι άλλοτε με θαυμασμό. Από κανέναν δεν περνούσε αδιάφορη η αιθέρια μορφή της.
Ήταν πάντα ένα παιδί απροσάρμοστο, σχεδόν ανυπότακτο. Στο σχολείο ήταν πρώτη στα σκασιαρχεία, σε κάθε πλάκα, σε κάθε σκανδαλιά. Καλή μαθήτρια παρά τις παρεκτροπές της περνούσε τις τάξεις χωρίς πολύ κόπο ή διάβασμα. Μόνο για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο χρειάστηκε να διαβάσει και παρά την τελική της επιτυχία έλεγε πάντα ότι αυτή ήταν μακράν η χειρότερη περίοδος της ζωής της.
Η οικογένειά της ήταν μια μέση οικογένεια με ένα εισόδημα ικανό για να περνούν καλά αλλά όχι τόσο ώστε να θεωρηθούν πλούσιοι. Με την κρίση το επίπεδο διαβίωσής τους έπεσε σημαντικά και τα περιθώρια για εκδρομές σε ξένες χώρες στένεψαν. Ίσως αυτό να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που της έκοψε η κρίση, τις βόλτες στο εξωτερικό. Δεν της έλειψαν οι μέρη όπως το Παρίσι ή η Ρώμη ή το Λονδίνο. Προτιμούσε να πηγαίνει σε περιοχές άγνωστες στον πολύ κόσμο, στην Βασκία, στην Ουαλία, στην Απουλία και στην Ονδούρα. Σε αυτά τα μέρη είχε προλάβει να πάει αλλά πάντοτε ονειρευόταν να κάνει ένα-δυο μεγάλα ταξίδια ως τη μακρινή νήσο Χοκάϊντο της Ιαπωνίας και το Βλαδιβοστόκ της αχανούς Ρωσίας. Ποτέ δεν έγιναν σαφή τα κίνητρα που την οδηγούσαν σε αυτές τις επιλογές αλλά, έτσι κι αλλιώς, για καμιά επιλογή της δεν υπήρχε εύκολη εξήγηση.
Ήταν αντικομφορμίστρια αλλά δεν είχε και πολλές σχέσεις με τους τύπους του περιθωρίου. Θα έλεγε κανείς ότι το μυαλό της ήταν λίγο χύμα αν δεν κατέβαζε που και που κάτι ιδέες που έδειχναν πως δεν έχανε καθόλου λάδια. Απλά ήταν ανοιχτή σε όλα και δεν είχε όρια. Δεν έχει πρόβλημα να πάει με κάποιον αν κάτι της έκανε κλικ στο κεφάλι ή στην καρδιά. Ήταν παράξενο που διάλεγε πάντοτε να πηγαίνει με παράξενους τύπους που δεν της ταίριαζαν ούτε στην εμφάνιση, ούτε στις συνήθειες, ούτε στην ηλικία, ούτε στις ιδέες, σε τίποτα. Διάλεγε τους άντρες με το μυαλό, ίσως γιατί στην καρδιά της δεν είχε πολύ εμπιστοσύνη. Πήγαινε με τύπους που έμοιαζαν “σφιγμένοι” σαν χαρακτήρες, κομφορμιστές -δηλαδή το ακριβώς αντίθετο του χαρακτήρα της- και συντηρητικούς, και της άρεσε να παίζει μαζί τους ώσπου να διαλύσει την ψυχή ή την λογική τους. Τρελαινόταν για δικηγόρους που εξ αιτίας της έχαναν ένα σημαντικό ραντεβού ή μια δίκη, για αστυνομικούς που για χάρη της έμπαιναν σε κυκλώματα ναρκωτικών, για δικαστές που πρόδιδαν χωρίς τύψεις τον όρκο τους όταν ήταν να την κάνουν δική τους. Ήταν σαν να είχε βάλει στον στόχο της τα θεμέλια της κοινωνίας και ήθελε να τα διαβρώσει.
Η διαδικασία της διάβρωσης των γραβατωμένων -έτσι τους έλεγε- ήταν σχεδόν αυτόματη μετά από τόσες επιτυχείς δοκιμές. Όταν τους πλησίαζε τους τρέλαινε. Κανείς δεν μπορούσε να την αγνοήσει ιδιαίτερα όταν του άφηνε ελπίδες πως θα μπορούσε να της μιλήσει και να την πλησιάσει. Δεν είχε σημασία η δικαιολογία που θα έβρισκε ο καθένας για τον εαυτό του. Άλλος το έκανε για να την συνετίσει, άλλος για να της κλέψει λίγη από τη λάμψη, άλλος για να την βάλει στον ίσιο δρόμο, άλλος γιατί του θύμιζε την κόρη του, άλλος για ελεημοσύνη άλλος από μίσος κι άλλος από αγάπη. Η Μπάρμπι, όμως, ήξερε καλά πως όλοι για τον ίδιο λόγο έρχονταν, κι ο λόγος αυτός ήταν κρυμμένος κάπου ψηλά ανάμεσα στα δυο της πόδια που φρόντιζε να τα δείχνει με μέτρο, τόσο ώστε να τα βλέπουν και να τα ποθούν αλλά ποτέ να μην τα χορταίνουν. Κι όσοι έφταναν να τα ποθήσουν μία φορά, δεν μπορούσαν παρά να συνεχίσουν να τα ονειρεύονται.
Αφού τους “καμάκωνε”, δίνοντάς τους την εντύπωση ότι την είχαν “καμακώσει” εκείνοι, τους οδηγούσε στο κρεβάτι. Φυσικά εκείνοι πίστευαν πως ήταν δίκη τους μαγκιά που την οδήγησαν εκεί άλλα αυτό καθόλου δεν τη χαλούσε. Ο ιστός της τυλιγόταν γύρω τους γερά και την ερωτεύονταν γιατί το κορμί της δεν επέτρεπε να την ποθεί κανείς λιγότερο. Τότε τους οδηγούσε στην αλλαγή που από την αρχή είχε σχεδιάσει. Ο κόσμος τους κατέρρεε και πρόθυμα έκαναν τα αντίθετα από εκείνα που για χρόνια νόμιζαν πως πιστά υπηρετούσαν. Όταν τελείωνε το παιχνίδι, χώριζαν σαν καλοί φίλοι. Συνήθιζε μάλιστα για ένα κάποιο διάστημα να τους επιτηρεί για να ξέρει αν παρέμεναν στον δρόμο που τους είχε υποδείξει ή αν ξανακυλούσαν στη σφιγμένη και μίζερη ζωή που είχαν όταν τους είχε πρωτοσυναντήσει.
Εξήγηση γι αυτή τη συμπεριφορά της δεν βρέθηκε κανείς να δώσει. Η ίδια ούτε καν το έψαξε και κανείς τρίτος δεν πρόλαβε να την γνωρίσει τόσο καλά ώστε να δει το βίτσιο της σαν πρόβλημα και να το αναλύσει. Όπως όλα προέρχονται από την παιδική ηλικία, σύμφωνα με την επιστήμη της ψυχολογίας, ίσως να μην υπήρχε πίσω από όλα αυτά παρά ένα παιδικό τραύμα, ένα σύμπλεγμα είτε του Οιδίποδα, είτε κάποιας Άλκηστης, ή πιθανώς ενός Θησέα. Ίσως αυτό το τραύμα προσπαθούσε να επουλώσει με όσα έκανε. Ίσως να έβλεπε ασυνείδητα σε αυτούς τους σφιγμένους τύπους, τους γραβατωμένους, τον πατέρα της, ένα χαμένο αδελφό ή το μυστηριώδες όραμα μιας νέας θρησκείας ή μιας παλιάς ιδέας. Προσπαθούσε άραγε να τους χαλαρώσει ώστε να νιώσει πως, έτσι, μαλάκωνε τον ήρωα-βασανιστή των παιδικών φαντασιώσεών της; Στην πραγματικότητα κανείς δεν γνώριζε, ούτε φυσικά κι η ίδια, γιατί συμπεριφερόταν έτσι και πως μπορούσε να ανέχεται το σώμα της τέτοιους και τόσους περίεργους τύπους με μόνο αντάλλαγμα την αλλαγή -ή και την συντριβή ακόμα- της ζωής που είχαν μέχρι να την γνωρίσουν.
Έτσι βρέθηκε και με τον κύριο Χρήστο. Τον διάλεξε όπως είχε διαλέξει πριν από αυτόν ένα σωρό άλλους. Όπως πρόσφατα με έναν επιχειρηματία που κόντευε να πάθει εγκεφαλικό από τις πολλές σκοτούρες με τα εργοστάσιά του και που, μετά τη γνωριμία τους, τα έριξε όλα στον βρόντο, πήγε μαζί της διακοπές -όπου πέρασε αξέχαστα- και, γυρίζοντας, χώρισε τη γυναίκα του, πούλησε τις επιχειρήσεις του και έφυγε με μια χορεύτρια για να ζήσει στο Μεξικό. Όπως είχε διαλέξει έναν γιατρό που μετά από μια θυελλώδη σχέση τριών μηνών και εξ αιτίας της παράτησε την κλινική όπου εργαζόταν κι έφυγε εθελοντής με τους γιατρούς χωρίς σύνορα σε μια χώρα της Αφρικής. Όπως ένας δικαστής που την σπίτωσε κανονικά, άρχισε να διαβάζει αρχαίους φιλοσόφους, χώρισε τη γυναίκα του, άφησε τις υποθέσεις του να λιμνάζουν και κόντεψε να εκδιωχθεί από το δικαστικό σώμα κι ένας επίτροπος της εκκλησίας που μετά από έναν απελπισμένο έρωτα μαζί της, αποφάσισε να παρατήσει τον θεό και τους επίγειους εκπροσώπους του κι έγινε τουριστικός πράκτορας.
Αν ο τρόπος για να τραβάει τους άντρες ήταν απλός και κρυβόταν ανάμεσα στα σκέλια της, τα όπλα της για να τους καθοδηγεί στα μονοπάτια που διάλεγε ήταν πιο σύνθετος. Ωστόσο ούτε κι αυτός έκρυβε κανένα μυστήριο. Βασικά άφηνε να συντελεστεί ενώπιον του άλλου η πλήρης αποκάλυψη της ψυχής και του κορμιού της. Ο έρωτας που έκανε ήταν μια πανδαισία για εκείνον που τύχαινε να την γευτεί. Παραδινόταν στην ηδονή χωρίς επιφύλαξη κι έβγαζε από τον ερωτικό της σύντροφό ό,τι καλύτερο διέθετε κι εκείνος. Ήταν υπομονετική, ηδονική, απόλυτα παραδομένη στο πάθος, καλή, προστατευτική, αδύναμη, χαμένη, γλυκιά, ερωτευμένη με τον έρωτα τον ίδιο. Όσο κι αν απορούσε κανείς πως ήταν δυνατό να του συμβαίνει κάτι τέτοιο, στο τέλος το κατάπινε. Όσο και αν αμφέβαλλε για το αν μπορούσε πραγματικά να έχει εμπνεύσει τον έρωτα σε έναν άγγελο, στο τέλος το αποδεχόταν.
Δεν ήταν όμως μόνο η σαρκική δίνη που αιχμαλώτιζε τα θύματά της. Όσο κι αν το σώμα της μάγευε όσους είχαν την τύχη να το κρατήσουν στην αγκαλιά τους, ήταν η ψυχή της που τους τελείωνε με τον αυθορμητισμό, την αθωότητα, την παιδικότητα και με την ειλικρίνειά της. Κανείς δεν της είχε αντισταθεί για πολύ ως τώρα. Σφιγμένοι και σοβαροί άνθρωποι αποφάσιζαν κάποια στιγμή -κάτω από την καταλυτική παρουσία της- να βγουν έξω από τα στενά περιθώρια της κοινωνίας που υπεράσπιζαν ως χτες με νύχια και με δόντια και να περάσουν στην άλλη πλευρά. Ο καθένας με τον τρόπο του έδινε μια κλωτσιά στην προηγούμενη ζωή του κι έκανε το χατίρι της μικρής μάγισσας, όσο πολύ κι αν του κόστιζε κάτι τέτοιο.
Έτσι πήγε και με τον κύριο Χρήστο. Επαναλήφθηκε φυσικά κι εδώ το γνωστό μοτίβο. Όλοι οι “σφιγμένοι” τύποι ήταν το ίδιο δύσκολοι στην αρχή και το ίδιο αρνάκια στη συνέχεια. Δυσκοίλιοι με κάθε τι που τους τάραζε τη νηφαλιότητα, μετατρέπονταν σιγά-σιγά σε ψιλο-αμαρτωλούς που επέτρεπαν στον εαυτό τους μια μικρή παρασπονδία υπολογίζοντας να την ξεπλύνουν αργότερα με την μετάνοια ή μια εξομολόγηση ή κάποια αγαθοεργία. Έτσι έκαναν τις τύψεις στην άκρη κι έβρισκαν την αναγκαία δικαιολογία για να της ανοίξουν την ψυχή τους. Ήταν σαν να ξεκούμπωναν μπρος στον επίδοξο δολοφόνο το αλεξίσφαιρο γιλέκο τους ελπίζοντας πως δεν θα τους πυροβολήσει. Εκείνη, όμως, τους εκτελούσε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Έτσι τον εκτέλεσε κι εκείνον αφού πρώτα τον περισυνέλεξε μέσα από το οχυρό του, δηλαδή το γραφείο του. Έκανε στην υπηρεσία μια αίτηση που χρειαζόταν την υπογραφή του κυρίου Χρήστου για να ικανοποιηθεί. Πήγε στο γραφείο του, κάθισε απέναντί του και περίμενε να εξετάσει το χαρτί και τα δικαιολογητικά της. Τους ήξερε καλά αυτούς τους τύπους. Θα την καθυστερούσε αρχικά για λόγους τακτικής και μετά για να έχει μπροστά στα μάτια του όση περισσότερη ώρα γινόταν τα πόδια και το μπούστο της. Ύστερα θα της έλεγε κάποιες φράσεις για να δείξει πόσο σπουδαίος ήταν και μετά θα της πρότεινε να την ξαναδεί.
Δεν έγιναν ακριβώς έτσι αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Λίγο μετά, κάθονταν σε ένα τραπεζάκι μιας καφετέριας, σε απέναντι καρέκλες και μιλούσαν. Δηλαδή μιλούσε αυτή γιατί εκείνος είχε πάθει κάτι σαν εγκεφαλικό. Μιλούσε ελάχιστα, συνεχώς έκανε λάθη αφηρημάδας, έβγαζε άναρθρες κραυγές αντί για λόγια και έδειχνε πως ήταν ένα ψάρι έξω από το νερό. Ήξερε πως θα τον κομπλάριζε, δεν περίμενε όμως τέτοια χαοτική και πανικόβλητη συμπεριφορά εκ μέρους του. Της ήρθε μια δυο φορές να τον παρατήσει στο τραπεζάκι και να φύγει αλλά κάτι τη συγκράτησε. Αυτός ο τύπος, σφιγμένος, χαρτογιακάς, δημόσιος υπάλληλος με τα όλα του, κομπλαρισμένος κι αδέξιος, είχε κάτι που της άρεσε, μια ειλικρίνεια, μια παιδικότητα, κάτι το αυθεντικό. Αυτό ήταν που την έκανε να μείνει παρά την εμφανή του αμηχανία και κάπως έτσι υποσχέθηκε ότι θα περνούσε κάποια μέρα από το γραφείο του για να τον ξαναδεί.
 
---
 
 
Δ'
 
 
Η γνωριμία του κυρίου Χρήστου με την Μπάρμπι, αν την δει κανείς από την πλευρά του, ήταν από τη μια ένας κεραυνοβόλος έρωτας κι από την άλλη ένα λαχείο στο οποίο έπιασες τον πρώτο αριθμό. Μια γυναίκα που δεν θα τολμούσε ποτέ του να ονειρευτεί, είχε βρεθεί στον δρόμο του και, όχι απλά του είχε δώσει την ευκαιρία να την κρυφοθαυμάσει, αλλά του είχε δείξει πως κάτι ζητούσε από αυτόν, κάτι εκτός υπηρεσίας, κάτι ... θα τολμούσε να πει ... ερωτικό! Τι του είχε βρει; Ήταν μυστήριο αλλά να που είχε συμβεί. Δεν μπορούσε καλά-καλά να το πιστέψει κι αν δεν ήταν ο ίδιος που το είχε ζήσει,αν είχε ακούσει την ιστορία του από έναν τρίτο, θα την απέρριπτε ασυζητητί.
Την πρωτοείδε στο γραφείο του όταν ήταν να βάλει την τελευταία υπογραφή σε ένα έγγραφο που είχε ζητήσει εκείνη από την υπηρεσία. Την καθυστέρησε όπως έκανε πάντα, μόνο που ενώ, στην αρχή, η αργοπορία οφειλόταν στην γνωστή επιτηδευμένη άρνησή του να εξυπηρετήσει, στη συνέχεια άρχισε να οφείλεται στην επιθυμία του να την κρατήσει απέναντί του για να την κρυφοκοιτάξει λίγο ακόμη. Όταν του χαμογέλασε κόντεψε να τα χάσει. Ήθελε να αφήσει το έγγραφό της στο ψυγείο για να την έχει στο γραφείο του όλη την ημέρα, όμως παράλληλα, ήθελε να την εξυπηρετήσει για δει να του χαμογελά. Τελικά έγιναν και τα δυο. Έκανε όσο πιο αργά μπορούσε αλλά εκείνη του χαμογέλασε και του προσφέρθηκε οικειοθελώς να την ξανακοιτάξει με την ησυχία του. Η αλήθεια είναι ότι τον μπέρδεψε -όπως τους μπέρδευε όλους- όταν του είπε πως τον κερνάει καφέ για να τον ευχαριστήσει που την βοήθησε. Δεν είχε βοηθήσει -αντίθετα μάλιστα- αλλά αυτός δεν ήταν λόγος για να της αρνηθεί.
Πήγαν μαζί σε ένα καφέ λίγο παρακάτω από την υπηρεσία του. Την έβλεπε να περπατά δίπλα του και ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί, τόσο μεγάλο σοκ του προκαλούσε η παρουσία της. Στο τραπέζι είχε πάθει γλωσσοδέτη κι όταν τον είπε “χαριτωμένο” όλο του το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι και κοκκίνισε σα παντζάρι. Όταν του είπε ότι θα περνούσε να τον ξαναδεί δεν της είπε ούτε “ναι” ούτε “'όχι” γιατί δεν έβγαιναν τα λόγια από το στόμα του. Με το κεφάλι του της έκανε νόημα πως θα την περίμενε. Όταν πήγε να βγάλει το πορτοφόλι του για να πληρώσει, αυτό έπεσε κάτω και τα κέρματα σκορπίστηκαν εδώ κι εκεί διαλαλώντας την αμηχανία και αδεξιότητά του. Κι όταν, τελικά, τον χαιρέτισε με θερμή χειραψία, ανακουφίστηκε που το μαρτύριο τελείωσε κι αμέσως μετά άρχισε να την νοσταλγεί.
Στις σχέσεις με τις γυναίκες δεν ήταν ποτέ άνετος και προτιμούσε να πληρώνει για τις ερωτικές τους υπηρεσίες παρά να μπλέκει σε συναισθηματικά παιχνίδια με αβέβαιο τέλος. Ήταν λάγνος και τρυφερός αλλά αναγκαζόταν να γίνεται κρυψίνους και μισογύνης από φόβο και συνήθεια. Με αυτή την άμυνα προστατευόταν από τα γυναικεία χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Τα παιδικά όνειρά του περιείχαν γλυκά κορίτσια και ευγενικές γυναικείες μορφές, που στην πραγματικότητα όμως δεν υπήρχαν ή, τουλάχιστον, δεν τις είχε συναντήσει πουθενά. Ποθούσε να ζήσει ένα ερωτικό παραμύθι και πολύ πρόθυμα θα θυσιαζόταν για μιαν αγαπημένη, όμως καμιά δεν του είχε ζητήσει τη σωτηρία της και καμιά δεν του είχε δοθεί χωρίς ανταλλάγματα.
Η Μπάρμπι θα μπορούσε να είναι μια οπτασία που πέρασε για μια στιγμή από δίπλα του, πήγε να διαψεύσει την εντύπωση που είχε για τις γυναίκες και εξαφανίστηκε απ' τη ζωή του τόσο ξαφνικά όσο βιαστικά είχε εμφανιστεί. Αυτό θα γινόταν αν δεν την έβλεπε ποτέ ξανά. Όμως εκείνη ήρθε. Πέρασαν τρεις μέρες αναμονής και απογοήτευσης και την τέταρτη μέρα ήρθε. Του χαμογέλασε και του υπενθύμισε ότι ήταν η σειρά της για να τον κεράσει. Τα μάζεψε κι έφυγαν από το γραφείο του άρον-άρον. Κάθισαν πάλι απέναντι και σερβιρίστηκαν καφέδες όταν εκείνη άρχισε να του μιλάει για τη ζωή και να του εξομολογείται μερικές επιθυμίες της για ταξίδια σε εξωτικά μέρη.
Την άκουγε και λυνόταν και η δική του γλώσσα. Πως ήρθε έτσι η κουβέντα και μίλησαν για λογοτεχνία, για ιστορία, για τέχνη, για ένα σωρό πράγματα που τον έκαναν να μιλάει, να χειρονομεί να γελάει και να έχει βρεθεί ξαφνικά έξω από τον κόσμο που γνώριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή! Ξαφνικά όλα τα βιβλία που είχε διαβάσει στις ώρες μοναξιάς, όλα τα άρθρα, τα αποσπάσματα εφημερίδων, ακόμα κι οι επιγραφές, όλα είχαν γίνει χρήσιμα και τα χειριζόταν για να της προκαλεί το ενδιαφέρον. Από εκεί που δεν είχε μιλιά, μετατράπηκε σε ρήτορα και παντογνώστη. Και όσο της μιλούσε ή την άκουγε, χαιρόταν.
Όπως μιλούσαν και γελούσαν εκείνη άπλωσε το χέρι της και τον χάιδεψε στο μάγουλο. Με βλέμμα τρυφερό και απαλή φωνή του είπε ότι ήταν γλυκός. Και τότε ο κύριος Χρήστος άλλαξε οριστικά και από μέσα του ένιωσε να βγαίνει ένας άλλος εαυτός όπως τα φίδια που αλλάζουν δέρμα. Του φάνηκε εύκολο πράγμα αυτή η μεταλλαγή -όπως αλλάζει κανείς πουκάμισο- κι ας επρόκειτο για μιαν ολοκληρωτική μεταμόρφωση όπως της κάμπιας που γίνεται πεταλούδα. Ούτε που το κατάλαβε έτσι ανάλαφρα που το παλιό δέρμα γλίστρησε ανεπαίσθητα από πάνω του κι εμφανίστηκε ένας άλλος Χρήστος, που δεν ήταν παρά ο καλά κρυμμένος ως τότε και φοβισμένος του εαυτός.
Βγήκαν από το καφέ μαζί, περπάτησαν, τον έπιασε αγκαζέ και μετά τον ρώτησε αν θα πήγαιναν σε ξενοδοχείο ή στο σπίτι του. Της είπε “σπίτι μου” κι έτσι προσδιορίστηκε επακριβώς το μέρος όπου θα γινόταν και η επίσημη τελετή για την αλλαγή του. Έκαναν έρωτα χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος, χωρίς να το καταλάβουν. Και ήταν όλα τόσο γλυκά και όμορφα που, αν γινόταν να τελείωνε σε αυτό το σημείο η ζωή του, ο κύριος Χρήστος δεν θα παραπονιόταν. Θα ήταν ευγνώμων στον δημιουργό του που τον έφερε στον κόσμο για να ζήσει αυτή τη στιγμή. Είχε εξ άλλου δίπλα του έναν άγγελο. Ένα κορίτσι με υπέροχο πρόσωπο και σώμα που του είχε δοθεί χωρίς να ζητά αντάλλαγμα άλλο από το γέλιο του και την δική του απόλυτη αφοσίωση σε αυτό που έκαναν. Δίπλα στην θεά, είχε μεταμορφωθεί κι ο ίδιος σε θεό. Έτσι ένιωθε κι έτσι φερόταν. Από τη στιγμή εκείνη άρχισε να ζχει μέσα σε ένα όνειρο.
Σαν υπνωτισμένος την είδε ξαφνικά το άλλο πρωί να βρίσκεται ακόμα στο κρεβάτι του. Κι ήταν και πάλι εκεί το μεσημέρι που γύρισε από τη δουλειά του. Έφαγαν και ξάπλωσαν για μεσημέρι. Έκαναν πάλι έρωτα και μετά του ζήτησε να πάνε σινεμά. Βγήκαν για ένα ποτό, σινεμά και μετά πήγαν σε φαστ φουντ. Την άφησε στο σπίτι της αφού την φίλησε τρυφερά. Συνέχισε υπνοβατώντας για αρκετές μέρες. Δεν είπαν πολλά αλλά ήταν φανερό πως θα συνέχιζε μαζί του αρκεί να μην προσπαθούσε να την κλείσει σε κλουβί. Το αποδέχτηκε ανακουφισμένος γιατί ούτε κι εκείνος θα άντεχε κάτι περισσότερο. Η πληθωρική κι απολαυστική παρουσία της τον εξαντλούσε. Κατάλαβε τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο αυτή η δεκαεννιάχρονη θεά θα μπορούσε να μείνει μαζί του και τον αποδέχτηκε χωρίς συζήτηση. Θα ήταν ελεύθερη να έρχεται και να φεύγει χωρίς ερωτήσεις και χωρίς σκηνές. Της είχε δώσει ένα δεύτερο κλειδί του σπιτιού του για να μπαινοβγαίνει όποτε και όπως ήθελε.
Μερικές φορές την άκουγε που ερχόταν μέσα στη νύχτα και την ένιωθε που χουχούλιαζε στην αγκαλιά του. Άλλες φορές χανόταν για μέρες ολόκληρες και ξαναρχόταν σαν να μην είχε μεσολαβήσει το παραμικρό. Μια φορά ήρθε σχεδόν ξημερώματα και χώθηκε δίπλα του αποκαμωμένη. Το πρωί που ξύπνησε, την άφησε να κοιμάται και πήγε να φτιάξει καφέ. Στον καναπέ της κουζίνας κοιμόταν ένας άγνωστος νεαρός. Προφανώς τον είχε φέρει η Μπάρμπι. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι, την ξύπνησε και την ρώτησε τι δουλειά είχε αυτός στον καναπέ. Του εξήγησε ότι ήταν άστεγος και ότι από την επομένη θα είχε δικό του δωμάτιο στην δημοτική υπηρεσία αστέγων όμως αυτό το βράδυ έπρεπε κάπου να κοιμηθεί κι έτσι τον είχε φέρει εδώ. Όταν την ρώτησε αν είχε κάνει έρωτα με αυτόν τον τύπο, του απάντησε ότι ναι αλλά να μη φοβόταν τη σύγκριση γιατί κανείς δεν ήταν τόσο γλυκός και τζέντλεμαν όσο ο κύριος Χρήστος.
Αργότερα μίλησαν περισσότερο για τη συνήθειά της να βρίσκει τους “γραβατωμένους” τύπους και να τους χαλαρώνει. Εξ άλλου, του θύμισε, ότι έτσι γνώρισε κι αυτόν. Δεν ήταν κακό αυτό που έκανε, του εξήγησε και παρ' όλο που δεν τον έπεισε απόλυτα, του έδωσε να καταλάβει ότι θα έπρεπε να την δεχτεί όπως ήταν με το “κουσούρι” της αυτό. Κι όταν τη ρώτησε ποια προβλεπόταν να είναι η δική του “χαλάρωση”, του εξήγησε ότι μαζί του ένιωθε αλλιώς και δεν επιζητούσε καμιά ριζική κατάρρευση της δικής του ζωής. Ο κύριος Χρήστος σκέφτηκε πως δεν χρειαζόταν να επιζητεί τίποτε περισσότερο αφού η ως τώρα ζωή του έτσι κι αλλιώς είχε καταρρεύσει. Έμαθε να μην ζηλεύει με τις περιπέτειές της και άρχισε να απολαμβάνει τις ιστορίες που του έλεγε για την κάθε καινούρια γνωριμία της.
Στη δουλειά είχε φανεί η αλλαγή του σε βαθμό ανησυχητικό. Τον έβλεπαν συχνά μαζί της και του συγχωρούσαν πολλά, ωστόσο η ασυνέπειες και τα λάθη του είχαν ξεπεράσει τα όρια ανοχής των συναδέλφων του. Τον συμβούλεψαν να είναι πιο συγκρατημένος αλλά εκείνος δεν νοιαζόταν για τίποτε. Ακόμα κι αν τον έδιωχναν, θα το αντιμετώπιζε, αρκούσε να την έχει κοντά του. Φοβόταν μόνο να μην ξεπέσει εντελώς, μην αρχίσει να φθίνει στα μάτια της. Αυτό μονάχα τον έκανε να κρατάει τα προσχήματα και να παραμένει τυπικά εντάξει με την υπηρεσία.
Η ζωή του είχε γεμίσει απρόοπτα. Του έδινε ραντεβού σε απίθανα μέρη, πότε σε ένα χωράφι κάπου στην Νέα Ερυθραία και πότε σε ένα καταγώγιο στην Καλλιθέα. Τίποτε δεν έμοιαζε φυσιολογικό γύρω της όλα όμως είχαν μια βαθύτερη λογική. Την καταλάβαινε και την στήριζε κι εκείνη ήταν συμπονετική, γλυκιά και χωρίς ταμπού. Οι άντρες που διάλεγε είχαν πάντα την ανάγκη της κι οι αλλαγές που επέφερε στη ζωή τους ήταν τελικά χρήσιμες κι ας φαίνονταν εκ πρώτης όψεως καταστροφικές. Σπανιότατα έκανε κακό σε κάποιον και αυτό όχι ηθελημένα. Κι ο κύριος Χρήστος, σκέτα “Χρήστος” πια, έγινε μια σταθερά σταθερά στη ζωή της. Έφταιγε που είχε “καλή ψυχή”, του έλεγε, ίσως όμως να έφταιγε η κατανόηση που της έδειχνε. Ότι κι αν ήταν, ο Χρήστος είχε μείνει ο σταθερός της δεσμός.
Έμενε κατά βάση στο σπίτι του και ζούσαν σαν ζευγάρι αλλά για κάποια μικρά διαστήματα χανόταν μέχρι να ξαναγυρίσει. Όσος κι αν ήταν ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει, ξαναβρίσκονταν σαν να μην είχε λείψει καθόλου από κοντά του. Δεν του μιλούσε για το τι είχε κάνει στη διάρκεια της απουσίας της εκτός από ελάχιστες φορές που ήταν αναγκαίο από την εξέλιξη της κουβέντας. Ήταν πάντοτε ευγενικός μαζί της, προστατευτικός, προνοητικός για τις επιθυμίες κι αδιάφορος για τις σκανδαλιές της, ήταν το ιδανικό της ταίρι. Και η μικρή θεά τον ξεναγούσε λάγνα στον παράδεισο του κορμιού και της ψυχής της.
Πόσο μπορούσε να κρατήσει μια τέτοια ανισορροπία χαρακτήρων που είχε βρει τρόπο να ισοσκελίσει κέρδη και ζημίες χωρίς να θέτει ερωτήματα για το αύριο ή το χτες; Αυτό έμελλε να το δείξει η ίδια η ζωή!
 
---
 
Ε'
 
 
Ζούσαν το τελευταίο διάστημα μαζί παρά το γεγονός ότι ανάμεσά τους δεν υπήρχε ισορροπία αλλά μια ταλάντωση που έγερνε πότε από εδώ και πότε από εκεί με συγκολλητικές ουσίες την λαγνεία, την ανοχή και την αμοιβαία κατανόηση. Σαν να μην υπήρχε αύριο ούτε χτες, κοιτούσαν μόνο το σήμερα και έπαιρναν ο ένας από τον άλλον αυτό που είχε περισσότερο ανάγκη. Εκείνη έβρισκε μια νησίδα σταθερότητας και πατρικής στοργής που φαινόταν πως την ήθελε για να ξεκουράζεται από τον ρυθμό ζωής που είχε επιβάλει στον εαυτό της. Εκείνος έβρισκε την φρεσκάδα και τα νιάτα που πάντα του έλειπαν κι όλο και πιο καθαρά καταλάβαινε πως είχε μεγαλώσει πολύ νωρίς και πολύ απότομα έτσι που δεν είχε παιδική ηλικία για να θυμάται. Αυτό το πάρε-δώσε ανάμεσά τους ήταν μια ισορροπία που θα διαρκούσε για απροσδιόριστο χρόνο αν το παρελθόν της δεν υψωνόταν ξαφνικά μπροστά τους σαν τοίχος αξεπέραστος.
Τα πρώτα δείγματα φάνηκαν στη δουλειά του όταν άρχισε να αντιμετωπίζει, αίφνης, παρατηρήσεις, που θα ήταν αδιανόητες σε άλλους καιρούς. Δεχόταν ελέγχους και απειλές που έδειχναν ότι το καλά προστατευμένο φρούριο της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας έμπαζε νερά. Υποθέσεις εντελώς ξεχασμένες ή δευτερεύουσες ανασύρθηκαν στην επικαιρότητα και κάποιοι άρχισαν να τις μελετούν με τις αιχμές να στρέφονται εναντίον του. Το ενδεχόμενο πειθαρχικών διώξεων εμφανίστηκε σε στόματα συναδέλφων του, αρχικά, και προϊσταμένων του στη συνέχεια, με τα ερωτηματικά να στρέφονται πάντα προς αυτόν. Όλα αόριστα κι υπαινικτικά ώστε ούτε ξεκάθαρα να κατηγορείται αλλά ούτε και ξεκάθαρα να απαλλάσσεται. Κι εκεί που νόμιζε πως αυτό το περίεργο κλίμα γύρω του ήταν χωρίς αιτία κι αφορμή, διαπίστωσε πως το κινούσε ένας πολιτικός με πολλές διασυνδέσεις στην υπηρεσία και τον οποίο η Μπάρμπι γνώριζε πολύ καλά.
Ήταν ένας γραβατωμένος που είχε ξεκάνει τη βολεμένη του ζωή και στη συνέχεια τον είχε παρατήσει όταν είχε καταντήσει πολύ πιεστικός. Αυτός ευθυνόταν για τα προβλήματα του στην υπηρεσία καθώς με αυτόν τον τρόπο έπαιρνε την εκδίκησή του για την θεά που τον είχε εγκαταλείψει. Του είχε στοιχίσει πολύ η επάνοδος στη μίζερη ζωή του κι όταν έμαθε πως ο κύριος Χρήστος απολάμβανε το λουλούδι που εκείνος δεν μπορούσε πια να αγγίξει, τον έπιασε αμόκ. Κίνησε γη και ουρανό για να του κάνει τη ζωή δύσκολη, να τον κυνηγήσει ποινικά ή πειθαρχικά, να μην τον αφήσει σε χλωρό κλαρί. Στο τέλος κατάφερε να πετύχει μια δυσμενή μετάθεσή του στην επαρχία. Ο Χρήστος το πάλευε να την αποφύγει αλλά τίποτε δεν ήταν βέβαιο πια, όπως παλιά.
Ένας νεαρός κι όμορφος παπάς με τον οποίο είχε πάει η Μπάρμπι κι είχε παραβιάσει μαζί του το άβατο του Αγίου Όρους, την είχε επίσης στο μάτι. Βρήκε τον κύριο Χρήστο και τον απείλησε με θεούς και δαίμονες αλλά αποδείχτηκε ανίκανος να τον βλάψει σοβαρά. Μπροστά στη δύναμη του πολιτικού που είχε σύμμαχό του την γραφειοκρατία, ο παπάς με τον θεό στο πλάι του φαινόταν άκακο αρνάκι.
Με τον Παγοθραύστη, όμως, τα πράγματα σκούρυναν πολύ. Ήταν ένας μαφιόζος που η Μπάρμπι τον είχε βάλει στον “καλό” δρόμο αφού τον είχε πείσει να παρατήσει το λαθρεμπόριο γυναικών και ναρκωτικών. Τρελός μαζί της, αποφάσισε, μέσα στην φαντασίωση στην οποία τον είχε οδηγήσει και χωρίς να καταλάβει καλά-καλά το πως, να σταματήσει την παρανομία για να γλεντήσει τα λεφτά που είχε κερδίσει παρά να σαπίσει σε καμιά φυλακή. Πρώτα σταμάτησε να σκοτώνει. Είχε τη συνήθεια να καρφώνει τους εχθρούς του βάζοντας ένα παγάκι στο αυτί τους και χτυπώντας το δυνατά με σφυρί έτσι που να καρφώνεται στο κρανίο τους. Με αυτή τη μέθοδο σκότωνε ένας γκάγκστερ στην Αμερική κατά την δεκαετία του '20 κι από αυτόν είχε πάρει το όνομά του. Μετά άφησε τις μαστροπείες και τα ναρκωτικά και φρόντισε να ξεπλύνει το χρήμα που είχε βγάλει πληρώνοντας ΦΠΑ και αρκετά χρήματα στην εφορία.
Έγινε νόμιμος και πλούσιος καθώς είχε βγάλει πολλά. Πίστευε πως θα τα γλεντούσε μαζί της, φαίνεται, κι έγινε έξαλλος όταν του είπε ότι η παρουσία της δίπλα του έλαβε τέλος. Αντί να της πει ευχαριστώ που για χάρη της είχε το κέρδος να είναι νέος, ωραίος, πλούσιος και δυνατός χωρίς το άγχος της παρανομίας, έκανε σαν να τον είχε ξεγελάσει και να του είχε κλέψει τη μαγκιά. Το έριξε στο πιοτό, ξαναγύρισε στην παρανομία, μπήκε τελικά φυλακή, ευτυχώς για αυτόν μόνο για λίγο, και τώρα που είχε βγει, έψαχνε να την βρει. Ίσως τα περίμενε όλα από αυτήν, να είναι όμως με ένα δημόσιο υπάλληλο, έναν χαρτογιακά, δεν το περίμενε. Κι όταν το έμαθε του ήρθε κάτι σαν ταμπλάς.
Πρώτα τον απείλησαν δυο φουσκωτοί. Όταν ο Χρήστος δεν έδειξε να συμμορφώνεται, τον ξυλοφόρτωσαν για τα καλά. Δεν του έκαναν μόνιμη ζημιά καθώς τον χτυπούσαν στα μαλακά μέρη σαν επαγγελματίες, τον έκαναν όμως για τρεις μέρες ερείπιο. Πήρε άδεια από τη δουλειά και η Μπάρμπι βρέθηκε στο πλευρό του να κλαίει και να τον περιποιείται με κάθε τρόπο. Του εξήγησε τι είχε συμβεί και γιατί ο Παγοθραύστης ήταν τόσο σκληρός μαζί του. Δεν τον δικαιολογούσε, απλά εξηγούσε την ψυχολογική κατάσταση που είχε φέρει τον μαφιόζο στο σημείο αυτό. Του είπε πως είχε φτάσει η στιγμή να εξαφανιστεί από τη ζωή του γιατί από εδώ και πέρα πιο πολύ κακό θα του έκανε παρά καλό. Δεν θα ήθελε με κανένα τρόπο να τον δει με ένα παγάκι στο αυτί σφηνωμένο βαθιά μέσα στον εγκέφαλό του.
Θα φρόντιζε ώστε κι ο πολιτικός που τον είχε στριμώξει στην υπηρεσία και τον απειλούσε με μετάθεση κι ο Παγοθραύστης, που τον είχε χτυπήσει τόσο άσχημα, να τον άφηναν στην ησυχία του. Δεν της άρεσε ούτε κι εκείνης που θα χώριζαν και δεν θα τον ξανάβλεπε γιατί τον είχε συμπαθήσει, όμως, δεν γινόταν αλλιώς. Η συνέχιση της σχέσης τους θα απέβαινε καταστροφική -ιδιαίτερα για εκείνον- κι αυτό δεν μπορούσε να το υπομείνει. Της είπε να μείνει αλλά ήταν φοβισμένος. Ένα πρωινό εκείνη έφυγε.
Είχε πάνω από δυο μήνες να την δει. Τα πράγματα βελτιώθηκαν κάπως στην υπηρεσία αφού η μετάθεση πάγωσε προς το παρόν. Οι μπράβοι του Παγοθραύστη δεν τον ενόχλησαν ξανά. Ακόμα κι ο παπάς έπαψε να τον καταριέται. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να λυπηθεί, πάντως ήταν γεγονός ότι η ζωή είχε γίνει περισσότερο ασφαλής κι επανερχόταν στον παλιό της ρυθμό. Μαζί με αυτή την επάνοδο, όμως, ήρθε και η κατάθλιψη που τον χτύπησε πιο δυνατά από τους μπράβους του μαφιόζου και που τον έστειλε σε κόσμους ανυπόφορης μοναξιάς πιο μακρινούς κι από την πιο δυσμενή μετάθεση, σχεδόν στη κόλαση που του είχε αναγγείλει τόσες φορές ο παπάς.
Δεν είχε τρόπο να την βρει. Πήγε από το σπίτι της αλλά ήταν φανερό ότι δεν έμενε εκεί. Πήγε σε όλα τα μέρη που είχαν πάει μαζί αλλά κανείς δεν την είχε δει εδώ και μήνες. Συνήθισε να πηγαίνει σε έναν κήπο με λίμνη και πάπιες. Καθόταν ώρες πολλές ακίνητος, με το βλέμμα πότε μέσα στο γαλάζιο νερό και πότε ψηλά προς τον ουρανό. Σχεδόν τίποτε γύρω του δεν είχε καμιά σημασία. Δεν έκανε απολογισμούς ούτε όνειρα. Αδιάφορα σχεδόν πετούσε λίγο ψωμί ή κανένα κουλούρι στις πάπιες και ξαναγύριζε στις σκέψεις του. Τριγύρω του υψώνονταν και πάλι ψηλά βουνά που δεν μπορούσε να ξεπεράσει. Βίωνε μια κατάθλιψη από την οποία δεν υπήρχε διέξοδος διαφυγής, ή, κι αν είχε, δεν μπορούσε εκείνος να την δει πουθενά.
Αναρωτιόταν που να βρισκόταν. Την σκεφτόταν που και που στο κρεβάτι του Παγοθραύστη να εξαγοράζει με το τρυφερό σώμα της την ζωή του ή στο κρεβάτι του Πολιτικού, να τον εξευμενίζει με τα φιλιά της και να αποτρέπει την πειθαρχική δίωξη ή την μετάθεσή του. Ίσως να είχε ξεμπερδέψει εύκολα ή δύσκολα και με τους δυο και να βρισκόταν τώρα πλάι σε κάποιον άλλο γραβατωμένο για να τον ξεσφίξει κι αυτόν με τη σειρά του. Ήταν άπιαστο κι απίθανο ξωτικό η Μπάρμπι και ήταν μεγάλη του ματαιοδοξία να νομίζει πως θα την κρατούσε δίπλα του για πολύ καιρό. Και τόσο που είχε κάτσει μαζί του πολύ ήταν.
Του είχε δώσει το νεανικό και σφριγηλό σώμα της να το γευτεί με το δικό του ώριμο και πολύ πιο πλαδαρό κορμί, του είχε προφέρει το απίθανα όμορφο πρόσωπό της να το αγγίξει με τα χείλη του που ήταν ξερά και πεινασμένα. Ήταν τόσο ειλικρινής, αυθόρμητη, ανοιχτή, όμορφη και ποθητή που δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο πρότυπο γυναίκας πέρα από αυτήν πια. Έπρεπε να 'ναι ευγνώμων και μόνο που τον είχε κοιτάξει. Απορούσε με τον εαυτό του πως είχε θρέψει τόσο παράλογες απαιτήσεις για σχέση διάρκειας μαζί της και πως είχε επιτρέψει στο μυαλό του να κάνει τρελές σκέψεις για αγάπες και έρωτες. Όσο το σκεφτόταν, ακόμα και την μέχρι τον χωρισμό διάρκεια της σχέσης τους η λογική δεν την εξηγούσε ούτε και την δικαιολογούσε.
Έμοιαζε σαν να είχε περάσει άπειρος χρόνος από τότε που την είχε χάσει καθώς όλες οι μέρες είχαν μακρύνει απελπιστικά και δεν τελείωναν εύκολα. Τα βράδια ξενυχτούσε συχνά καθώς δεν άντεχε να βλέπει εφιάλτες. Το πρωινό όμως φως αργούσε πολύ να βγει. Ποτέ του δεν είχε ξαναζήσει τόσο μεγάλες νύχτες. Και οι μέρες όμως περνούσαν βασανιστικά. Το ρολόγια έδειχναν να κινούνται όλα και πιο αργά από ότι συνήθως. Τώρα ήταν το βραδινό σκοτάδι που αργούσε να έρθει.
Μια μέρα την είδε στον δρόμο. Από το ύφος και τα βιαστικά της βλέμματα δεξιά κι αριστερά του φάνηκε σαν να την κυνηγούσαν. Την ακολούθησε. Όπως την έβλεπε, έστω και στην πλάτη, είχε την αίσθηση πως τον κρατούσε και πάλι από το χέρι και τον οδηγούσε σε ένα ξέφωτο. Μπροστά εκείνη και πίσω της αυτός μπήκαν σε ένα λεωφορείο.
Εκείνη μπήκε από την μπροστινή πόρτα, εκείνος από την πίσω. Πλησίασαν κάπως στον διάδρομο. Την έβλεπε τώρα πρόσωπο με πρόσωπο. Ήταν όρθιοι κι οι δυο σε μια απόσταση πέντε έξι μέτρων μακριά ο ένας από τον άλλον. Ένιωθε αμήχανα. Δεν ήξερε τι να πει ή τι να κάνει. Να την χαιρετήσει του φαινόταν γελοίο, να την αγκαλιάσει του φαινόταν υπερβολικό. Είχε παγώσει και περίμενε από εκείνην να του δείξει.
Τον πλησίασε. Του έπιασε το χέρι. Κόντεψε να βάλει τα κλάματα μπροστά στο πλήθος των επιβατών και δύσκολα συγκρατήθηκε ενώ το σώμα του είχε μουδιάσει ολόκληρο. Χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μία λέξη, ούτε ένα καλωσόρισμα, τον πλησίασε περισσότερο και τον άγγιξε με το σώμα της. Ερεθίστηκε αμέσως και κόντεψε να εκσπερματώσει στον διάδρομο του λεωφορείου. Αποφάσισε εκείνη σε ποια στάση θα κατέβαιναν. Ήταν ένας παραλιακός δρόμος με ευκαλύπτους και στενά πεζοδρόμια. Καθώς προχώρησαν λίγο, του έδειξε το ξενοδοχείο που θα έμπαιναν.
 
===
 
ς'
 
 
Τελικά, τον έκανε κέφι! Τον αγαπούσε, λέει, πραγματικά! Έτσι του είπε στο ξενοδοχείο που βρέθηκαν μετά από τόσο καιρό κι ύστερα του το ξαναείπε δυο μέρες μετά όταν ξανασυναντήθηκαν μέσα σε συνθήκες συνωμοτικές. Όταν την ρώτησε προς τι η μυστικότης του είπε πως δεν ήταν ακόμα καιρός για να μαθευτεί ότι έφτιαξαν και πάλι τη σχέση τους. Δεν καταλάβαινε γιατί αλλά πολύ λίγο τον ένοιαζε. Ούτε αναρωτήθηκε, έστω και για μια στιγμή, αν θα ξανάρχιζαν τα προβλήματα στη δουλειά κι αν οι δυο τύποι θα τον μπαγλάρωναν ξανά. Την εμπιστευόταν περισσότερο με την καρδιά και λιγότερο με το μυαλό που το ένιωθε έτσι κι αλλιώς να μην λειτουργεί και πολύ καλά τελευταία. Αν του έλεγε να πάει να πέσει να πνιγεί, θα το έκανε.
Την έβλεπε που ήταν στριμωγμένη αλλά εκείνη του έλεγε να μην ανησυχεί και πως είχε το σχέδιό της. Δεν έδινε πολλές εξηγήσεις. Από εκείνον ήθελε να είναι ήρεμος και να μην άφηνε κανέναν στο περιβάλλον του να καταλάβει τίποτε για την επανασύνδεσή τους. Όταν θα τον χρειαζόταν θα του έλεγε τι να κάνει. Του έδειξε ένα πολύ μικρό κινητό από το οποίο θα τον καλούσε αν ήταν ανάγκη. Είχε ενσωματωμένη συσκευή εντοπισμού κλήσης και Τζι-πι-ες κι έτσι εκείνος θα μπορούσε να βλέπει στο δικό του κινητό από που τον καλούσε και που βρισκόταν. Του υποσχέθηκε ότι όλα ήταν υπό έλεγχο κι ότι δεν θα τον χρειαζόταν ούτε θα του έβαζε δύσκολα, αλλά -όπως αποδείχτηκε- αυτή ήταν μια υπόσχεση που δεν μπόρεσε να κρατήσει.
Το σχέδιό της προέβλεπε να ξαναγυρίσει και στους δυο και να τους στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου. Στον Πολιτικό είπε ότι ο Παγοθραύστης της έκανε τη ζωή δύσκολη και δεν την άφηνε να κάνει βήμα μακριά του. Του έδωσε στοιχεία για δραστηριότητές του που ήταν ικανά να χώσουν τον Παγοθραύστη μέσα για πάντα. Αργότερα που το συζητήσαμε, μου είπε ότι δεν θα του έκανε ποτέ ένα τέτοιο κακό αν δεν με είχε δείρει τόσο άσχημα κι αν δεν της είχε ζητήσει να γίνει μετρέσα του αρχικά και τσουλί του αργότερα. Είχε ξεπεράσει τα όρια της ανοχής της. Ο Πολιτικός με τα στοιχεία που του έδωσε τον έχωσε μέσα στη φυλακή χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν την πηγή του.
Η Μπάρμπι επισκέφτηκε τον Παγοθραύστη και του έδωσε στοιχεία για να κάψει τον Πολιτικό. Όπως μου εξήγησε αργότερα ούτε κι αυτόν θα κατέδιδε αν δεν ήταν τόσο επίμονος στη μανία του να με ξεκάνει και τόσο πιεστικός μαζί της. Στο κάτω-κάτω ήταν αρκετά διεφθαρμένος ώστε να του αξίζει η φυλακή στην οποία κι αυτός βρέθηκε. Τα στοιχεία εις βάρος του, όπως και εις βάρος του άλλου, τα είχε μαζέψει για την δική της ασφάλεια αλλά τώρα τα χρησιμοποιούσε για να ξεμπλέξει εμένα κι ας μην της το ζητούσα. Θα ξεμπέρδευε μια και καλή και με τους δυο αν δεν συνέβαινε μια εμπλοκή που εκείνη θεωρούσε απίθανη αλλά εμένα μου φαινόταν σχεδόν φυσιολογική εξέλιξη.
Ο Πολιτικός και ο Παγοθραύστης μίλησαν. Δυσκολεύτηκαν να συνεννοηθούν αλλά τα κατάφεραν. Κατάλαβαν ότι κι οι δυο είχαν γίνει θύματά της και ορκίστηκαν να την εκδικηθούν. Δεν γινόταν να αποσείσουν τις κατηγορίες από πάνω τους καθώς τα στοιχεία ήταν αντικειμενικά κι αδιάσειστα, μπορούσαν όμως να πάρουν μια ρεβάνς. Είχαν κρυμμένα αρκετά “μαύρα” λεφτά στη διάθεσή τους ώστε να κινήσουν τις αναγκαίες διαδικασίες ακόμα και πίσω από τα σίδερα. Δυο μπράβοι του Παγοθραύστη και δυο του Πολιτικού ανέλαβαν επί πληρωμή να την ξεκάνουν. Συνεννοήθηκαν και τους έδωσαν τις εντολές εξόντωσής της. Και επειδή ήταν επικίνδυνοι και μοχθηροί κι οι δυο, η μάγισσα θεά με το αγγελικό πρόσωπο δεν θα κατάφερνε να γλιτώσει από τα νύχια τους αν δεν τη βοηθούσαν η τύχη κι ο κύριος Χρήστος.
Όταν χτύπησε το ειδικό κινητό που του είχε δώσει, έμαθε που ήταν κρατούμενη. Το μήνυμά της έλεγε πως την είχαν κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Έδινε διεύθυνση, όροφο κι αριθμό του δωματίου. Απαιτείτο μια άμεση επέμβαση. Ο κύριος Χρήστος θα μπορούσε να γίνει Τζέιμς Μποντ για να την σώσει, προτίμησε όμως να το κάνει σαν δημόσιος υπάλληλος, εξ άλλου αυτό ήξερε να κάνει πολύ καλά στη ζωή του.
Πρώτα από όλα πήγε στο τμήμα και επώνυμα κατήγγειλε απαγωγή της Μπάρμπι από τους δυο έγκλειστους δι' αντιπροσώπων. Έδωσε τα στοιχεία με τα οποία η αστυνομία θα την έβρισκε στο δωμάτιο όπου την είχαν κλείσει και παρακολούθησε όλη την επιχείρηση διάσωσής της από κοντά. Παράλληλα φρόντισε για να τελειώσει αυτήν την υπόθεση και στις ουρές της. Πραγματικά, η διάσωσή της δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από μια προσωρινή νίκη μέχρι την επόμενη κίνηση των δυο εχθρών της που θα μπορούσε να είναι πιο επίπονη. Χρειαζόταν ριζική λύση και ο δημόσιος υπάλληλος ήξερε να κινήσει τους μηχανισμούς.
Πήρε έναν δικηγόρο που ήταν του δημοσίου κι αυτός αλλά ήξερε να συντάσσει τα έγγραφα με τον τρόπο που ήθελαν ή απαιτούσαν οι εισαγγελείς. Έγραψε μια πλήρη αναφορά που περιλάμβανε όλα τα στοιχεία με τις κατηγορίες σε βάρος του Παγοθραύστη και του Πολιτικού και απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες από τις κάρτες του κινητού της όπου ήταν καταγεγραμμένα απειλητικά μηνύματα και τηλεφωνήματα και των δύο. Έστειλε με τον δικηγόρο και ως επείγουσα την αναφορά στον Εισαγγελέα ζητώντας για τον ίδιο και για εκείνην την προστασία της Πολιτείας.
Γιόρτασαν την απελευθέρωσή της και την εκ νέου καταδίκη των δυο ενοχλητικών τύπων με ένα γεύμα σε φαστ φουντ που το πήραν μαζί τους πακέτο και το έφαγαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου ξενύχτησαν κάνοντας έρωτα. Μόνο ενδιάμεσα βγήκε εκείνος για λίγο κι έφερε ποτό να πιουν. Για εκείνη βότκα και για εκείνον λικέρ. Ο καθείς με τα γούστα του.
Ενθουσιάστηκε μαζί του. Του ομολόγησε όμως ότι άλλα περίμενε από αυτόν. Τον ήθελε να παραβιάζει την πόρτα πυροβολώντας και να την ελευθερώνει. Η σειρήνα του περιπολικού και το χτύπημα της αστυνομίας στην πόρτα την απογοήτευσε εν μέρει. Ακόμα του ομολόγησε ότι θα περίμενε από αυτόν να πάει στο επισκεπτήριο να δει τους δυο εχθρούς της και να καθαρίσει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί τους. Ο εισαγγελέας μπορεί να ήταν αποτελεσματικός, ήταν όμως ξενέρωτος. Της είπε ότι ο καθείς δρα όπως μπορεί και την φίλησε τρυφερά.
Του χαμογέλασε. Παραδέχτηκε ότι η αστυνομία έκανε τη δουλειά καλύτερα και ότι ο εισαγγελέας καθάρισε ευκολότερα την υπόθεσή τους. Για κάθε απειλή που θα δέχονταν στο μέλλον είτε εκείνη είτε εκείνος, οι δυο έγκλειστοι, Πολιτικός και Παγοθραύστης, θα ήταν υπόλογοι. Δεν θα χρειαζόταν να αποδείξει κανείς την ενοχή τους, εκείνοι θα ήταν υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν κάθε φορά την αθωότητά τους.
Η ιστορία έχει χάπι εντ. Παρά τα είκοσι πέντε χρόνια της διαφοράς, ο κύριος Χρήστος έζησε με την θεά των ονείρων του σαν ζευγάρι με σύμφωνο συμβίωσης. Απόλαυσε κάθε μέρα της ζωής του μέχρι που -πολλά χρόνια αργότερα- πήγε από έμφραγμα. Η Μπάρμπι έζησε μια μοναδική ιστορία που της έμαθε ότι στη ζωή καμιά φορά εκτός από το τρέξιμο, υπάρχει και η ανάγκη για ξεκούραση και γαλήνη. Παρά τις άπειρες κατακτήσεις της, ποτέ δεν τον ξέχασε ούτε τον ξεπέρασε.
 
===
ΤΕΛΟΣ
 
 
 
 
Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 03 Ιουνίου 2016 08:56

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση