Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 08:00

4: 20 το πρωί. Μπαρ στα Εξάρχεια. Tου Σαμψών Ρακά από το fb

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η μουσική έχει κλείσει. Έξω χιονίζει

από το απόγευμα.

Μέσα τρεις άνθρωποι κάθονται

σε τρία διαφορετικά τραπέζια.

Επικρατεί παγερή σιωπή.

Ώσπου ακούγεται ξαφνικά

η μεθυσμένη φωνή του Γονατά:

«Υπομονή! Θα πήξει το δάκρυ, θα γίνει νησί»

ξυπνώντας τη γάτα στην αγκαλιά του.

Τότε, πετάγεται μισοζώντανος απ' τη γωνία ο Λάσκαρης

και του απαντάει κοιτώντας το υπερπέραν:

«Ούτε ευτυχισμένος ούτε δυστυχισμένος απλώς μια επιφάνεια».

Τύφλα ο Καρούζος στη μπάρα, γυρνάει αμέσως το σώμα του

και τους το ξεκαθαρίζει υπαινικτικά:

«Εμένα να με συγχωρείτε παιδιά αλλά θα βάλω λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου».

Επικρατούν γέλια.

Μα μόλις το ακούει αυτό ο Σαχτούρης πίσω από τη μπάρα τους λέει με βροντερή φωνή:

«Ξεχάστε το. Το μπαρ έκλεισε παιδιά.

Δεν ακούτε το κομμένο χέρι που χτυπάει την πόρτα τόση ώρα;

Έλεος! Πληρώστε με και πάτε να δείτε τον παγοπώλη του θανάτου που πέφτει από τον ουρανό».

Θιγμένοι σηκώνονται και οι τρεις.

«Τι χρωστάμε;» αναφωνεί τσαντισμένα ο Λάσκαρης.

«Τα ψίχουλα στις τσέπες σας» λέει ο Σαχτούρης.

Τα δίνει ο ένας και πάει για την πόρτα. Τα δίνει ο άλλος και στρίβει κι αυτός.

Έρχεται η σειρά του Καρούζου μα δε βρίσκει τίποτα.

«Ωχ δεν έχω» του λέει «θα μου κλεψαν το πορτοφόλι τα περιστέρια».

«Σιγά μην είχες ρε μαλάκα» του απαντάει ο Σαχτούρης.

«Μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια στον ουρανό ήσουνα πάντα».

Τσαντισμένος ο Καρούζος του αστράφτει μια μπουνιά στα μούτρα

και αποχωρεί σαν τον τρελό λαγό.

Γαρύφαλλα άρχισαν να βγαίνουν από τη μύτη του Σαχτούρη.

Γεμίζει αμέσως ένα ποτήρι με HAIG

κι αφού το κάνει βάζο ύστερα γίνεται ψύλλος και πάει και πλαγιάζει μέσα στο τρίχωμα της γάτας

που είχε ξεχάσει ο Γονατάς.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016 12:08

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση