Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015 16:25

Τα τρία τελευταία ποιήματα στη Σταγόνα μέσα στο 2015.

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Τα τρία ποιήματα που ακολουθούν τα επέλεξε εν κρυπτώ η Χριστουγεννιάτικη διάθεσή μου. Πριν πολλά χρόνια τα είχα διαβάσει και μου άρεσαν. Μα ότι πράγματι μας αρέσει με κάποιο τρόπο δεν μας σημαδεύει και δύσκολα το ξεχνάμε; Έτσι και μ'αυτά τα ποιήματα.

Το ένα είναι πολύ μικρό και στα όρια του να είναι ποίημα. Είναι από τις "Εκλάμψεις "του Αρθούρου Ρεμπώ (Σαρλίβ Μεζιέρ, 1854 - Μασσαλία, 1891) που τις έγραψε το 1875. Το δεύτερο είναι κι αυτό μικρό. Είναι του Τσάρλς Μπουκόφσκι (Άντερναχ Γερμανίας, 1920 - Καλιφόρνια, 1994) και το έγραψε το 1972. Και το τρίτο είναι κάπως μεγάλο και αρκετά γνωστό στους αναγνώστες ποιημάτων. Είναι του Γιώργου Σεφέρη ( Βουρλά Τουρκίας, 1900 - Λονδίνο, 1971) και το έγραψε στο Κάιρο το καλοκαίρι του 1942. 

Ο πίνακας είναι της Ιωάννας Ασσάνη.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΑ 

Είναι η φωτισμένη ανάπαυλα,

ούτε πυρετός, ούτε χαύνωση, στο κρεββάτι ή στο λιβάδι.

Είναι ο φίλος, ούτε φλογερός, ούτε αδύναμος.

Ο φίλος.

Είναι η αγαπημένη, ούτε βασανιστική, ούτε βασανισμένη.

Η αγαπημένη.

Ο αέρας και ο κόσμος που δε γυρέψαμε ποτέ.

Η ζωή.

- Αυτό λοιπόν ήταν που ανθίζει;

- Και το όνειρο δροσίζει. 

 

 

 ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΣ 

 

Και το χειμώνα να περπατώ στο

ταβάνι μου με τα μάτια μου μεγάλα

σαν τις λάμπες του δρόμου. Έχω 4 πόδια σαν το ποντίκι μα

πλένω τα εσώρουχά μου - αξύριστος,

αργόσχολος, σ'έξαψη, χωρίς δικηγόρο. Έχω

ένα πρόσωπο σαν σφουγγαρόπανο. Τραγούδια

λέω αγάπης και κουβαλάω ατσάλι.

 

Θα'θελα να πέθαινα καλύτερα παρά να κλάψω. Δεν

υποφέρω το σκυλολόι, μα δεν μπορώ να ζήσω και χώρια του.

Με το κεφάλι μου, όμως κρεμασμένο κόντρα στο λευκό

ψυγείο, με τον πόθο μου για κραυγή,

κάτι σαν τελευταίο μοιρολόι της ζωής, είμαι

τρανότερος κι από τα βουνά. 

 

 

ΈΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

 

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε.

Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέφτεσαι

μήτε να κινείσαι

μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,

όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι

αυλακώνουνε τα τειχιά.

 

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε,

όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει

και τα πεινασμένα παιδιά μας

και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό 

μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,

το φαρμακευτικό λαμπίρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι

αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς

το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική

και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα

που δεν ήτανε ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι.,

κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα και το ίδιο Σημείο,

ο ίδιος προασανατολισμός.

 

Δε θέλω τίποτα άλλο, παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.

Γιατί το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της

και είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

 

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε

γι'αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι

από το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα

και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν και ανθρώπους που σπέρνουν και θερίζουν

και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.

Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του

και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων

και από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια πέρα χωρίς το φόβο μες την καρδιά τους

χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα έστω και για τα μεγάλα,

όταν κοιτάζουν ίσια πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ'άστρα,

όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν'αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει, 

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,

στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου που μας διώχνει και μας πλάθει, 

πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήταν σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο

αφήνοτας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε

μιας αψηλής φοινικιάς.  

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015 19:51
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση