Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015 20:13

Εποποιία της Λίλας Κονομάρα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το διήγημα που ακολουθεί,με τον τίτλο "Εποποιία", είναι της Λίλα Κονομάρα (Αθήνα, 1960) από το βιβλίο της "Οι ανησυχίες του Γεωμέτρη". Το "Μακάο", πρώτο βιβλίο της Κονομάρα, κυκλοφόρησε το 2002. Έκτοτε έγραψε ακόμα τέσσερα μυθιστορήματα και ένα για παιδιά. Η Κονομάρα στα 12 αυτά διηγήματα επινοεί καταστάσεις που με το ένα πόδι πατούν στο πραγματικό και με το άλλο στο φανταστικό. Οι ιστορίες της απλώνονται στο χώρο και στο χρόνο και στις καλύτερες στιγμές της ισορροπούν το συναίσθημα με τη σκέψη.

 

Με μια αξιοσημείωτη γραφή και δίχως να ποντάρει σε ρεαλιστικές ιστορίες παρμένες από την καθημερινότητα, η συγγραφέας κάνει σκόνη το εγώ της αφήγησης, στην προσπάθειά της το νόημα, σ'αυτό το ανορθόδοξο και πρωτότυπο παζλ, όποτε προκύπτει να μην είναι μονοσήμαντο, ετοιμοπαράδοτο και με το κλειδί στο χέρι, ούτε να εφησυχάζει τον αναγνώστη με τον ηγεμονικό διδακτισμό του. Μέσα από την εσωτερική διαλογικότητα και τον πλάγιο φωτισμό μας βοηθάει να ξανακοιτάξουμε ζητήματα της ελληνικής αυτογνωσίας, ποντάροντας όμως και στη δικιά μας συνέργεια. Στο συγκεκριμένο διήγημα παρελαύνουν αξιοθαύμαστες ηρωικές πράξεις από τις πονεμένες φάσεις εμφύλιων συρράξεων.   

Εποποιία (διαβάζεται σε 12', έχει και καλό ρυθμό)

 

Δεν απέχουν πια πολύ. Η πεδιάδα, μια θάλασσα από δόρατα που αστράφτουν στον ήλιο. Έχουν στρατοπεδεύσει εκεί από χθες και περιμένουν. Οι πρέσβεις τους μας υποσχέθηκαν πως αν παραδώσουμε την πόλη δεν θα πειράξουν κανέναν μας, ούτε και τη γη μας θα κάψουν. Κάποιοι χάρηκαν σαν το άκουσαν, θέλουν να σώσουν τη σοδειά που, καθώς φαίνεται, φέτος θα είναι πλούσια. Εγώ όμως είμαι στρατιώτης και διόλου δεν με απασχολούν αυτά. Σε κάθε μου βήμα το σπαθί χτυπάει πάνω στο πόδι μου για να μη λησμονώ ποτέ εκείνο το ρυθμό που σ’ οδηγεί στη μάχη. Σειρά έχουν τώρα να μιλήσουν οι προύχοντες της πόλης, πριν η συνέλευση του δήμου βγάλει κάποια απόφαση. Πρώτος παίρνει το λόγο ο Αρίσταρχος και λέει:

 

«Οι περισσότεροι από εσάς είστε έτοιμοι να ριχτείτε στη μάχη για την αγάπη της πατρίδας, και δεν υπάρχει βέβαια πιο υψηλή και αξιέπαινη πράξη από το να υπερασπίζεται κανείς τη γη των προγόνων του. Στρατιώτες πολύπειροι είστε όλοι σας και ποτέ σας δεν δειλιάσατε μπροστά στον κίνδυνο σε θάλασσα και σε στεριά. Όμως, πολίτες αυτής της μεγάλης πόλης, θα ήταν ίσως πιο φρόνιμο προτού πάρουμε τα όπλα να αναλογιστούμε σοβαρά τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη μας και τις δικές μας τις δυνάμεις, μα και του εχθρού. Γιατί η βιασύνη και η οργή είναι κακοί σύμβουλοι της ορθής κρίσης και η ασυλλόγιστη τόλμη δεν λογίζεται γενναιότητα αλλά απερισκεψία".

 

"Ο τρίτος χρόνος είναι ετούτος του πολέμου και οι εχθροί μας έχουν σημειώσει νίκες πολλές. Υπερτερούν σε αριθμό μα και σε οπλισμό και πολεμούν με μένος. Διαθέτουν πλούτο ιδιωτικό όσο και δημόσιο, και πλοία και άλογα αμέτρητα. Οι στρατηγοί τους, πολυμήχανοι, εφαρμόζουν άλλο σχέδιο σε κάθε πολιορκία, πότε υψώνοντας περιτείχισμα και αποκλείοντας την πόλη, πότε βρίσκοντας συμμάχους ανάμεσά μας, πότε πυρπολώντας, λεηλατώντας και ρημάζοντας ό,τι βρουν μπροστά τους, ή αλλάζοντας διαρκώς τη διάταξη των στρατευμάτων έτσι ώστε, είτε μέρα είτε νύχτα, ποτέ να μη γνωρίζεις από πού θα έρθει ο κίνδυνος. Σας είναι βέβαια γνωστό πως τίποτα δεν πρόκειται να τους σταματήσει και πως θα πολεμήσουν με όλες τους τις δυνάμεις προκειμένου να κατακτήσουν την πόλη. Η θέση της είναι στρατηγικής σημασίας διότι, όπως καλά γνωρίζετε, θα τους επιτρέπει να ελέγχουν τη θάλασσα και να επεκτείνουν το εμπόριο και τις κτήσεις τους και στις απέναντι ακτές".

 

"Ας αναλογιστούμε τώρα και τη δική μας θέση. Έχουμε θυσιάσει πολύ αίμα ως τα τώρα. Δύο χιλιάδες στρατιώτες χάθηκαν στην τελευταία μάχη, όσο για τα πλοία που στείλαμε να βοηθήσουν τους συμμάχους, οι απώλειες ξεπερνάνε τα τριάντα. Η ήττα αυτή στέρησε επιπλέον από την πόλη ένα σημαντικό μέρος των εσόδων της από τους φόρους που εισέπραττε. Μετά την καταστροφή των καλλιεργειών για δεύτερη συνεχή χρονιά, λιμός ενέσκηψε και ύστερα από λίγο ακολούθησε, όπως – αλίμονο - γνωρίζετε, επιδημία που αποδεκάτισε πολλούς και στη θέση τους γέννησε όλων των ειδών τις ανομίες. Γιατί, μπροστά σε τέτοια απότομα γυρίσματα της τύχης, ποιος έχει πια τίποτα να φοβηθεί; Η γη ερημώθηκε και οι θρήνοι από τα δεινά εντός των τειχών πριν προλάβουν να κοπάσουν αναζωπυρώνονται από των αγγελιοφόρων τα κακά μαντάτα. Ο ένας εναντίον του άλλου είναι έτοιμος να στραφεί, ξεχνώντας πως είναι αδέρφια, ραδιουργίες εξυφαίνονται καθημερινά και έριδες ξεσπούν σε κάθε γωνιά. Πριν προλάβει να κυριεύσει με έφοδο την πόλη ο εχθρός, μόνοι μας θα αποδεκατιστούμε, και αν πάλι από κάποιο θαύμα αντέξουμε λίγο ακόμα, ένας δριμύς χειμώνας θα μας αποτελειώσει".

 

"Ξέρω ότι πολλοί σκέφτεστε πως το δίκιο είναι με το μέρος μας. Πως είναι αξιοκατάκριτο να υποταχθούμε σε αυτούς που εισβάλλουν στον τόπο μας και παραβιάζουν τις συνθήκες. Ξέρω επίσης πως δειλοί και μισητοί φαντάζουν όσοι υποχωρούν μπροστά στον κίνδυνο και σκύβουν το κεφάλι στον κατακτητή. Ωστόσο σκεφτείτε ετούτο, άνδρες αυτής της πόλης: αν έχουμε την ευχέρεια της επιλογής μεταξύ ενός πολέμου που θα μας αφανίσει εξ ολοκλήρου και μιας ειρήνης που θα επιτρέψει στην πόλη να ορθοποδήσει και σε εμάς να βρούμε ευνοϊκότερες συνθήκες προκειμένου να έχουμε σίγουρη τη νίκη και να ανακτήσουμε το παλιό μας μεγαλείο, τι πρεσβεύετε πως είναι προτιμότερο να πράξουμε;».

Με αυτά τα λόγια και συνοδευόμενος από πολλές επευφημίες ο Αρίσταρχος κάθισε, και πήρε με τη σειρά του το λόγο ο Διόδωρος:

 

«Ο φόβος, άνδρες αυτής της πόλης, παραλύει τη μνήμη και οδηγεί σε λανθασμένες αποφάσεις. Τόσο γρήγορα λησμονήσατε το ένδοξο παρελθόν μας; Τις περίλαμπρες νίκες που καταγάγαμε πριν από λίγα χρόνια μόλις, σε θάλασσα και στεριά; Τη ριψοκίνδυνη φύση μας, το θάρρος, την ανδρεία που μας οδήγησαν ως τις απέναντι ακτές και έκαναν τη φήμη της πόλης μας να φτάσει ως τα πέρατα της γης; Είναι λοιπόν πρέπον, μετά από όλα αυτά, να αφήσουμε ένα λαό βαρβαρικό να προσβάλλει την τιμή μας και τον τόπο μας να ρημάξει; Και η ιστορία, καθώς θα ταξιδεύει στους επόμενους μέσα από άσματα και αφηγήσεις, επιτύμβιες στήλες και αναθήματα, ποιο εκ των δύο νομίζετε πως θα μεταφέρει; Το παλαιό μας κλέος ή το σημερινό όνειδος; Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με της σειρά, να δούμε ποια είναι τα διαθέσιμα μέσα της μιας και της άλλης πλευράς, και τότε είμαι βέβαιος πως θα αντιληφθείτε ότι σε τίποτα δεν υστερούμε.

 

»Κάποιοι ισχυρίζονται πως φρόνιμο δεν είναι ούτε και συνετό οι λίγοι να τα βάζουν με τους πολλούς. Κι όμως, μετά τα Μηδικά, θα έπρεπε να γνωρίζετε πως διόλου αυτό δεν ισχύει, καθώς οι ορδές των Περσών που προήλασαν από την άλλη άκρη της γης χωρίς κανένα να βρουν εμπόδιο αναχαιτίστηκαν και ηττήθηκαν κατά κράτος στον Μαραθώνα και στα στενά της Σαλαμίνας από στρατό πολύ μικρότερο απ’ το δικό τους. Ας μη λησμονείτε επίσης και τούτο: τριπλάσια είναι η τόλμη εκείνου που ρίχνεται στη μάχη οδηγημένος από τη φτώχεια και τις ανάγκες, ή από το φόβο μη χάσει σπίτι και περιουσία και το γένος του ξεκληριστεί, απ’ ό,τι του μισθοφόρου που μόνο για το συμφέρον του ενεργεί. Εκείνος που υπερασπίζεται τους τάφους των προγόνων του και τη ζωή των τέκνων του θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων, κάνοντας όσα του επιβάλλει η τιμή και το καθήκον.

 

»Σε ό,τι και αν πράξουμε, να σας υπενθυμίσω ότι θα ταχθούν στο πλευρό μας και άλλες πόλεις. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι από τους συμμάχους μας ηττήθηκαν, συμπαρασύροντας κι εμάς στον όλεθρο, οι υπόλοιποι όμως είναι έτοιμοι να μας συνδράμουν με κάθε τρόπο, γνωρίζοντας καλά ότι, αν η δική μας πόλη πέσει στα χέρια του εχθρού, τίποτα πια δεν εγγυάται τη δική τους σωτηρία. Έπειτα έχουμε με το μέρος μας, εκτός από τα τείχη μας που έχουν ενισχυθεί κατά είκοσι στάδια τα τελευταία χρόνια, τη φυσική οχύρωση της πόλης, που δεν επιτρέπει στον εχθρό να επιχειρήσει αιφνιδιαστική επίθεση, καθώς από όλα τα σημεία είναι ορατός. Όσο για τις πολιορκητικές μηχανές, όφελος κανένα δεν θα προσφέρουν στον εχθρό αφού τα απόκρημνα βράχια τις αναγκάζουν να μείνουν μακριά. Ως προς τις θαλάσσιες επιχειρήσεις, είναι βέβαιο, άνδρες, ότι υπερτερούμε. Τα πλοία των βαρβάρων χωράνε μεν περισσότερους, το μεγάλο τους μέγεθος όμως τα κάνει πιο δυσκίνητα. Αν καταφέρουμε να τους αποκλείσουμε στα στενά, θα τους είναι αδύνατον να κάνουν ελιγμούς, και όπως τα πλοία τους θα είναι στριμωγμένα σε περιορισμένο χώρο θα πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο. Μέσα στο πανδαιμόνιο που θα επικρατήσει, εύκολα τα δικά μας πλοία θα βυθίσουν τα εχθρικά και θα αναγκάσουν όσους σωθούν να τραπούν σε άτακτη φυγή.

 

»Η πόλη μας, άνδρες, είναι γνωστό, σχολείο υπήρξε για την Ελλάδα, όχι μόνο για την τόλμη και το θάρρος που επέδειξε σε πλείστες όσες περιστάσεις, αλλά και για τη φιλοκαλία και τη δύναμη του πνεύματος, που γέννησαν τον θαυμασμό σε όλους τους λαούς και υμνήθηκαν από τους ποιητές, ώστε να μάθουν και να διδαχθούν και οι μεταγενέστεροι. Χωρίς να παρασυρθείτε λοιπόν από το φόβο, συλλογιστείτε τις παραινέσεις μου και πράξτε το σωστό. Αυτός που αποφεύγει τον κίνδυνο χίλιες φορές πιο αξιοκατάκριτος είναι από εκείνον που μένει και τον αντιμετωπίζει. Έχετε χρέος να μην αφήσετε να αφανιστεί μια τέτοια πόλη και να μη φανείτε κατώτεροι των προγόνων σας και όσων σας κληροδότησαν, αλλά να επιδείξετε υψηλό φρόνημα, σύνεση και ορθή γνώση του κινδύνου αφενός, τόλμη και απαράμιλλη ανδρεία αφετέρου. Οι κακουχίες του πολέμου να μη σας πτοούν, ούτε και πρέπει να λυγίζετε μπροστά στις συμφορές που τον καθένα βρίσκουν ξεχωριστά, παρά να θυσιάσετε τα προσωπικά σας αγαθά για το κοινό καλό!».

 

Χίλιες φωτιές άναψαν στα στήθη τα λόγια του Διόδωρου και επευφημίες ακούστηκαν πολλές. Οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν, κι ο φόβος μου μην τα ωραία λόγια συγκαλύψουν άδικα έργα και παρασύρουν στο κακό εσίγασε προσώρας. Γιατί η μάχη ετούτη έπρεπε να δοθεί, ήταν φανερό, κι εμείς να αποτελέσουμε λαμπρό παράδειγμα για τους υπόλοιπους να αντισταθούν, κι η πόλη μας για άλλη μια φορά να δοξαστεί. Όμως βιάστηκα, ωιμέ, να αναθαρρήσω, γιατί η ανάταση των χειρών που ακολούθησε έδειξε ότι οι πολίτες ήταν διχασμένοι και οι δύο προτάσεις ισοψήφησαν. Κύλησε ώρα πολλή κι οι δύο πλευρές επέμεναν η καθεμία στα δικά της λέγοντας λόγια μάταια, γιατί τα ουσιώδη είχαν ήδη ειπωθεί. Κάποιοι κατηγόρησαν τον Αρίσταρχο πως είχε ήδη κάνει συμφωνίες με τον εχθρό με διάφορα ανταλλάγματα, μα και τον Διόδωρο άλλοι κακολόγησαν ισχυριζόμενοι πως εκείνο στο οποίο αποσκοπούσε στην πραγματικότητα ήταν να αναλάβει την εξουσία, αδιαφορώντας για την τύχη της πόλης. Η συζήτηση ξεστράτισε, βγήκαν στη μέση προσωπικά μίση, φθόνος και παλαιές αντιδικίες, γιατί τέτοια είναι, αλίμονο, η φύση του ανθρώπου: σε καιρούς ειρήνης και ευημερίας τα πάθη υποχωρούν και η βία αποσύρεται στα υπόγεια δωμάτια της ψυχής. μόλις όμως ο κίνδυνος προβάλλει, σαΐτες γίνεται φαρμακωμένες, που πέφτουν βροχή.

Όταν πια όλοι απόκαμαν και η χολή που έβραζε εντός τους ξεθύμανε, φαίνεται πως μας λυπήθηκαν οι θεοί και στην επομένη ανάταση των χειρών επικράτησε η άποψη του Διόδωρου. Ευθύς όλοι αποχώρησαν για τις ετοιμασίες. Οι ιερείς έκαναν τις ευχές κι έριξαν το κριθάρι. Ύστερα έσφαξαν δύο κριάρια και με λαμπρό κρασί τα έραιναν καθώς η κνίσα ανέβαινε στον ουρανό, και όλοι μαζί δεήσεις έκαναν στους θεούς, τον Δία τον βροντόφωνο και νεφελοσυνάκτη και στη γλυκόματη θεά, προστάτιδα της πόλης, μα και στον Άρη τον αιμόχαρο, που χαλκοφορεμένος περιδιάβαινε ήδη τους ουρανούς επάνω στα άρματά του. Έτρεξα κι εγώ να προλάβω να αποχαιρετήσω τους δικούς μου και την ευχή του πατέρα μου και το γλυκό φιλί της μάνας μου στη μάχη αντάμα να πάρω. Μόλις η Αυγή άπλωσε στη γη το χρυσαφένιο φως της κι οι μέλισσες έτρεξαν να πιουν την πρωινή δροσιά να φτιάξουνε το μέλι, ο κήρυκας πρόβαλε στην κορυφή με το ραβδί το φιδοστολισμένο και ψάλθηκε ο παιάνας για την επίθεση.

 

Ξημέρωνε μέρα λαμπρή, όπου ήταν γιορτή και πανηγύρι μεγάλο στα μέρη μου. Καντήλι ασημένιο του είχε τάξει του αγίου η μάνα μου να μη με εύρει κακό σαν της είπα πως φεύγω ότι κάτι καταγίνονταν μερικοί να σώσουμε την Ελλάδα. Η τυραννία των Τούρκων δεν υποφέρονταν πλέον. Όλοι οι νοικοκυραίοι ήταν ξεσηκωμένοι κι ας τους έλειπαν πολλών τα αναγκαία του πολέμου. Στο νου τους είχαν τη λευτεριά, κι έτσι προβόδιζαν με ομόνοια και αδελφοσύνη για το κοινό καλό. Ανάμεσά τους κι ο μάστορής μου ο Μήτρος ο Βρανάς, οπού με έβαλε κι εμένα εις το μυστήριον αφού κατέβασε όλες τις εικόνες και με όρκισε. Ύστερα κινήσαμε για τα περιβόλια, ότι τα άρματα τα είχανε κρυμμένα εις τα αμπέλια.

Δύο χρόνους βαστούσαν οι πολιορκίες και η πλαγιά είχε γιομώσει Τούρκους, ότι ήταν θέση δυνατή με ένα κάστρο εις την κορυφή και τη βαστούσαν με λύσσα. Άλλοι ήταν πεζούρα κι άλλοι καβαλαρία κι ήφεραν και κανόνια. Εμείς τα εφοβόμασταν πολύ ότι ήμασταν ατζαμήδες. Τους καρτεράγαμε στο στένωμα συναγμένοι μέσα σε ρείκια κι αγριόβατα. Μπροστά ο Λογοθετόπουλος, ο Γώγος, ο Καλαμάς και τα δυο αδέρφια οι Μελέτηδες, φίλοι των Πανουργιάδων. Ο Κοντογιάννης, ο Φαρμακίδης κι ο παπα-Νικόλας ήταν ταμπουρωμένοι στα περάσματα δεξιά, ο Λαγουμτζής στο πλάι με τους δικούς του, πιο κάτω, στα λαγούμια, ο Φωκάς, ο Ζαχαρίκας κι άλλοι πολλοί καπεταναίοι, νοικοκυραίοι και οπλαρχηγοί. Από κοντά κι εγώ με τον μάστορή μου το ασκέρι κι έναν συγγενή του, τον Πέτρο τον Γιαννούλη. Αυτόν, ένας πασάς οπού ήταν τότε εις την Πρέβεζα τον φυλάκισε και του πήρε τη γυναίκα. Πήγαν τότε να τον χαλάσουν, μα κατάφερε αυτός και τους έφυγε. Είχε κρυψώνες σπίτι του και φύλαγε κάμποσα άρματα, μολύβι και μπαρούτι κι έδινε στους καπεταναίους όθεν έκαμε χρεία.

Στο άλλο μου το πλάι είχα το φίλο μου τον Φώτη οπού ήταν τα κονάκια μας στον ίδιο μαχαλά. Αγάπαγα την αδερφή του κι ήθελα να την πάρω γυναίκα μου, μας δεν του το μαρτυρούσα. Μετά τη μάχη, έλεγα, θα του το πω, δεν πάει να κρύβομαι έτσι.

Δόθηκε το σύνθημα κι άρχισε η επίθεση. Ισασα τις πιστόλες μου, το γιαταγάνι, έκαμα και την προσευκή μου.

«Γεια σου ρε Γιώργη με τις ωραίες τις μουστάκες σου!» μου φώναξε ο Φώτης και θαρρείς και τούτα τα λόγια με ψύχωσαν. Ήταν η φωνή του βροντερή και γελαστή αντάμα, κι από τα μάτια του σπίθες και φλόγες βγαίναν.

«Γεια σου κι εσένα φίλε κι αδερφέ!» του αποκρίθηκα, ξεγύμνωσα το σπαθί μου και πιάσαμε τον πόλεμο.

Σαν λιοντάρια πολεμούσαμε περίπου από έξι ώρες, οι πληγωμένοι μαζεύονταν σωρό, μα κι οι Τούρκοι έδειχναν μεγάλη ανδρεία και με τα σπαθιά τους πετζόκοβαν πολλούς. Ήταν ένας αρχιστράτηγος του Αλή-πασα οπού όλο γιρούσια έκανε. Του ρίχναμε κι εμείς από τα ταμπούρια μας μα δεν μπορούσαμε να τον χαλάσουμε. Ήταν κι ένας Τούρκος Αρβανίτης, γνωστικός και πολλά άξιος, λιοντάρι σωστό στη μάχη, οπού τους έδωσε σκέδιο να φύγουν καμπόσοι και να πάνε γύρω γύρω να κλείσουν το πέρασμα πίσου μας. Έβαλαν το σκέδιόν τους σ’ ενέργειαν, μα ο Βρανάς, οπού είχε μυαλό ώς πάνω από εκατό οκάδες, το είχε στοχαστεί από τα πριν κι είχε αφήσει το παιδί του κεφαλή εις εκείνους οπού μείναν πίσου στο ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Καθώς ζύγωσαν οι Τούρκοι, χύμηξαν πάνω τους οι δικοί μας και τους ρίξαν στο ποτάμι. Πολλούς τους χάλασαν μ’ αυτή την ευκαιρία, μα ήταν κι άλλοι οπού πήγαν από μόνοι τους, κάποιοι ότι έπεσαν σε βόθυλα κι ήταν γλίνα και βούλιαξαν με τ’ άλογόν τους, και ολίγοι ότι πνιγήκαν από το αλάφιασμά τους. Βλέποντας αυτόν τον χαλασμό, ψυχώσαμε κι εμείς και ριχτήκαμε ξανά στη μάχη με μεγάλη γενναιότητα. Όμως το πράγμα δεν ήταν εύκολο, ότι οι Τούρκοι ήταν πολλοί και γερά αρματωμένοι κι η μάχη δεν έλεγε να κριθεί. Ο ήλιος έκαιγε εις τα κεφάλια απάνωθέ μας. Πεθαίναμε από τη δίψα κι άγρια πείνα μας θέριζε τα σωθικά, μια χούφτα αραποσίτι τρώγαμε όλον εκείνον τον καιρό.

Την πέμπτη μέρα, κατά το απομεσήμερο, κάμαμε εμείς στους Τούρκους αυτό που εκείνοι είχαν σκεφτεί πρωτύτερα. Κάποιος παρήγγειλε του Λαγουμτζή και ήρθε με το ασκέρι του από την πίσω πλευρά. Βρέθηκαν ξάφνου οι Τούρκοι κυκλωμένοι, σκιάχτηκαν, και τότε τους κάμαμε χαλασμό μεγάλο. Μπαγιλντισμένοι αυτοί ότι ήταν άμαθοι στον κλεφτοπόλεμο, κιότεψαν. Αφήναν τις θέσεις τους και έτρεχαν στο κάστρο να κλειστούν. Ξοπίσω τους εμείς, άλλους τους σκοτώναμε κι άλλους τους σπρώχναμε να τζακιστούν από τα βράχια, ότι ήταν απόκρημνα πολύ από το ένα μέρος. Σωστό μακελειό έγινε τότε και χάθηκαν μιλιούνια. Το αίμα κυλούσε στην πλαγιά ρυάκι. Πιλαλούσα κι εγώ ξυπόλυτος, αλλά λες και άξαφνα φτερά είχαν βγάλει τα ποδάρια μου, ότι ήταν φανερό πως η νίκη πια μαζί μας πορευόταν.

«Γεια σου ρε Φώτη!» φώναξα πάλι αναθαρρεμένος κι άκουσα τη φωνή του φίλου μου να μ’ αποκρίνεται: «Γεια σου κι εσένα Γιώργη λεβέντη!» Μα πριν αποσώσει την κουβέντα του, πέρασε απ’ το πλάι του ένας Τούρκος αγάς καβαλαρία και με τη σπάθα του ’κοψε το κεφάλι σαν του γουμαριού. Το κεφάλι αποχωρίστηκε από το σώμα και κατρακύλησε ώς λίγο παρακάτω οπού σκάλωσε σε μια κοτρόνα. Στάζανε τα αίματα μα το χαμόγελο ήταν ακόμα εκειδά. Μεμιάς εσκίστηκα κι εγώ στα δυο, το σώμα με στους βράχους και το κεφάλι στο μεϊντάνι με τον καφενέ, στα κονάκια μας σιμά. Άκουγα πάλι τη φωνή του να ζυγιέται με τη λύρα και να σταλάζει ως βάλσαμο εντός μου. Απ’ το ανοιχτό το παραθύρι ροβολούσε στα σοκάκια, κι ο μαχαλάς θαρρείς γινόταν ένας αναστεναγμός. Σφίχτηκε η καρδιά μου απ’ την πίκρα και ντράπηκα πολύ ότι ήμουν προδότης και δεν του είχα μαρτυρήσει τίποτα για την Ανθούλα, μα τώρα ήταν πια αργά. Είπα να βάλω τα δύο μέρη αντάμα, να βρει η ψυχή του αναπαμό στον άλλο  κόσμο. Μα και ετούτη η σκέψη κόπηκε στη μέση ότι με ζύγωσαν εχτροί.

Τη νύχτα εκείνη έπεσε το κάστρο. Πολεμήσαμε όλοι αντρείως. Αχός πολύς κι ο τόπος ολούθε να μυρίζει αίμα και μπαρούτι και κάθε λίγο να θαρρείς πως η ψυχή σου πάει να βγει, ότι δεν έφτανε η κούραση κι η πείνα μα ερχόταν από πάνω τους βάρος δυσβάσταχτο το θέαμα των κορμιών που σάπιζαν ένα γύρο κι ο χαλασμός των φίλων. Κόκκινες βάφτηκαν οι φουστανέλες, κόκκινη κι η πλαγιά σαν κόπασε ο κουρνιαχτός της μάχης. Εκείνο το βράδυ εχάθη κι ο μάστορής μου εκεί που πήγαινε το κάστρο να πατήσει και πέφταν τα βόλια βροχή. Άξιος άνθρωπος, τίμιος πολύ και αγαθός πατριώτης. Καταφέραμε νίκη μεγάλη, ότι ήταν θέλημα θεού, και τα τούρκικα ασκέρια αφανίσαμε και πήραμε λάφυρα και ζαϊρέδες πλήθος και το κάστρο κυργέψαμεν. Κι όσοι Τούρκοι μείναν ζωντανοί διαλύθηκαν ένας ένας και τους πήγαμε κυνηγώντας ώς δύο ώρες. Τους δικούς μας σκοτωμένους τους διάβασε ο παπα-Νικόλας κι ύστερα τους παραχώσαμε γοργά μην τους φάνε οι λύκοι. Ύστερα τσιμπούσι στήσαμε σωστό, ότι ηύραμε φαγί μπόλικο και κρασί. Η πλαγιά δεν άργησε τραγούδια να αντηχήσει και όσων τα πόδια βαστούσαν ακόμα έριξαν και δυο γυροβολιές.

 

Μετριούντ’ οι Τούρκοι τρεις φορές, και λείπουν πεντακόσοι,

Μετριούνται τα κλεφτόπουλα, και λείπουν τρεις λεβέντες.

Ο ένας πήγε στο νερό κι άλλο ψωμί να φέρει,

Ο τρίτος ο καλύτερος στέκεται στο τουφέκι*

 

*Απόσπασμα από το δημοτικό τραγούδι της Αιτωλίας. «Οι τρεις λεβέντες».

 

Αλίμονο όμως, οι χαρές δεν κράτησαν πολύ ότι είχεν αρχίσει πάλι φαγωμάρα ανάμεσα στους δικούς μας αρχηγούς μην τύχει και κάποιος δοξαστεί ολίγον παραπάνω, αντί να είναι αχώριστοι διά το καλό και στερέωσιν τις πατρίδος. Μεγάλοι άνθρωποι, μεγάλα λάθη, λέει ο Λαγουμτζής. Μα αυτή η διχόνοια κι η διαίρεση πολλά δεινά μας έφεραν και κινδυνεύσαμε όλοι.

Μας πιάσανε τρεις μέρες αργότερα. Πέσαμε πρόσωπο με πρόσωπο με δύο της Ασφάλειας. Στο σάκο μου, καμιά εικοσαριά αντίτυπα από το τελευταίο τεύχος της «Νέας Γενιάς». Πάνε έξι μήνες τώρα.

Άλλοι τις λογαριάζουν τις μέρες, για μένα είναι όλες ίδιες. Τα πρωινά κυλούν πάντα μέσα σ’ ένα κλίμα αισιοδοξίας. Ανανεωμένες ελπίδες, πίστη στον αγώνα, αντίσταση με κάθε τρόπο. Όσο προχωράει η μέρα όμως τα μέλη βαραίνουν, το μυαλό επιστρέφει ολοένα στην ίδια σκηνή. Αν δεν τον σκότωνα εγώ, θα με σκότωνε εκείνος. Είχε βγάλει το περίστροφο και με κυνηγούσε. Φορούσε ένα μικρό σταυρό ίδιο με του Στέλιο μου τον βαφτιστικό. Ψηλός, μελαχρινός, θα ’ταν δε θα ’ταν δεκαοχτώ χρονών. Ξαφνικά έπεσα σε αδιέξοδο, δεν είχα πού να πάω. «Παλιοκουμούνι», φώναξε, «θα σε σκοτώσω!» Τον πρόλαβα εγώ.

Χτες ήρθε μια αποστολή από Ικαρία, διακόσια πενήντα άτομα. Οι σκηνές έχουν γεμίσει ασφυκτικά. Αντάμωσα πάλι με τον Γιώργο τον Δαφέρμο. Είχαμε γνωριστεί στο Σίρτζι, εκείνος με την ομάδα φοιτητών μαχητών του λόχου Λόρδος Μπάιρον. Κυριακή των Βαΐων ήταν, θυμάμαι κι έβρεχε ασταμάτητα, απ’ το σκοτάδι δεν έβλεπες πού πατούσες. Εμείς όμως συνεχίσαμε να περπατάμε μέσα σε δύσβατα μονοπάτια κι ας στάζαμε απ’ την κορυφή ώς τα νύχια. Το ίδιο χάλι είχε και τότε ο δόλιος. Ξυπόλυτος περπάταγε κι από τις κακουχίες μόλις που στεκόταν στα πόδια του. Το σπίτι του το κάψανε και είδε τους δικούς του να χάνονται ο ένας μετά τον άλλο. Εξακολουθεί παρόλα αυτά να έχει κουράγιο κι αντοχή, το διαβάζεις στα μάτια του με τις βαθιές ρυτίδες γέλιου στις γωνίες. Πολλούς, το γέλιο του Γιώργου τους κάνει να τινάζονται απ’ τη θέση τους. Περνάνε διάφορα μπροστά απ’ τα μάτια τους, μια χαρμολύπη, μπορεί και κάποια ελπίδα.

Πριν από λίγο ξανάρχισαν πάλι τα μεγάφωνα: απειλές που εναλλάσσονταν με εμβατήρια και αντικομουνιστικά συνθήματα. Κάποιος τρελάθηκε τις προάλλες. Άρχισε να επαναλαμβάνει ό,τι άκουγε. Ακόμα κι όταν τα μεγάφωνα σώπαιναν, εκείνος συνέχιζε, στεκόταν μάλιστα καμαρωτός σε στάση προσοχής, και χαιρετούσε στρατιωτικά. Στην αρχή νόμισαν πως τους κορόιδευε, τον τσάκισαν στο ξύλο. Όταν κατάλαβαν, τον έστειλαν άρον άρον στην Αθήνα.

«Να πάρω τσιγάρο, σύντροφε;»

«Πάρε, ρε Μιχάλη, τι ρωτάς;»

Ο Μιχάλης έχει μανία με το τσιγάρο. Το καπνίζει μέχρι που καίγονται τα δάχτυλά του. Ύστερα τα φέρνει κάθε τόσο στα ρουθούνια του, παίρνει βαθιά ανάσα και μισοκλείνει τα μάτια σαν να ονειρεύεται. Ο Μιχάλης ήταν ελασίτης, στο τάγμα του Κρόνου. Ύστερα, το ’47, πέρασε στον Δημοκρατικό Στρατό και τον εντάξανε στη Στερεά Ελλάδα. Τον πιάσανε το ’48. Είχε έναν μπάρμπα ταγματάρχη κι έτσι γλίτωσε την εκτέλεση. Πήγε και τον βρήκε η μάνα του και τον παρακάλεσε γονατιστή. Ο Μιχάλης δεν απαντάει στα γράμματά της.

Το πεζούλι, απόμερο, σκιερό, έχει θέα στη θάλασσα. Το τσιγάρο κοντεύει να φτάσει στη μέση όταν νιώθω την κλοτσιά να μου τσακίζει τα πλευρά. Πέφτω με τα μούτρα στο χώμα, τα χαλίκια μου μπήγονται στο δέρμα. Ο Μιχάλης κοιτάει το τσιγάρο του που κατρακυλάει προς τη θάλασσα. Τα καψόνια δεν σταματάνε, μέρα νύχτα: βασανιστήρια, κουβάλημα πέτρας με βούρδουλα, τις περισσότερες φορές χωρίς κανένα λόγο. Τις νύχτες πάλι, οι αλφαμίτες κάνουν ντου κάθε τρεις και λίγο.

Μας στέλνουν να ασβεστώσουμε κάτι τοίχους. Πρέπει να κουβαλήσουμε νερό απ’ το πηγάδι που βρίσκεται στην άλλη άκρη. Ο ήλιος καίει και οι ψείρες πηγαινοέρχονται τρελαμένες, τα κεφάλια μας έχουν γεμίσει πληγές. Απ’ την κωλότσεπη του Πάνου ξεχωρίζει ένα γράμμα.

«Σου ’γραψε πάλι η αδερφή σου;» του φωνάζω.

«Ναι», μου λέει και παραχώνει το γράμμα.

Ο Πάνος είναι από τη Θεσσαλία, η προφορά του βαριά σαν τα βήματά του. Στο χωριό του είχαν για σύνδεσμο ένα τσαγκαράδικο, του Μηνά. Όποτε ήθελε κάτι να του μηνύσει, το ’γραφε ο Πάνος συνθηματικά στις σόλες των παπουτσιών κι η αδερφή του τα πήγαινε στο τσαγκαράδικο. Κάποιος το σφύριξε όμως στον χωροφύλακα και ένα βράδυ την πιάσανε τρεις παρακρατικοί. Την τσουβαλιάσανε μέσα σε ένα αγροτικό και την πήγαν πέρα στον κάμπο στα χαλάσματα ενός παλιού υποστατικού. Τη βρήκαν οι δικοί της την άλλη μέρα μες στα αίματα. Της είχε σαλέψει. Κάποιοι είπαν πως φταίγανε τα χτυπήματα στο κεφάλι. Τον Πάνο τον πιάσανε την επομένη. Η Αγγέλα του στέλνει γράμματα με ζωγραφιές. Άμα δεν ξέρεις, λες πως είναι μικρού παιδιού. Εκείνος τις κοιτάζει αμίλητος για ώρες, σαν να διαβάζει. Ύστερα τις καταχωνιάζει μην τις δει κανείς. Όχι μόνο μην τύχει και την περιγελάσουν, αλλά όπως κατεβάζει το κεφάλι ο φταίχτης. Αναγνωρίζω την κίνηση.

Η μέρα κυλάει, ήρθε η ώρα της «ηθικής και εθνικής διαπαιδαγώγησης». Αυτοί μιλάνε, εμείς ακούμε. Πού και πού μας υποβάλλουν ερωτήσεις. Άλλοι απαντούν, άλλοι όχι. Με τις γνωστές συνέπειες. Κάποιοι σπάνε, υπογράφουν.

«Δεν άντεχα άλλο», μας είπε μισολιπόθυμος ο Γιάννης ο Χατζής όταν τον έφεραν πίσω στη σκηνή μετά από τρία μερόνυχτα. Είχε στο μπράτσο μια πληγή τεράστια, μύριζε καμένα σάρκα. «Δεν πήγαινε άλλο, καταλαβαίνετε; Θα έκανα ό,τι μου ζητούσαν αρκεί να σταματούσε αυτό το μαρτύριο». Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα, δεν τολμούσε να μας κοιτάξει.

«Εσύ σύντροφε, που ήσουν το υπόδειγμα για όλους μας, εσύ να μας προδώσεις…» του είπε χολωμένος ο Κώστας Χούρσογλου από την περιφερειακή Αιγίου.

«Σώπα, Κώστα», τον αποπήρε ο Δαφέρμος, «τι φταίει αυτός; Άνθρωπος είναι, πόσο να αντέξει; Έχω φτάσει κι εγώ σ’ αυτό το σημείο και ξέρω. Είναι σαν ένα όριο μέσα σου. Πάει, είπα τότε, ως εδώ ήταν. Θα υπογράψω, θα κάνω ό,τι μου πουν. Μα από κάποιο θαύμα, εκείνοι σταμάτησαν ξαφνικά και με άφησαν».

Ο Χούρσογλου κουνάει το κεφάλι σαν να μην τον πιστεύει. Είναι σκληρός και αδιάλλακτος. Έχει έναν αδερφό βαμμένο δεξιό, γνωστό σπιούνο της ασφάλειας. Ίσως γι’ αυτό.

Εγώ είμαι από τους αμετανόητους. Με περνούν για ήρωα. Μα κανείς δεν μπορεί να κάμψει μέσα στου κάτι που έχει ήδη καμφθεί. Πολύ πριν από το σώμα, έχει πιαστεί αιχμάλωτο το μυαλό. Οι άλλοι αυτό δεν το ξέρουν. Αν προσπαθήσω να τους το εξηγήσω, θα μου πουν «δε φταις εσύ, σύντροφε. Εσύ δεν είσαι παρά ένα ιστορικό προτσές. Αν δεν τον σκότωνες εσύ άλλωστε, θα σε σκότωνε εκείνος. Μην αφήνεις τέτοιες σκέψεις να σε αποπροσανατολίζουν. Έλα, ησύχασε λοιπόν, δε φταις εσύ». Τότε λοιπόν ποιος φταίει;

Πέφτει το σούρουπο, απ’ τα μεγάφωνα συνεχίζονται τα εμβατήρια κι οι απειλές.

«Σαν τα κοράκια κρώζουν», λέει ο Μιχάλης.

Δύο αλφαμίτες κουβαλάνε κάποιον. Τον αφήνουν μπροστά στη σκηνή μας. Σωριάζεται σαν σακί.

«Ο Πέτρος είναι», μου λέει ο Μιχάλης που βλέπει καλύτερα.

Τρέχουμε κατά κει. Κουβαριασμένος στο χώμα, ο Πέτρος βογκάει. Το πρόσωπό του άθικτο, εφάρμοσαν πάλι το γνωστό σύστημα, μεθαύριο έχουμε επισκέψεις: ξύλο από τη μέση και κάτω με κλοτσιές και με τις λαβές των περιστρόφων. Αν κρίνεις απ’ τη στάση του, θα πρέπει να του έστριψαν και τα γεννητικά όργανα.

Ξανά και ξανά. Ξαφνικά ο Πέτρος βγάζει ένα μακρύ ουρλιαχτό. Απέναντι ο ήλιος βουλιάζει ρόδινος στη θάλασσα.

Σιωπητήριο. Μαζευόμαστε στις σκηνές. Ο Δαφέρμος περιποιείται τον Πέτρο, μα πιο  πολύ τα λόγια του είναι που γίνονται βάλσαμο στις πληγές. Του τραγουδάει ένα αργό ηπειρώτικο σκοπό. Ο Πέτρος αποκοιμιέται. Σιγά σιγά σβήνουν και οι τελευταίες κουβέντες, ο καθένας τυλίγεται σφιχτά με τη λεπτή, φθαρμένη κουβέρτα του. Ο ύπνος με επισκέπτεται μόνο φευγαλέα. Όταν ανοίγω τα μάτια, ο Στέλιος μου κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Με κοιτάζει χωρίς να μιλά. Το πρόσωπό του μπερδεύεται με του άλλου αγοριού. Πώς γίνεται να τον πρόλαβα εγώ, ρωτάω. Ο Στέλιος δεν αποκρίνεται. Μην αναγνώρισε κι αυτός κάτι στο πρόσωπό μου; Μέτρησαν άραγε τα χρόνια μου; Ο Στέλιος δεν αποκρίνεται, ξεκουμπώνει αργά το πουκάμισο, στην κοιλιά ένα μαύρο κενό, μπορείς να βάλεις το χέρι σου και να πιάσεις την άκρη της κουβέρτας που ξεχωρίζει απ’ την άλλη μεριά, το σταυρουδάκι λαμπυρίζει στο μισοσκόταδο, η σκηνή επιστρέφει, δεν μπορεί, υπάρχει σίγουρα μια λεπτομέρεια που μου έχει ξεφύγει ως τώρα, ο άδειος δρόμος, ψιλόβροχο, τρέχω και πάλι, εκείνος από πίσω μου. Ξάφνου ακούω θόρυβο και στρέφομαι απ’ την άλλη. Μια μεγάλη πομπή πλησιάζει αργά, την άκρη την δεν τη διακρίνεις. Μοιάζει με λιτανεία, από εκείνες που έκαναν στα χωριά όποτε είχε καιρό να βρέξει. Πράγματι, κατά τόπους η γη χωρίζεται στα δύο, το χώμα σβολιασμένο και ξερό. Καθώς μετακινείται η πομπή, σκόνη σηκώνεται από παντού. Κάθεται πάνω στα ρούχα, στα μαλλιά, στα σκασμένα χείλη. Σε μιαν άκρη του δρόμου, ένα φορτηγό, εγώ ανεβασμένος στην καρότσα. Το φορτηγό είναι παλιό, βουτηγμένο κι αυτό στη σκόνη. Ίσα που ξεχωρίζει κατά τόπους το χρώμα του, ένα ξεθωριασμένο θαλασσί. Οι άνθρωποι σταματούν μπροστά μου κι ένας ένας με τη σειρά του κάτι μου παραδίδουν. Οι πιο πολλοί, ένα ρούχο, άλλοτε τρύπιο, με αίματα, άλλοτε μισερό. Υπάρχουν όμως κι άλλα αντικείμενα, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ένα φυλακτό καρφιτσωμένο πάνω σε μωρουδιακό ζακετάκι, διαφόρων ειδών καπέλα, ένα ζευγάρι γυαλιά, ένας κοντυλοφόρος με αρχικά χαραγμένα στο πλάι, ένα ρολόι με φθαρμένο λουράκι. Χωρίς να με κοιτάξει, το αγόρι πλησιάζει. Βγάζει τον βαφτιστικό σταυρό και τον αφήνει πάνω στο σωρό. Ύστερα έρχεται η Αγγέλα, η αδερφή του Πάνου, κρατώντας έναν πάκο ζωγραφιές. Τις πετάει στην καρότσα κι αυτές χορεύουν για λίγο στον αέρα πριν προσγειωθούν σε διάφορα σημεία, κι είναι σαν να βρέχει απ’ τον ουρανό δεκάδες πολύχρωμα παπούτσια. Έρχονται κι άλλοι, πολλοί, το φορτηγό σταδιακά γεμίζει, ο σωρός γίνεται βουνό. Οι άνθρωποι κοντοστέκονται για λίγο κι  ύστερα προχωρούν αμίλητοι, σαν σαστισμένοι. Σιγά σιγά ξεμακραίνουν, η άκρη της πομπής χάνεται στον ορίζοντα. Γύρω, απόλυτη ερημιά, ούτε σπίτια ούτε τίποτα, μόνο μια παρατεταμένη σιωπή. Μένω μόνος, ασφυκτικά περιτριγυρισμένος απ’ όλα αυτά τα αντικείμενα. Γιατί με άφησαν εμένα εκεί; Τι ακριβώς πρέπει να κάνω; Μήπως περιμένουν να οδηγήσω κάπου το φορτηγό; Κανένα από τα ερωτήματά μου δεν βρίσκει απάντηση. Θέλω να βγω από κει μέσα, να φύγω μακριά, μα δεν μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση. Φωνάζω βοήθεια ελπίζοντας πως κάποιος θα μ’ ακούσει, μα δεν βγαίνει κανένας θόρυβος, η σκηνή δεν εξελίσσεται, είναι σαν ο χρόνος να έχει παγώσει σ’ αυτόν τον δρόμο, στο ίδιο ακριβώς σημείο.

 

Λίγο παρακεί βλέπω ένα ψόφιο πουλί. Δεν έχει απομείνει τίποτα σχεδόν απ’ αυτό, μόλις που διακρίνεις κάποια υπολείμματα από τη μια φτερούγα. Ώστε πάει πια, ψόφησε, λέω μέσα μου με ανακούφιση. Ανεβαίνω στο φορτηγό και κρατώντας γερά το τιμόνι βάζω μπρος τη μηχανή. Ο δρόμος απλώνεται μπροστά μου σαν ανοιχτή υπόσχεση. Ξεκινάω απαλά, σιγοτραγουδώντας έναν εύθυμο σκοπό που όσο πάει δυναμώνει. Μπερδεύω τα λόγια, το ξαναπιάνω απ’ την αρχή, ένα γέλιο πάει να βγει από κάπου βαθιά μέσα στο λαρύγγι μου όταν μια καινούργια σκέψη το σταματάει. Αν όμως είναι αλήθεια; Αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι δεν πεθαίνει ποτέ; Ότι ήδη εκκολάπτονται, κάπου καλά κρυμμένα, αμέτρητα μικρά αυγά;

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015 22:13

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση