Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς γεννήθηκε το 1948 στο Ivano-Frankovsk της Ουκρανίας και μεγάλωσε στη Λευκορωσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ έγραψε διηγήματα, θεατρικά έργα, σενάρια για ντοκιμαντέρ. Το κύριο έργο της, όμως, είναι τα βιβλία μαρτυριών που συγγράφει, προσδίδοντας νέα διάσταση στο γραμματολογικό είδος της λεγόμενης τεκμηριωτικής πεζογραφίας.
Της ακτιβίστριας συγγραφέα και δημοσιογράφου Σβετλάνα Αλεξίεβιτς βιβλία της έχουν μεταφραστεί επίσης και στα ελληνικά - με το βιβλίο της "Μολυβένιοι Στρατιώτες" είχε αποκαλύψει όλη την αλήθεια για τον άγνωστο δεκαετή πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Όχι τυχαία το βιβλίο της είχε απαγορευτεί σε πολλές χώρες και είχε προκαλέσει μεγάλο θόρυβο γύρω από το όνομα της γνωστής εκπροσώπου της αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας.
Η Αλεξίεβιτς επέστρεψε στη πρώτη γραμμή των αποκαλύψεων το 1993 με το "Γοητευμένοι από τον θάνατο" εστιάζοντας
στις αυτοκτονίες που σημειώθηκαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση μετά την πτώση του κομμουνισμού. Συνεχίζοντας στο ίδιο μήκος κύματος το 1996 δημοσιεύει το βιβλίο της "Τσέρνομπιλ-Ένα χρονικό του μέλλοντος" με συγκλονιστικές πληροφορίες για το πυρηνικό ατύχημα που συγκλόνισε τον κόσμο και τη χώρα μας. Προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες η δημοσιογράφος τόλμησε μάλιστα να ζήσει για δυο ολόκληρα χρόνια στην Απαγορευμένη Ζώνη θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή.
Μετά την βράβευση αυτή είναι αρκετοί εκείνοι που διατύπωσαν τη γνώμη πως έφτασε πια ο καιρός για την καθιέρωση ενός διεθνούς λογοτεχνικού βραβείου. Κι αυτό διότι θεωρούν πως ναι μεν είναι αξιόλογο το έργο της Αλεξίεβιτς και άλλων παρόμοιων συγγραφέων που έχουν τιμηθεί με το Νόμπελ τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά υποστηρίζουν πως δεν έχει ουσιαστική σχέση με αυτήν καθ'εαυτήν τη λογοτεχνία, αλλά με άλλα είδη παραπλήσια. Στην προκειμένη περίπτωση με την μαχόμενη δημοσιογραφία.
Όλοι οι άνθρωποι προφανώς αντιλαμβάνονται πως υπάρχει διαφορά μεταξύ λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας. Ας πούμε το προφανές, πως δηλαδή η δημοσιογραφία έχει στο κέντρο της το γεγονός αυτό καθ'εαυτό και η έκφρασή του, η κοινοποίησή του, είναι ένα ζήτημα ανθρωπιστικής τάξης. Αυτό το είδος το υπηρέτησε άριστα η Αλεξίεβιτς. Η λογοτεχνία, όμως, αντλεί από αυτό που είναι πίσω, μέσα, πάνω, πέρα από το γεγονός και είναι ανείπωτο, άρρητο, αόρατο. Αυτό προσπαθεί να το πλησιάσει μέσω της μεταφοράς και του συμβόλου, μέσα από παραμυθίες επινοημένες κι αυτό είναι ένα ζήτημα υπαρξιακής τάξης. Και ας θυμηθούμε επ'ευκαιρία την εύστοχη ρήση του Ίβο Άντριτς ( Γιουγκοσλαύος Νομπελίστας, 1892-1975),
"Στο τέλος τέλος κάθε λογοτεχνικό ύφος είναι καλό και κάθε λογοτεχνική μορφή αποδεκτή
αν υπηρετούν κάτι
που δεν είναι μοναχά ύφος, ούτε μονάχα μορφή".
Εξ αιτίας της φετινής βράβευσης πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν την καθιέρωση ενός Νόμπελ δημοσιογραφίας, κι ενός αμιγούς λογοτεχνίας. Αν επιπλέον ήθελε οπωσδήποτε η Σουηδική Ακαδημία να βραβεύσει φέτος Ρώσο λογοτέχνη - γιατί και τέτοια κριτήρια συχνά παρεισφύουν στις επιλογές της - υπήρχαν δύο, ο Βλαντιμίρ Μακάνιν και η Όλγα Σεντάκοβα, που προσφέρονταν για μια τέτοια τιμή.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, δύο είναι οι Έλληνες, ανάμεσα στους 22 ποιητές που έχουν βραβευτεί με το Νόμπελ στα 115 χρόνια που έχει δωθεί αυτό το βραβείο λογοτεχνίας. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Ένας, ο Καζαντζάκης, θα μπορούσε να είχε βραβευτεί κι αυτός αν δεν αντιδρούσε στην υποψηφιότητα του ο κόσμος της δεξιάς της δεκαετίας του '50, βάζοντας λυτούς και δεμένους για να επηρεάσουν αρνητικά τους Σουηδούς ακαδημαϊκούς. Επίσης, για την εποχή του ήταν σπουδαίο και το βραβείο Λένιν που είχε απονεμηθεί στο Ρίτσο για το ποιητικό του έργο.
Υπάρχει μία άποψη που διατείνεται πως, εκτός απροόπτου πάντα, μία κοινωνία θα πρέπει να έχει διαμορφώσει πρόσωπο, στυλ και να συνεχίζει να γράφει τη δική της ιστορία στην πορεία της ολοκλήρωσης ενός τρόπου ζωής για να γεννήσει και μεγάλους συγγραφείς. Αν καθ'οδόν της εξέλιξής της προκύπτουν και σπουδαίοι μυθιστοριογράφοι που με το έργο τους καταφέρνουν να εκφράζουν και να συνομιλούν με το κοινό της εποχής τους, τότε αυτό το κλίμα ευνοεί να εμφανιστούν κάποια στιγμή κι ένας δυο ξεχωριστοί, που με το έργο τους κτυπούν κορυφές σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή η σκέψη εκτιμούμε ότι έχει ένα βαθμό αλήθειας, αν σκεφτούμε τους ξεχωριστούς μυθιστοριογράφους που έβαλαν τη σφραγίδα τους στην ιστορία της λογοτεχνίας και παράλληλα και την ιστορία των χωρών καταγωγής τους.
Η ουρά της άποψης αυτής είναι ότι κοινωνίες που δεν έχουν ολοκληρώσει ένα κύκλο της εξέλιξή τους και είναι λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι, όπως καλή ώρα η δικιά μας, αυτό ευννοεί την ποίηση και τους ποιητές που τρέφονται από τη γλώσσα βεβαίως, αλλά και από τα ρήγματα ανάμεσα στην παράδοση και στο νεωτερισμό, που ταράζουν τα συναισθήματα. Να περιμένουμε λοιπόν, την εποχή που θα αρχίσουν να εμφανίζονται και στην χώρα μας σπουδαίοι μυθιστοριογράφοι ως μία ένδειξη πως σαν κοινωνία αρχίζουμε να ολοκληρώνουμε ένα στάδιο και να αποκτούμε ένα διακριτό πρόσωπο, γέννημα θρέμα της ιστορίας μας και της αγωνίας μας για ζωή στην σύγχρονη εποχή, ή αδίκως θα είμαστε στην αναμονή;
Δύο μέρες μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, η lifo δημοσίευσε ένα άρθρο της Τίνας Μανδηλαρά με τον τίτλο
"Το τέλος του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας;
Γιατί η βράβευση ενός non-fiction συγγραφέα προκαλεί κλυδωνισμούς που θέτουν σε κίνδυνο το ίδιο το Νόμπελ".
Πατώντας εδώ θα σας εμφανιστεί.
Στις 2 το μεσημέρι ανακοινώθηκε σήμερα Πέμπτη 8.10, από την Γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας Sara Danius, το όνομα του φετινού νικητή του Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η Λευκορωσίδα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς τιμάται για "το πολυφωνικό της έργο, μαρτυρία για τα δεινά και το θάρρος στην εποχή μας", ανέφερε η ανακοίνωση της Ακαδημίας.