Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015 20:35

Ευρωπαϊκό ειδύλλιο του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είναι ανθρωπολόγος, συγγραφέας, αρθρογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Ξεχωρίζει για τη γραφή, το θάρρος της γνώμης και την ψύχραιμη, στοιχειοθετημένη ματιά του στα πράγματα. Περισσότερο, όμως, από τα βιβλία, τα γραψίματα και τους στοχασμούς τον γοητεύουν, λέει,

η μπάλα, το σινεμά, τα ταξίδια και οι ωραίες γυναίκες. Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί μία συνέντευξή που έδωσε στον Θοδωρή Αντωνόπουλο και αναρτήθηκε στη lifo στις 15.7 με το τίτλο " Όλη η κουλτούρα μας είναι στατική ". Ακολουθεί ένα διήγημά του που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα των Συντακτών στις 26.7 στη στήλη Ανοικτό Βιβλίο που την επιμέλεια την έχει ο Μισέλ Φάις. 

 

Ηταν το καλοκαίρι που απολύθηκα από τον στρατό. Περιπλανιόμουν στην πόλη μου και την έβρισκα αγνώριστη. Μέσα στα δύο χρόνια που έλειψα λες και όλα είχαν αλλάξει – η κίνηση στους δρόμους, τα στέκια της νεολαίας, οι μυρωδιές στον αέρα, ακόμα και η γλώσσα, γιατί άκουγα εκφράσεις καινούργιες και ακατανόητες. Είκοσι πέντε χρονών κι ένιωθα πως η ζωή με είχε προσπεράσει.

Ηταν βέβαια και που δεν είχα κοπέλα. Η τελευταία σχέση μου είχε τελειώσει, άσχημα μάλιστα, πριν καταταγώ και τώρα κόμπλαρα με τις γυναίκες, φοβόμουν πως μύριζα φανταρίλα.

Ενα βράδυ βόλταρα στο Μοναστηράκι με τον φίλο μου τον Στέφανο. Περνούσαμε μέσα από το πολύχρωμο, ιλαρό πλήθος Αθηναίων και τουριστών κι αισθανόμουν σαν απρόσκλητος σε γιορτή. Και ξαφνικά, έξω από τη Ρωμαϊκή Αγορά, έγινε μια έκρηξη φωτός και «μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου».

Μια αγγελική μορφή έγερνε στα κάγκελα της περίφραξης. Κατάξανθη, ψηλή, ντυμένη στα λευκά (μακό μπλουζάκι και παντελόνι), πρόσωπο κάπως απόκοσμο, μ’ ένα χαμόγελο Τζοκόντας, αλλά και μια απροσδιόριστη μελαγχολία, όπως μου φάνηκε. Δίπλα της ήταν μια άλλη κοπέλα, σαφώς λιγότερο εντυπωσιακή, και οι δυο τους κουβέντιαζαν.

Εσφιξα το μπράτσο του Στέφανου, του έδειξα με τα μάτια τη θλιμμένα χαμογελαστή θεά και του είπα: «Μαγεύτηκα. Θέλω βοήθεια».

Ο Στέφανος ήξερε τις μεταστρατιωτικές αναστολές μου και κατάλαβε πως έπρεπε να πάρει αυτός την πρωτοβουλία. Οι δυο κοπέλες ανταποκρίθηκαν σε μια έξυπνη, κομψή ατάκα του, απάντησαν σε μια-δυο ερωτήσεις του, ρώτησαν κι αυτές κάτι, ξεθάρρεψα και μπήκα κι εγώ στην κουβέντα.

Ηταν Ολλανδέζες και θα έφευγαν την άλλη μέρα για την Πάρο. Αυτό με στενοχώρησε κάπως, σκέφτηκα όμως ότι η βραδιά ήταν ακόμα στην αρχή της. Οχι ότι πρόσμενα «εφάπαξ» σεξ, δεν είμαι εγώ για τέτοια. Πιο πολύ ήθελα μια άλλου είδους διείσδυση στην Ινεκε (έτσι λεγόταν η θεά): να εισχωρήσω στο μυστήριο που έκρυβε η αντίθεση ανάμεσα στο σοβαρό, θλιμμένο πρόσωπό της και το αινιγματικό, κάπως σαν ειρωνικό (όπως πρόσεχα τώρα) χαμόγελό της, μαζί με κάποιο παιχνίδισμα στα μάτια της. Ηταν προπαντός αυτή η σύνθετη, παράξενη έκφραση που με τραβούσε σ’ εκείνη κι έβλεπα το ξεκλείδωμά της σαν μεγάλη ερωτική πρόκληση.

Οι δυο Ολλανδέζες δέχτηκαν την πρόσκλησή μας σ’ ένα συμπαθητικό ταβερνάκι στο Θησείο, μακριά από το τουριστικό κιτσαριό. Εκεί, η συναναστροφή κύλησε σε ατμόσφαιρα ευχάριστης έντασης, με αύρες ενός ραφινάτου φλερτ. Οι κοπέλες φαίνονταν εκλεπτυσμένες και καλλιεργημένες.

Διάβαζαν ποίηση, άκουγαν τζαζ, πήγαιναν σε εκθέσεις μοντέρνας ζωγραφικής, είχαν οικολογική συνείδηση. Διαισθανόμουν όμως ότι, τουλάχιστον στην περίπτωση της Ινεκε, υπήρχε κάτι άλλο πίσω από αυτή τη λουστραρισμένη πρόσοψη. Σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς εκείνο το ανεξιχνίαστο ύφος αχνόφεγγε μέσα από την κοινωνική επίστρωση της έκφρασής της και μου φαινόταν πως, όταν κοίταζε εμένα, το παιχνίδισμα στα μάτια της έσπαγε σε μια βροχή από αστραφτερούς μυτερούς κρυστάλλους.

Ρωτήσαμε τι δουλειά έκαναν. Η άλλη (δεν θυμάμαι τ’ όνομά της) ήταν παιδαγωγός. Η Ινεκε δεν απαντούσε, είχε πάντα εκείνο το μυστήριο χαμόγελο.

«Είναι έσκορτ γκερλ!» είπε η φίλη της γελώντας.

Αμηχανία εγώ κι ο Στέφανος. Οι κοπέλες έδειχναν να το διασκεδάζουν. Επειτα η παιδαγωγός άλλαξε ύφος και είπε:

«Αστειεύτηκα. Εργάζεται στο υπουργείο Οικονομικών».

Η Ινεκε δεν μιλούσε, αλλά το χαμόγελό της ήταν τώρα πιο περιπαικτικό. Αρχίσαμε να αισθανόμαστε πως οι Ολλανδέζες μάς δούλευαν.

«Τζίφος. Πάμε να φύγουμε» μου είπε κάποια στιγμή ο Στέφανος.

Τις συνοδεύσαμε στο ξενοδοχείο τους, μας ευχαρίστησαν για τη βραδιά, αποχαιρετιστήκαμε. Στον δρόμο για το σπίτι όμως κατάλαβα ότι η αινιγματική μορφή της Ινεκε με είχε στοιχειώσει. Το αποφάσισα την ίδια νύχτα. Είχα καταφέρει (το μόνο που είχα καταφέρει) να μάθω σε ποιο ξενοδοχείο θα έμεναν στην Πάρο. Επεισα τον Στέφανο να έρθει μαζί μου για υποστήριξη, δηλαδή για ν’ απομονώσει την άλλη, αγόρασα μια αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του Καβάφη για να τη χαρίσω στην Ινεκε και να δείξω επίπεδο, και τρεις μέρες αργότερα πήραμε το πλοίο για την Πάρο.

Οι κοπέλες δεν έδειξαν ούτε έκπληξη ούτε ενόχληση, όταν μας είδαν μπροστά τους στο ξενοδοχείο. Ηταν φιλικές, αν και λιγάκι συγκαταβατικές. Συμφώνησα με την Ινεκε να συναντηθούμε την άλλη μέρα στην πλαζ όπου έκανε ηλιοθεραπεία, ενώ η φίλη της δέχτηκε την προσφορά του Στέφανου (διευκόλυνση σ’ εμένα) να την ξεναγήσει στα αρχαία λατομεία του παριανού μαρμάρου.

Αρνί που σιγοψήνεται στη σούβλα. Αυτό ήμουν την άλλη μέρα στην πλαζ για τρεις ώρες, καθώς το ασπρουλιάρικο κορμί μου στριφογύριζε ακολουθώντας τις κινήσεις της Ινεκε, που άλλαζε κάθε τόσο στάση από ανάσκελα σε μπρούμυτα και αντίστροφα, αφού αλειφόταν με αντηλιακό. Δοσμένος ολότελα στην προσπάθεια να τη συγκινήσω, είχα ξεχάσει τον ήλιο του Ιουλίου. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, αλλά δεν έμαθα τίποτα πολύ προσωπικό γι’ αυτή.

Ξανασυναντηθήκαμε το απόγευμα για καφέ. Στο μεταξύ όμως ήμουν ολόκληρος ένα έγκαυμα. Μόρφαζα από τον πόνο στην παραμικρή κίνησή μου. Η Ινεκε με κοίταζε με οίκτο, αλλά χωρίς να σβήσει τελείως εκείνο το παράξενο χαμόγελό της.

Της έδωσα τον Καβάφη, έδειξε ενδιαφέρον για το βιβλίο, μ’ ευχαρίστησε κι έπειτα, αναπάντεχα, κοιτώντας με τώρα σχεδόν τρυφερά, είπε πως είχε πειστεί ότι δεν ήμουν παπαράτσο (το διεθνές αντίστοιχο για το καμάκι), της άρεσα, αλλά είχε πάρει πρόσφατα διαζύγιο και δεν ήταν έτοιμη για αισθηματικά μπλεξίματα. Νά μια εξήγηση για τη μελαγχολία της, σκέφτηκα, αλλά όχι η εξήγηση της αινιγματικής μορφής της.

Επέστρεψα στο δωμάτιο που νοικιάζαμε με τον Στέφανο και ξάπλωσα στο κρεβάτι κρατώντας μια στάση σαν τις φυλακισμένες στη λάβα σορούς της Πομπηίας. Ο Στέφανος γύρισε αργά και αμέσως έκανε εμετό. Είχε κατεβάσει έξι μπίρες περιμένοντας μάταια τη φίλη της Ινεκε στο βραδινό ραντεβού τους.

Την άλλη μέρα ούρλιαζα από τους πόνους. Αποφασίσαμε να φύγουμε. Αλλά, παρά το χάλι μου, ήθελα μια παράταση των ελπίδων μου με την Ινεκε. Με κινήσεις ξύλινης μαριονέτας σύρθηκα πρωί πρωί στο ξενοδοχείο της, τη βρήκα και της εξομολογήθηκα πως ήμουν ερωτευμένος μαζί της, πως θα περίμενα όσο χρειαζόταν και πως θα την επισκεπτόμουν το φθινόπωρο στο Αμστερνταμ. Με άκουγε σοβαρά, με ζαρωμένο μέτωπο, το χαμόγελο Τζοκόντας είχε χαθεί επιτέλους από το πρόσωπό της, τα μάτια της δεν παιχνίδιζαν. Οταν τελείωσα, κούνησε το κεφάλι της, αναστέναξε και είπε:

«Τότε πρέπει να κλείσεις έγκαιρα ημερομηνία και ώρα».

Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Πήρα απορημένη έκφραση.

Κρατούσε στο χέρι το βιβλίο που της είχα χαρίσει. Το κούνησε μπροστά στα μάτια μου και, καθώς στο πρόσωπό της χάραξε πάλι εκείνο το μυστήριο χαμόγελο, είπε:

«Να ξέρεις όμως ότι θα σου στοιχίσει πολύ ακριβότερα από τον Καβάφη σου».

Τελευταίο βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ είναι η συλλογή δοκιμίων και κριτικών «Η νοσταλγία της πραγματικότητας» (Εστία, 2015).

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015 21:11
Ράνια Ροκιά

Τελευταία άρθρα από τον/την Ράνια Ροκιά

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση