Κυριακή, 07 Ιουνίου 2015 04:33

Απ'τα ανώγεια στα κατώγια μία η άλλη, μα στη στάση 20 ήταν φλατ δίχως παραζάλη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το κλειδί βάζει στην πόρτα για να μπει... ντρίιιν, ντρίιιν, yeεεs, βρε ο πάλι Οδυσσέας λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Αν θάρθεις θα σου πω που είμαστε, του λέει. Θά'ρθω Οδυσσέα μου, πες μου. Εξ άλλου δεν ήταν μόνο η περιέργεια, ήταν και σε φάση "... που θα πάει αυτό το βράδυ κι απ' το φέγγος της τι βί , προτιμάει του άδη ...". Κι όντως το Ναυπηγικό στέκι ήταν μια από τις μυστικές πύλες του κάτω κόσμου στο Κερατσίνι. Ένας διάδρομος που ξεκινούσε με τζαζίστες σαξόφωνα, και μαύρες νύφες, κατηφόριζε με Ζαμπέτα, Τσιτσάνη - Νίνου, Καζαντζίδη - Μαρινέλλα. Και κατεβαίνοντας όλο και πιο βαθιά έφτανε εκεί που όλα ήταν φτιαγμένα από σπασμένα καράβια και τσακισμένες ζωές.

Στο πάλκο η "Ναυπηγική Κομπανία" εν απαρτία, και στα τραπέζια παπάδες, χειρουργοί, υπάλληλοι και διευθύντριες πολιτισμού, μηχανικοί και ναυτικοί, εργάτριες και χορεύτριες, συνταξιούχοι και άεργοι, μαζί με Κρητικούς μελισσοκόμους λεβητοποιούς, σωληνουργούς κι οργανοπαίχτες συνάμα, όλοι μαζί αντάμα και πέρα, στα βάθη του ωκεανού, εύχαρεις ναυαγοί ο Οδυσσέας με τον Φάνη.

Μαζί τους έκατσε, μαζί τους ήπιε και σαν να ήλθαν πιο κοντά πέρα και ενάντια στα λόγια. Κι αφέθηκε να τον ταξιδέψουν ταξίμια και τραγούδια γνωστά που έμοιαζαν άγνωστα και ξεχασμένα από καιρό που τα τραγουδούσε λες κι ήταν δικά του. Οι έξι της κομπανίας, ερασιτέχνες ως το κόκκαλο, λάτρεις μιας μουσικής που φτιάχτηκε από νεκρούς για τον πολύ τον κόσμο για να τους κρατάει ζωντανούς με πενιές στον απόκοσμό τους, συνέχιζαν μία παράδοση τιμώντας την ουσία της. Κι αυτό το κοινό το αναγνώριζε και το τιμούσε δεόντως. Το μαγαζί ανοίγει όποτε οι μουσικοί κάνουν κέφι να παίξουν και πάντα γεμίζει. Και απ'ότι λένε οι καλές οι γλώσσες πάντα το κέφι διαπερνά τα πάντα όπως συνέβη κι εκείνο το βράδυ. Λίγο πριν φύγει ανέβηκαν οι Κρητικοί, με ούτι και με λύρα και βάλανε στα όργανα φωτιά. Τι Ερωτόκριτο, τι παίζεις με τις φτωχές καρδιές κι άλλα κρητικάτσια. Νέα παιδιά είναι που μαθητεύουν σε φίνο μαγαζί, φέρνοντάς του μυρωδιές από θυμάρι και δίκταμο και γεύση από ρακιές, με νότες μόνο. Απ'αυτό το κατώι, φεύγοντας χαρούμενος η ψυχή του λυπήθηκε. Θα'θελε να μην ξημέρωνε ποτέ, να μην νύσταζε καθόλου.

Και να σκεφτείς ότι ήρθε κατευθείαν από τα ανώγια. Tέρμα θεού στου Ηρώδειου το άνω διάζωμα ήταν πριν τρεις ώρες όταν αυτή βγήκε στη σκηνή. Την είχαν δει κι άλλες φορές και πάντα ήταν υπέροχη. Τώρα, με μια παγκόσμια τουρνέ στα 50 της αποχαιρετούσε για πάντα το κοινό της. Ένα κοινό που την λάτρεψε και τους το ανταπέδιδε κάθε φορά και με το παραπάνω. Χόρεψε κι απόψε με έναν τέτοιο τρόπο, που παρόλο που καθόταν σκέτος καμπούρης αγγούρος ως ακίνητο δέντρο μονάχο στη μέση του πουθενά, τον έκανε να πηγαινοέρχεται από μια καλαμιά στον κάμπο σε δέντρο δάσους με σκοτεινά μυστικά. Μήτρα θαυμαστών πραμάτων αυτό το πήγαινε έλα, που λες και τον έπαιρνε στον ώμο της, στην αγκαλιά της, λες και τον έπαιζε στα γόνατά της, λες και ως κισσός τον περιτύλιξε με όση αγάπη δοτική είχε. Μιλάμε για την υπέροχη Συλβί Γκιλέμ. Επαγγελματίας από τα 16 της, κι όχι όπου κι όπου, στην Όπερα του Παρισιού παρακαλώ, κι αστέρι πρώτου μεγέθους από τα 19 της. Αυτή ήταν που έριξε τα σύνορα του κλασσικού και του μοντέρνου χορού, ανοίγοντας νέους δρόμους σ'αυτήν την προϊστορική τέχνη. 

Αυτή πριν από χρόνια είπε το εξαιρετικό " Η τεχνική αρτιότητα είναι ορφανή χωρίς την πραγματική ψυχή του χορευτή". Σιγά την πρωτοτυπία θα μου πεις. Και θα'χεις δίκαιο. Αυτό όμως που είναι το άλμα από την τεχνική στην τέχνη, πως το κάνεις αυτό; Σε ποιους δασκάλους να στηριχτείς που μετά να τους αμφισβητήσεις και ύστερα ξανά μανά να τους ανακαλύψεις αλλιώτικους; Ποιες ευκολίες μέσα σου να τις χαλιναγωγήσεις και πως και προς τι να βρεις την τόλμη να ρισκάρεις για τα ανείπωτα σε δρόμους που δεν υπάρχουν σε κανέναν χάρτη; Ανάγκες καθημερινές και χάρισμα, σωματότυπος κι επιθυμίες του ασυνειδήτου, κι άλλα ρευστά που ποτέ δεν θα τα αποκρυπτογραφήσουμε, ευτυχώς. Αυτές τις σπίθες κι άλλα πολλά θα έπιανε στα δίχτυα της επί 39 χρόνια που χορεύει, έτοιμη κάθε φορά από καιρό να αδράχνει το σκίρτημα της έμπνευσή της, να το ξεγεννά και να του δίνει ζωή, για μας. Και γενναιόδωρα να μας το κοινωνεί. 

Στο Bye, χορογραφία του Σουηδού Ματς Εκ, μια ορθογώνια βιντεοπροβολή

επέτρεπε έναν διάλογο μεταξύ της

σκηνικής παρουσίας της και της «κινηματογραφικής» της εκδοχής

όπου συχνά εμφανίζονταν κι άλλες φιγούρες,

σαν ένα πρωτότυπο θέατρο μαριονέτας,

με τη Συλβί Γκιλέμ πότε παιχνιδιάρα και ανάλαφρη

και πότε σοβαρή ίσως και ελαφρώς θλιμμένη.

Αυτή η Γαλλίδα, με την εκτός ορίων ευλυγισία της,

με την όλο χάρι κίνηση ακόμα κι όταν σπιντάρει,

αυτή η γυναίκα που όσο απότομα ξεσπάει σε άλματα,

 

κι απλώνεται,

άλλο τόσο κι ελεγχόμενα αργόσυρτα χαλαρώνει και μαζεύει.

Αυτή που έκανε και κάνει τα πανδύσκολα να μοιάζουν παιχνιδάκι, 

στο τέλος φόρεσε καλτσάκια, πουέντ και τη ζακετούλα της,

υποκλίθηκε για τελευταία φορά σε ένα κοινό

που την χειροκροτούσε με θερμή συγκίνηση

και αποχώρησε ήρεμα και απλά μαζί με το ανώνυμο πλήθος

που την περίμενε στην βιντεοθόνη.

 

Μια μαγιάτικη Παρασκευή το βράδυ βρεθήκαμε η νυν και αεί φίλη Αντωνία, η Λίτσα της από τα παλιά, ο πατέρας Λίτσας κι ένας φίλος του, στη Στάση 20, ένα καφενείο στη Δραπετσώνα. Πρώτο τραπέζι πίστα. Και μπροστά μας σε απόσταση αναπνοής ένα μπουζούκι, μία κιθάρα και ένας μπαγλαμάς, έπαιζαν τραγούδια, από τα όμορφα που έχουμε. Ότι περάσαμε εξωτερικά καλά ως παρέα, περάσαμε. Μα γιατί τίποτα δεν μας άγγιξε, γιατί κάτι λίγο πιο μέσα δεν μας τσίμπησε; Γιατί αυτοί οι καλοί οργανοπαίχτες δε μπόρεσαν να μας ανοίξουν, να μας κεράσουν; Και ήμασταν τόσο διαθέσιμοι γι όλα. Επαγγελματίες ολοφάνερα ήταν οι άνθρωποι. Κι όμως οι πενιές τους γλιστρούσαν πάνω μας κι έπεφταν κάτω ξεψυχισμένες. Μα γιατί η τεχνική τους αρτιότητα δεν συνάντησε εκείνο το βράδυ την ψυχή τους, την ψυχή μας; Δεν ξέρω, ότι κι αν σας πω θα σας γελάσω. Το μαγαζί, με άλλο φωτισμό, με άλλο ήχο και με ένα διαφορετικό σκηνικό, μπορεί και να απογειωθεί, αν η κομπανία που παίζει στα δάκτυλα τα όργανά της βρει την ψυχή της και τρόπο να την περάσει μέσα στις λαϊκές νότες στήνοντας έτσι στο μαγαζί μια μυσταγωγία αρχαία και τωρινή. Όσο όμως σου δίνει την αίσθηση ότι είτε αυτοί παίζουν είτε παίζει κασέτα, το μαγαζί, που πάντα φυσικά θα μαζεύει ένα κοινό, όμως ιστορία σε ποιες ψυχές των θαμώνων άραγε θα γράφει; 

Από τα έξι τραγούδια που παραγγείλαμε στα παιδιά, τα τρία δεν τα ήξεραν. Αυτά εδώ είναι και σας περιμένουν, αφιερωμένα αγαπητοί μας σε εσάς.

Μην τα φιλάς τα μάτια μου,  Απόστολου Καλδάρα, με την Βίκυ Μοσχολιού (1966).

Ας μην ξημέρωνε ποτέ  , στίχοι Κώστα Μάνεση, μουσική Απόστολος Χατζηχρήστος, με Α. και Ε. Χατζηχρήστο, (1949)

Και το "Μια νύχτα κάτω στο Πασαλιμάνι", του Τσιτσάνη, με τον Στράτο Παγιουμτζή (1940). 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015 07:52
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση