Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 01 Ιουνίου 2015 00:05

Ο Καρπουζοκέφαλος

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Το αφήγημα που ακολουθεί το διάβασα στο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου ( Θεσπρωτία, 1955), "Το κουμπί και το φόρεμα", εκδόσεις Πατάκη, 2012. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων που τα περισσότερα μου άρεσαν, που κάτι μου μετέδωσαν. Στο καρδιά τους έχουν ανθρώπους στραμπουλιγμένους. Όμως δεν γίνονται θύματα της αδυναμίας τους, αλλά αντλούν δύναμη από τη μέσα γλύκα τους και ας γίνεται γύρω τους χαμός. Μου άρεσε και η γλώσσα του Δημητρίου και σε μερικά, όπως λέει και ο ίδιος, είναι στη χωριάτικη ποιητική γλώσσα. Το σημείωμα στο οπισθόφυλλο ξεκινάει με την παροιμία " Βρήκα ένα κουμπί και για χάρη του έραψα ένα φόρεμα", με το γράψιμο του Δημητρίου που είναι διακριτικό και έτσι βγήκε και το φόρεμα, με μια διακριτική ομορφιά, σχεδόν σιωπηλή.

 

Ο καρπουζοκέφαλος σε νέες περιπέτειες

 

Μια μέρα ο καρπουζοκέφαλος μπήκε σ’ ένα λεωφορείο προς την Αθήνα. Στάθηκε όρθιος πλάι στον οδηγό γιατί ήταν γνωστοί.

 

Να πούμε στον αναγνώστη ότι ο καρπουζοκέφαλος είναι ο ήρωας του αφηγήματος. Τα οπωροφόρα της Αθήνας. Η ιστορία που θα ακολουθήσει του συνέβη πριν εκδοθεί το βιβλίο αλλά ο συγγραφέας δεν την ενέταξε.

 

«Πώς πάει κύριε οδηγέ; Θέλεις να κάνουμε τα φανάρια πράσινα;»

 

Ο οδηγός είχε νεύρα.

«Πώς να πάει ρε καρπουζοκέφαλε. Εσύ όλο βόλτες κάνεις. Για ρώτα και μένα; Έξι μήνες έχω σ’ αυτήν την κωλογραμμή κι ακόμα να με αλλάξουν. Φάληρο-Ακαδημία, Ακαδημία-Φάληρο. Μετροπόλ, Ωνάσειο, Άγιος Σώστης, Πάντειος. Κάθε μέρα εκεί ακλόνητα. Έχω και τους επιβάτες. Τους βλέπεις;» έδειξε τη στάση που πλησίαζαν.

 

«Βλέπεις τα χεράκια τους; Είναι και επιτακτικοί. Σταμάτα, σταμάτα λες και δεν τους βλέπω. Σταματάω κι ακόμα μου κάνουν με τα κουλά τους σταμάτα, σταμάτα. Α ρε και να ‘ταν το λεωφορείο δρεπανοφόρο. Να στριφογυρίζει πλάι στον καθρέφτη ένα δρεπάνι να τους κόψω απ΄τη ρίζα. Δρεπανοφόρο όχημα ο μασίστας, χα, χα, χα»,

«Κουράγιο κύριε οδηγέ».

«Τέλος πάντων. Άντε κάνε το φανάρι πράσινο».

 

Όταν τους σταματούσε φανάρι, ο καρπουζοκέφαλος έλεγε κάποια στιγμή «γίνε πράσινο». Εννιά φορές στις δέκα το πετύχενε και ο οδηγός τον θαύμαζε εξ αυτού πολύ.

Στον Άγιο Σώστη ο καρπουζοκέφαλος άρχισε να κάνει αβέρτα σταυρούς ακουμπώντας σταθερά στα σημεία του σώματος. Μετά από κάθε σταυρό έθετε με ευλάβεια την παλάμη στην καρδιά του. Κάπως άρχισαν να τον κοιτάνε οι επιβάτες.

 

«Αμ τα μάτια τους;» συνέχισε ο οδηγός. «Σ’ όλες τις στάσεις μέχρι το τέρμα ψάχνουν να με δουν. Και βόμβα να σκάσει πίσω τους δεν γυρίζουν. Τώρα που σου μιλάω μας αναζητούν δεκάδες μάτια. Τα νοιώθεις πώς μας τραβάνε; Σαν μαγνήτης. Άμα σβήσω την μηχανή καρπουζοκέφαλε το λεωφορείο θα πάει μόνο του. Μα τραβάνε, χα, χα, χα… Α ρε πούστη έτσι μου ‘ρχεται να στρίψω στις Στήλες του Ολυμπίου Διός δεξιά στη Βουλιαγμένης και να μην σταματήσω σε καμιά κωλοστάση μέχρι να τελειώσει η βενζίνη. Να πάρουν φωτιά τα κινητά και να μας κυνηγάν από πίσω με τις σειρήνες καμιά δεκαριά καρούμπαλα».

Ο καρπουζοκέφαλος προσπάθησε να ειδοποιήσει τους κοντινούς επιβάτες να κατέβουν γιατί ο οδηγός δεν πάει καλά. Τους έκανε απεγνωσμένα νοήματα, τους τον έδειχνε μουρμουρίζοντας.

«Βουλιαγμένης, όχι Ακαδημία».

Αλλά αυτοί απόφευγαν πια να τον κοιτούν, κοιτιόνταν λίγο μεταξύ τους και τελικά κοιτούσαν αλλού, τάχα αδιάφοροι.

 

Στην στάση του μετρό μπήκαν δύο ελεγκτές. Ο ένας – κοντούλης με καστανό μουστάκι - άρχισε να λέει παιγνιωδώς.

«Τα εισιτήριά σας κύριοι. Επί χείρας παρακαλώ».

Ο καρπουζοκέφαλος άρχισε να ψάχνεται και ο οδηγός γελούσε.

«Κάπου εδώ θα είναι, κάπου εδώ» έλεγε. «Ρε παιδιά θα το έχασα» είπε στο τέλος.

«Είστε υποχρεωμένος κύριε εκ του νόμου να πληρώσετε το εξηνταπλάσιο του εισιτηρίου».

«Ρε παιδιά εγώ δεν… εγώ για καλαβαταρία μπήκα».

 

Οι επιβάτες με ιερή σχεδόν σιωπή κοιτούσαν άπληστα το συμβάν. Έγιναν όλοι τους μάτια και αυτιά. Μερικοί όρθιοι μετακινήθηκαν πιο κοντά.

«Πού να τα βρω παιδιά;»

«Τότε κύριε θα πάμε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα».

«Βρε παιδιά» λέει κατευναστικά ο οδηγός «ο καρπουζοκέφαλος είναι. Τον ξέρουμε, δεν βγάζει εισιτήριο. Πέρσι την ημέρα των Χριστουγέννων που ήταν έρημη η Αθήνα μου έκανε παρέα σ’ όλη την βάρδια».

«Εσείς στην δουλειά σας κύριε οδηγέ» του λέει ο άλλος.

 

Ξάφνου ήρθε του καρπουζοκέφαλου μια φαεινή ιδέα.

«Έχω φοιτητικό πάσο» λέει και δείχνει ένα δελτίο κιτρινισμένο, τριμμένο, σωστό κουρελόχαρτο. Το παίρνει ο κοντούλης το κοιτάζει.

«Ναι εσύ είσαι. Αλλά τώρα άσπρισες ρε φουκαρά μου. Γρίβας έγινες. Εδώ γράφει πρώτη εγγραφή 1976. Ακόμα φοιτητής είσαι;»

«Η φοιτητική ιδιότητα κύριε» του λέει με αξιοπρέπεια ο καρπουζοκέφαλος «είναι αιωνία».

«Και γω φοιτητής είμαι» λέει ο κοντούλης. «Στην Πάντειο. Χρωστάω ακόμη ενοχικό δίκαιο και ετεροτοπία και μεταδομή της ύστερης νεωτερικότητας. Αυτό με παιδεύει. Όλο τέσσερα μου βάζει μια καριόλα. Άμα τα περάσω θα γίνω ελεγκτής ελεγκτών. Εσύ πόσα χρωστάς;»

Εκείνη την στιγμή ένας γέροντας απ’ τους επιβάτες φώναξε στεντορίως.

«Επιτέλους κύριοι. Μην εμποδίζετε την φοιτητιώσα νεολαία απ’ τα καθήκοντά της»,

«Και σεις τεριλίτσα κύριος;» του λέει ο κοντός.

Τότε απρόσμενα ο γέρος άρχισε να τραγουδάει.

          

           Με την χρυσή της νιότης πανοπλία

το θάρρος, την ορμή, την λεβεντιά,

πετάνε στον αγώνα, στην θυσία,

για την Ελλάδα, για τη λευτεριά.

 

Άρχισαν να τραγουδούν μαζί του και πολλοί απ’ τους επιβάτες. Είχαν στο μεταξύ φτάσει στην στάση, ο οδηγός άνοιξε αστραπιαία τις πόρτες και ο καρπουζοκέφαλος πετάχτηκε έξω. Έτρεχε και συγχρόνως χαιρετούσε τους επιβάτες. Αυτοί είχαν πάει στα τζάμια τον χαιρετούσαν και τραγουδούσαν.

            

            Καμαρωτά, χαρούμενα τα νιάτα

            σαν σε χορό βαδίζουν πάντα εμπρός

            φλόγα, ζωή και θέληση γεμάτα

            κι είναι το πέρασμά τους όλο φως.

Αυτή είναι η περιπέτεια του καρπουζοκέφαλου και η παρηγοριά του συγγραφέα, που δε μπήκε στο αφήγημα, είναι ότι ως διήγημα φωτίζεται πιο καλά και συγκεντρωμένα. Αναδεικνύεται, όσο αναδεικνύεται, αν αναδεικνύεται. 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 01 Ιουνίου 2015 00:59
Φωτεινή Τσιδεμιάδου

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση