Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015 17:38

Το σουζάνι και το σκούτερ της Μήτσορα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Ήρθε ο καιρός να διευκρινίσουμε πως όταν λέμε "Τοπικές δημιουργίες" θεωρούμε ως τόπο τη Γη. Το αντίθετο δηλαδή στο "τοπικές" είναι το "εξωγήινες". Αναγκαστήκαμε να διευρύνουμε την έννοια του τοπικού γιατί μετά από τρεισήμισι χρόνια λειτουργίας κανείς από αυτούς που δημιουργούν σ'αυτήν την πόλη (Πειραιάς και πέριξ δήμοι) δεν έχει την επιθυμία να αναρτήσει τα έργα του στη Σταγόνα ( αν την ξέρει φυσικά). Κανείς; Όχι,υπάρχει ένα Πειραιώτικο χωριό, ο ζωγράφος Στράτος Μάκρας, που σε μηνιαία βάση μας στέλνει τα νέα έργα του. Α ναι, κι άλλο ένα, ο λογοτέχνης Γιώργος Τσιρίδης που στέλνει κάποια κομμάτια από ανέκδοτα έργα του. 

Με αυτήν την νέα αντίληψη του τοπικού, αναρτούμε σήμερα το διήγημα της Μαρίας Μήτσορα " Το σουζάνι και το σκούτερ". Η Μήτσορα είναι παλιά καραβάνα στον χώρο της λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Από λάθος δηλώθηκε ταύρος ενώ στην πραγματικότητα είναι σκορπιός. Ίσως αυτό το λανθασμένο ταυρίσιο να έγινε ο κρυφός δεσμός μας. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι (Σορβόννη και Vincennes), όπου κατέθεσε μία εργασία πάνω στη δυναμική των μικρών ομάδων. Έχει ταξιδέψει από τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή, από το Πεκίνο μέχρι τη Νικαράγουα των Σαντινίστας, τον Ορινόκο και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά.

Το 1971 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο " Άννα, να ένα άλλο". Δυο τρία χρόνια μετά το διάβασα και αν και ήταν εντελώς έξω από το αγωνιστικό πνεύμα της εποχής, με έπιασε. Τότε δεν ήξερα γιατί. Σήμερα, έχοντας διαβάσει τα περισσότερα βιβλία της, μπορώ να πω, ότι αυτό συνέβη γιατί έβλεπε κάτι που υπήρχε εκεί έξω, αλλά χρειαζόταν ειδικά γυαλιά για να το δεις και μέσα σου. Και αυτό απαιτούσε μια χρήση των λέξεων στους συνδυασμούς τους, που τις έκανε να λάμπουν και να φωτίζουν τις ιστορίες της. Η Μητσόρια γραφή έχει ένα χαρακτηριστικό. Να μην είναι όλα εντελώς ξεκάθαρα και ολοκληρωμένα, να μην είναι όλα στη θέση τους και κάθε φορά μια εξεπιτούτου αοριστία του ποιος μιλάει και ποιος αντιδρά, παράγει ένα μυστήριο ζωογόνο στις ιστορίες που διηγείται. Κι ενώ όλα όσα συμβαίνουν έχουν ως κέντρο τον εαυτό της, στο τέλος σου μένει η αίσθηση πως μια περιθωριακή παρέα, ένας αλαφροΐσκιωτος της πόλης, προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο, δοκιμάζοντας  τα όρια των συναισθημάτων τους και των εμμονών τους και ...όπου τους βγάλει. Τρία από τα βιβλία της που μου άρεσαν πολύ είναι, "Η σκόρπια δύναμη" (1985), "Ο ήλιος δύω" (1997) και "Καλός καιρός/Μετακίνηση" (2005).

Ένα καλοκαίρι σε ένα θερινό σινεμά της Αθήνας, έβλεπα το προφίλ μια γυναίκας που καθόταν μπροστά μου και δεξιά. Δεν ήμουν σίγουρος 100% ότι ήταν αυτή. Λίγο πιο δυνατά από ένα ψίθυρο είπα στο διάλειμμα,  Μαρία. Και γύρισε. Αυτή ήταν. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και της χαμογέλασα. Και μου χαμογέλασε κι αυτή. Αυτό ήθελα, γιατί σε όλες τις φωτογραφίες που την είχα δει, ποτέ δεν χαμογελούσε. Μια μυστήρια αυστηρότητα, μια διφορούμενη διάθεση στραμένη μέσα εξέπεμπε διαρκώς και είχα σκεφτεί, ότι κουμπώνει άψογα η δημόσια εικόνα της με τα βιβλία της. Όμως το χαμόγελο που είδα ανέδυε μια άλλη Μήτσορα. Εντελώς άλλη. Όχι πάντως αυτή που είναι πάντα έτοιμη να φύγει. Αν το χαμογελαστό της πρόσωπο ήταν η δημόσια εικόνα της, τότε τα βιβλία της θα ήταν οπωροφόρα εσπεριδοειδή κι όχι αυτά τα μαγικά φυτά που φυτρώνουν στις αιώνιες σκιές των βουνών. Μια άλλη φορά στο Passport, σε μια εκδήλωση αφιερωμένη σ'αυτήν, τη ρώτησα αν είχε σχέσεις με τον Βακαλόπουλο. Ναι μου απάντησε, είμασταν για ένα διάστημα μαζί. Είναι ο Άρης "Στην περίληψη του κόσμου". 

Στις 9.5, η λανθασμένη ημερομηνία που γεννήθηκε, του 2013, ο Θοδωρής Αντωνόπουλος ανάρτησε στη lifo ένα πορτραίτο της, που αν πατήσετε  εδώ  θα σας εμφανιστεί. Κι  εδώ  όταν τη συνάντησε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στο 1ο τεύχος της lifo. 

Το "Σουζάνι και το σκούτερ" που ακολουθεί, περιέχεται στο καινούργιο βιβλίο της "Από τη μέση και κάτω", εκδόσεις Πατάκη, 2014.

Μέσα σε ένα νυχτερινό καράβι, σε μια καμπίνα με χρώματα νοσοκομειακά, διάλεξα τις λέξεις: βερμούδα, τσουκνίδες, σαρδέλες, σουζάνι, σκούτερ, έρημος και έναν μέλλοντα του καίω.

 

Τον πλησίασε απότομα,  μπήκε στον κρυφό του κύκλο. «Έχω μια εικόνα», σήκωσε το κεφάλι της σοβαρή, «θα κάνεις ένα τατουάζ εδώ». Άγγιξε με το δάχτυλο τη λακκούβα κάτω από το κόκαλο της λεκάνης του μέσα από τη φαρδιά βερμούδα. «Μια μαύρη πεταλούδα που δεν θα πετάει, πάντα θα αναπαύεται». Πετάχτηκε μακριά του κι άρχισε να τρέχει, είχε γεννηθεί για να τρέχει. Ήταν πολύ μικρή, δεκάξι χρονών, κι όλα τα’ άλλα αντιλαμβανόταν μέσ’ από το τρέξιμο. Στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί ακολουθούσε το σκισμένο τζιν της ο γιος του καφετζή, της άσπρης παραλίας όπου άραζαν τα κότερα. Την έβλεπε να τρέχει μπροστά του, στο πιο στενό σημείο του νησιού, ζαλισμένος από τη σιλουέτα της. Έμοιαζε με αγόρι δωδεκάχρονο, πολύ κοντά μαύρα μαλλιά, ανοιχτές πλάτες, φτερά στα πόδια, αόρατα γαλάζια φτερά σαν του Ερμή, του θεού των ντίλερ.

 

Το όνειρό του ήταν να πάει στο Άμστερνταμ, να κάνει πολλά τατουάζ και να γίνει ντίλερ.

Η μικρή τρέχοντας σκεφτόταν – η αγάπη μας σταματάει, γι’ αυτό δεν θ’ αγαπήσω ποτέ. Ρίχνοντας λαμπερές ματιές, μέτραγε βιαστικά τις φωλιές στο χώμα και στα δέντρα, δεν ήξερε να ξεχωρίζει τα φυτά σε ιαματικά και δηλητηριώδη, κατέγραφε με τον τρόπο της όσα της φαίνονταν ότι ευτυχούν ανθισμένα. Πευκοβελόνες γλιστρούσαν κάτω από τ’ άσπρα σατέν παπούτσια της με τις λαστιχένιες σόλες. Το μπλε της θάλασσας τη χτύπησε στο ύψος των ματιών από την άλλη πλευρά του νησιού, πολύ σκούρο μπλε. Σιχαινόταν τη θάλασσα, το βαθύ νερό. Τις ώρες που περνούσε στο κότερο με τη μητέρα της, χρωστούσε τη ζωή της στον αλμυρό αέρα. Έτρεχε πίσω της λαχανιασμένος. Με την άκρη του ματιού είδε τα μαλλιά του να λύνονται, αυτό την έκανε να κόψει ταχύτητα, γλυκά καστανά λύθηκαν και τα ξανάδεσε χαλαρά χωρίς να σταματήσει, με το ξεβαμμένο κουρελάκι. Βγήκαν από το μονοπάτι, όλο τον λόφο τον παραμέρισαν σαν να ήταν ντεκόρ. Πήραν ανοιχτή αντίθετη στροφή, φάνηκε το παλάτι του. Ήταν μισογκρεμισμένο, πολύ θα της άρεσε αν δεν της έλεγε πως θέλει να το κάνει ντισκοτέκ. Τον άφησε να τη φτάσει για να μπουν μαζί στην τελική ευθεία, για να περάσουν ταυτόχρονα κάτω από την πέτρινη αψίδα. Η λάμψη στα μάτια της τίποτα δεν φώτισε, στο βλέμμα που του έριξε καθρεφτίζονταν άλλα, ξένα φώτα. Έσφιξε τα χείλη της πηδώντας πάνω από ένα μισοκαμένο στρώμα, φοβόταν τη φωτιά, ακόμα και τη φλόγα πλαστικού αναπτήρα. Ο ήλιος έμπαινε από την τρύπια σκεπή. Το ερειπωμένο βυρσοδεψείο ήταν όλο καμάρες και τοξωτά παράθυρα, χτισμένο με καφετιές πέτρες που γυάλιζαν. Η μικρή μουρμούρισε «ποια ώρα βρέχει πέτρες;».

 

Πάλι έτρεχε μπροστά του πατώντας πάνω σε… ψάρι, μικρό ψάρι, ψάρια σε κονσέρβες που ανοίγουν με κλειδί… πάνω σε άδεια κουτιά από σαρδέλες. «Έχει κι άλλη αίθουσα» της φώναξε με προσπάθεια, μέσα από την αναπνοή του που είχε πιάσει πάτο. Τον προσπέρασε πηδώντας πρώτη πάνω από το περβάζι του εσωτερικού παράθυρου. Προσγειώθηκε δύο μέτρα μακριά, αποφεύγοντας ένα κιλοτάκι κι άλλα πιο περαστικά σημάδια ζωής γύρω από ένα μικρό πετρογκάζ. Σε αυτή τη δεύτερη αίθουσα, η στέρνα τη σταμάτησε. Μέσα σε πράσινους αφρούς έπλεε ένα μοναχικό λουλούδι με πέντε ρόδινες προβοσκίδες. Βασίλευε, να πώς βασίλευε, παντοδύναμο όργανο αναπαραγωγής, έτοιμο να γεννήσει καινούργια αυγή για τον κόσμο του. «Είναι ζωντανό», σήκωσε τους ώμους του απορημένος, μεγαλωμένος με τις αντιλήψεις της γιαγιάς του. «Εδώ, αυτό έψαχνα» είπε η μικρή αποφασιστικά. Έβγαλε από το σακίδιο ένα στενόμακρο μετάλλινο κουτί, μικρογραφία οστεοφυλάκιου. Εκείνος είδε να περνάνε ανάμεσά τους γυναίκες μαυροντυμένες με καλτσοδέτα σφιχτή πάνω από το γόνατο, μυρίζουν πάντα το ίδιο άρωμα, γυναίκες που σκύβουν με ανεξήγητη έκφραση πάνω από τα πλαστικά λουλούδια και τα ονόματα στα μάρμαρα των τάφων.

 

Το κουτί είχε μέσα ρύζι και πέντε πήλινα δάχτυλα ανθρώπινου ποδιού. «Εγώ τα έψησα» του είπε, «αφού νικήσω στους Ολυμπιακούς, ίσως να σπουδάσω γλυπτική και να φτιάχνω αγάλματα για τις στέγες πολύ ψηλών κτιρίων που να φαίνονται από τα’ αεροπλάνα». Ξανάκλεισε το κουτί απαλά, το πέταξε στη στέρνα που το καταβρόχθισε λαίμαργα. Όταν ακούστηκε το τελευταίο γκλουπ, εκείνος θυμήθηκε τα μάγια της γιαγιάς του. Δεν ήταν απλή μοδίστρα, ήταν μάγισσα, ξεματιάστρα και φανατική των διαγωνισμών στην τηλεόραση, τρία σίδερα ατμού είχε κερδίσει, τρεις απτές αποδείξεις για την απουσία/παρουσία νοήματος στη ζωή. Το κορίτσι κοιτάζει  το σημείο όπου το κουτί χάθηκε μέσα στους πράσινους αφρούς και του φαίνεται ότι το ξόρκι της κρατάει πολύ. Την ακούει να ψιθυρίζει «το ύψος μου είναι το πρόβλημα, θέλω να γίνω ένα κι ογδόντα, σαν εσένα». Κρατιέται να μη χαμογελάσει, δεν μπορεί να τη φανταστεί στο ύψος του. «Σου εύχομαι να κερδίσεις, νομίζω ότι πρέπει να γίνεις δρομέας, φαίνεσαι γεννημένη για να τρέχεις». «Μπα!» του απαντάει ειρωνικά, καρφώνοντάς τον στα μάτια, κι ο λίγος έρωτάς του ξεφουσκώνει γιατί προτιμάει τους χαμένους. Όχι ακριβώς, το ζυγίζει και το ξεκαθαρίζει μέσα του, προτιμάει τους καταραμένους γιατί αυτοί έχουν παίξει με τη φωτιά.

 

«Με λένε Αξάνα» γυρίζει και του συστήνεται ξαφνικά. «Σημαίνει η ξένη στην ιωνική διάλεκτο». Άφωνος την κοιτάζει ν’ ανοίγει πάλι το σακίδιο, να βγάζει και ν’ απλώνει πάνω στ’ αγριόχορτα ένα κέντημα μεγάλο σαν σεντόνι. Τα λουλούδια του μοιάζουν με ήλιους. «Είναι σουζάνι» του λέει. Ο κάθε ήλιος λάμπει όχι δυνατά, μυστικά και συστηματικά στα θαύματα του κόσμου του. Η μικρή ξαπλώνει κλείνοντας σφιχτά τα μάτια. Απότομα βγάζει το κολλητό μαύρο φανελάκι, πλάι στο αριστερό στήθος έχει ένα περίτεχνο τατουάζ μαύρου αετού. Ξαπλώνει κι αυτός. Εκείνη ξεκουμπώνει το παντελόνι της, χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια… μόνο κάποια στιγμή δαγκώνει τα χείλη με μια γκριμάτσα πόνου. Πρέπει, πρέπει σκέφτεται, πρέπει για να ψηλώσω. Ακίνητη τον περιμένει και μετά τινάζεται αδειάζοντάς τον στο άχρηστο πια μαγικό χαλί της. Πηδάει έξω στον ήλιο. Ακούγοντάς τη να ξεφυσάει δυνατά, τρέχει στο παράθυρο και τη βλέπει, μικροκαμωμένο φάντασμα που κρέμεται στον αέρα, μυτερά μαλλιά, κοφτερά δόντια, μάτια μαύρες σχισμές, κάνοντας την πιο ψηλή τούμπα, να προσγειώνεται μπροστά στα σκαλοπάτια της εισόδου κι αμέσως ν’ αρχίζει να τρέχει. Όταν χαθεί στη στροφή του δρόμου, εκείνος βγαίνει έξω ζαλισμένος, κατηφορίζει μέχρι το λιμανάκι, μπαίνει στη θάλασσα για να ξεπλύνει το αίμα της.

 

Είχε διψάσει. Τρία τέταρτα περπατούσε στον ήλιο για να φτάσει με τα πόδια μέχρι ψηλά στο χωριό. Η γιαγιά του, όταν τον είδε να μπαίνει στην αυλή, πανηγύριζε, τον αγκάλιαζε, του έλεγε να τη σηκώσει ψηλά. Είχε κερδίσει ένα γαλάζιο σκούτερ στην τηλεόραση και θα τους το έστελναν το πολύ μέχρι το Σάββατο. Ναι, ναι, τη διαβεβαίωνε πως έχει μεγάλη χαρά. Ήπιε τρία ποτήρια κρύο νερό και ξάπλωσε. Κοιμήθηκε μέσα στα παλιά δροσερά ντουβάρια. Αργά το απόγευμα, η γιαγιά του προσπαθούσε να τον ξυπνήσει με καφέ και σπιτικό γλυκό σταφύλι. Στο τέλος έβαλε τα μεγάλα μέσα, άρχισε να του τραγουδάει εκείνο το παιδικό νανούρισμα που τον εξαγρίωνε

 

Μακριά εις την έρημο, έρημο δάση

Τον τάφο μου έσκαψα για να ταφώ

Και η μαύρη πλάκα μου φωτιές θα βγάλει

Και θα κάψει τα δέντρα και τους ανθούς μαζί

 

Είχε νυχτώσει όταν βγήκε για να πάρει τον δρόμο μέχρι το καφενείο του πατέρα του. Ήταν του Άη Γιάννη του Αποκεφαλιστή και τα παιδιά πηδούσαν φωτιές. Ένας φίλος του ξαδέρφου του είχε πει πως στην Αθήνα την είχαν ξεχάσει αυτή τη γιορτή, αλλά τώρα σχεδιάζουν να την επαναφέρουν καίγοντας τηλεοράσεις κι αυτοκίνητα.

 

Κατηφόριζε το μονοπάτι με τα πεύκα. Είδε από ψηλά πως το κότερο είχε φύγει. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, ενώ είχε χαρά για το σκούτερ, ένιωθε τόσο άδειος κάτω από το κόκκινο χεβιμεταλάδικο φεγγάρι.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015 08:05
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση