Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014 19:59

Ο άδειος Πειραιάς τις ημέρες της Μεγαλόχαρης

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Κούκλος ο έρημος Πειραιάς αυτές τις μέρες της Μεγαλόχαρης εξ αιτίας της. Άδειο και το λιμάνι. Αυτό που του δίνει την ξεχωριστή χάρη είναι ο συνδυασμός θάλασσας δίχως πλοία και δρόμοι δίχως αυτοκίνητα. Μια ερημιά λοιπόν εκεί έξω, που κατά παράδοξο τρόπο γεννά μια όαση μέσα. Ο άδειος Πειραιάς σου χαρίζει κι άλλη μια ψευδαίσθηση.

 

Περπατάς κι έχεις την εντύπωση ότι η πόλη σου ανήκει, είναι δικιά σου και συνάμα είσαι δικός της. Όμως τι είναι ένας βασιλιάς δίχως λαό; Ο Καζαντζίδης σε έξαλλη κατάσταση στο δικαστήριο να καταριέται τους Εβραίους, τους μασόνους και τους τοκογλύφους; Εσύ, σε εύκολους περιπάτους με την ευχαρίστηση του αφρού που είσαι ξένοιαστος; Η άδεια πόλη με τα σκοτεινά σπίτια της και τους κατοίκους της να βουλιάζουν τα πάμφωτα νησιά;

Αυτές τις μέρες ο έρημος Πειραιάς κούκλος το ναυτάκι. Που προσπερνάει αδιάφορο κάτι Έβερεστ και Γρηγόρηδες, κάτι Γκούντις και Μακ Ντόναλντ, τα μόνα ανοιχτά μαγαζιά που βαράνε μύγες, αλλά αυτή είναι η μοίρα τους. Βρέξει χιονίσει, ακόμα κι αν φύγουν όλοι οι γήινοι, αυτά είναι αιχμάλωτα του ρόλου τους, ως σημεία που οι γεύσεις τους είναι ίδιες όπου κι αν είναι. Εγγυημένα πράματα. Το φτωχό ναυτάκι όμως για πού το έβαλε; Ούτε συζήτηση για τη συνοικία τ’όνειρο που ούτε τα κόκαλά της δεν έχουν μείνει. Στις όμορφες μήπως, που αιώνια θα παίζουν στο μυαλό του, τώρα, τις τραβάει τώρα ως καρχαρίες το αίμα του χρήματος κι αυτός είναι συνήθως με ελάχιστα. Το ναυτάκι μας όμως κάπου πάει, είναι φανερό. Ναι, τραβάει για το σπίτι του γέρου ζωγράφου, που ότι φαντάζεται χαίρεται. Αυτό είναι που του δίνει μία απρόσμενη δύναμη για να βγάλει τη μέρα, αλλά κι ένα χαρτζιλίκι. Κι αν μπορούσε να φανταστεί ότι μετά από μερικά χρόνια η εικόνα του – μισός ναύτης αφρισμένος, μισός Πακιστανός θλιμμένος - θα στοιχίζει όσα δε θα βγάλει σε όλη τη ζωή του, τότε άλλη συμφωνία θα έκανε. Άλλοι όμως τα ξέρουν αυτά, άλλοι, που από μικροί τα μαθαίνουν όταν τα παίζουν στα πέντε τους δάκτυλα οι πατεράδες τους.

Ο έρημος Πειραιάς , αυτές τις μέρες νωχελικός κούκλος. Παράξενο δεν είναι που σα να τα βλέπει όλα για πρώτη φορά. Μαγαζιά ( με ή χωρίς λουκέτα), βιτρίνες και περίπτερα ταξιά, φανάρια και πολυκατοικίες, σκουπίδια, άστεγους με σκυλιά ξωπίσω τους και ΑΤΜ, γραφεία φοροδιαφεύγοντα, διπρόσωπες εκκλησίες, πανάσχημο δημαρχείο, βρομούσα αγορά. Και αραιά όσα παλιά αρχοντικά την γλύτωσαν, τώρα θολωμένα στη γωνιά τους νιώθουν άβολα μ’αυτόν τον νεαρόκοσμο που σημασία δεν τους δίνει, γιατί; Τα βλέπει όλα αυτά και με μερικά πιάνει μια κουβέντα του στυλ «θυμάσαι τότε που…». Η πλάκα είναι ότι θυμούνται ότι τους συμφέρει κι αυτό είναι κάτι που νομίζει ότι αυτόν τον διορθώνει. Περπατώντας μετά τις ερυθρόλευκες που κυματίζουν, πω πω κόσμος! Στα Βοτσαλάκια πατείς με πατώς με, φυσάει κι ένα βοριαδάκι σήμερα που φρόντισε όσοι δεν έφυγαν να δώσουνε ραντεβού εδώ, στου γιαλού τα κυματάκια.

Ο έρημος Πειραιάς, ο άδειος, δεν είναι για χόρταση. Αργά αργά λοιπόν, τραγουδώντας το μέσα του παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Αρκετά τον έκαψε σήμερα ο ήλιος που ντάλα μεσημέρι τι γυρεύεις μεγάλος άνθρωπος στο άδειο λιμάνι; Από όνειρο στο μουράγιο ξάφνου πετάχτηκε μια τσιγγάνα, τον πλησίασε και τον ρώτησε που αρμενίζει. Κι αυτός, αχ αυτός, ανέβηκε πάνω στον κάβο και ως κ. Μοντάλε ψιθυριστά της απάγγειλε « Ρωτάς γιατί αρμενίζω / μες την αβεβαιότητα και δεν / αλλάζω πορεία; Μάθε από το πουλί / που την γλυτώνει αλώβητο / γιατί το πυροβόλησαν από μακριά / και σκόρπισαν τα σκάγια.» Κι έφερε η τσιγγάνα μια βόλτα θανατερή, τον χάιδεψε απαλά στο κεφάλι, κι έβγαλε απ’τ’αυτί της και του’ δωσε ένα γαρούφαλο, η πονηρή τσιγγάνα. Μετά χώρισαν για πάντα οι δρόμοι τους. Κι αυτός για να το αντέξει έκατσε και κοιτούσε για ώρα τη θάλασσα, το βυθό της και το τρέμουλό της. Πουλάκια κάνουν τα μάτια μου και βλέπω ψαράκια; Ψαράκια στο βούρκο του λιμανιού; Χριστέ μου, που’ναι ο Δαρβίνος να πάθει την πλάκα του ψαράκια μου μαζί σας; Τον Δαρβίνο όμως στην Ελλάδα τον κάψανε θέ μου κι ας τον έστειλες για να καταλάβουμε τους εαυτούς μας, να μάθουμε από ποια τυχαιότητα ξεπηδήσαμε, για να αποφασίσουμε που θέλουμε να πάμε, αν μπορούμε βεβαίως, δίχως καμία εγγύηση ότι θα τα καταφέρουμε.

Νοιάζεται κανείς σήμερα για τέτοια ερωτήματα, είπε στην πόρτα, την ώρα που γύριζε το κλειδί για να μπει στο σπίτι του. Τότε ήταν που γρήγορα πέρασαν όλα μπροστά από τα μάτια του. Ακόμα και οι βόμβες από τα γερμανικά και μετά από τα εγγλέζικα αεροπλάνα έσκασαν δίπλα του και βεβαίως κατουρήθηκε πάνω του. Μα σίγουρα κάποιον άγιο είχε και τη γλύτωσε φτηνά. Και μετά τον έπιασε ένας βήχας, ένας ξερόβηχας του κερατά. Με κάθε ανάσα του καιγόταν η μύτη του, ο λαιμός του, κι έβλεπε πάλι τα φουγάρα από τα εργοστάσια να καπνίζουν αδιάφορα που λιγόστευαν γύρω τους τη ζωή. Η τελευταία επιθυμία του, λίγο πριν δει τον κ. Πέννα να του γράφει « Φλέγεται κι όλας το καρπούζι. Το βράδυ / πέφτει τώρα πιο πυκνό. Κι εσύ γυρνάς / λιγάκι μελαγχολικός στην έξαψή μου», είναι γρήγορα να γεμίσει πάλι με κόσμο, με πλοία κι αυτοκίνητα ο Πειραιάς και ας πιάνεται στα πεζοδρόμια το γερόψαρο από τα δολώματα μιας ομορφιάς προς Λολίτα μεριά. Να πιάνεται και να ξεχνιέται κι ας πονάει. Της redblue ομορφιάς, ναι, αυτής που δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε στου αγγέλου της νερό, μα όταν κόβεται το ρεύμα φωτίζει όλη την πόλη τσάμπα. Θα τον πεθάνει μια μέρα αυτή η κακούργα, η πανούργα, η σκοτεινή, το ξέρει ότι θα τον ξεκάνειμα χαλάλι της, γιατί πως αλλιώς η ζωή χύμα στο κύμα είναι καύλα τα δειλινά π' αντιλαλούνε τα βουνά;  

Κάτι τέτοια έγραφε κι ο Μπουκόφσκι, ένας άνθρωπος που για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι ποτέ του δεν θα καταλάβαινε τους ανθρώπους, αλλά τα κατάφερνε κι έτσι να ζει, και παρόλα αυτά κάθε φορά την προσκαλούσε, χόρεψε μαζί μου κάθε λύπη, γελώντας όμως, γιατί τότε μόνο είναι σαν να ελευθερώνεσαι απ'όνειρα, από ιδανικά και δηλητήρια. Κάτι τέτοια έλεγε λοιπόν ο Μπουκόφσκι και δεν του δώσανε κανένα βραβείο. Έπινε πολύ όμως, ε; Ναι, αλλά όχι για τα βραβεία. Εν πάση περιπτώσει, όσο ζούσε, μόνο η Παναγιά τον καταλάβαινε. Και το ήξερε. Γι'αυτό την εποχή που οδηγούσε μια σακαράκα, είχε γράψει στο πίσω μέρος της με χρυσή μπογιά, the Madonna with you .

Οι Μοντάλε και Πέννα είναι Ιταλοί ποιητές, ο Μπουκόφσκι Αμερικάνος συγγραφέας. Τα πράσινα λοξά είναι δικά τους. 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014 18:52
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση