Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014 17:49

Καρναβάλια για να γελάμε και να γλεντάμε και όχι για να βαριόμαστε και τον εαυτό μας να ξεγελάμε

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας προβλέπεται βροχερό κι αν πέρναγε από το χέρι μας θα το κάναμε ηλιόλουστο. Σ'αυτό το πνεύμα η πρώτη μας ευχή είναι να πέσουν έξω τα προγνωστικά των μετεωρολόγων. Κι η δεύτερη, ευχόμαστε σε όλους, είτε μας διαβάζουν, είτε αγνοούν παντελώς την ύπαρξή μας, η βροχή να μην σταθεί εμπόδιο για γλέντια και χαρές, με τραγούδια, χορούς και ξεφαντώματα μέχρι πρωίας.

Η διάθεσή μας για ευχή είναι ειλικρινής, όμως αυτό που ευχόμαστε, δεν σημαίνει ότι όλοι το θέλουν και όλοι το μπορούν. Θα είναι αρκετοί δυστυχώς αυτοί που θα το θέλουν, αλλά δεν θα το μπορούν για χίλιους δυο λόγους. Σ'αυτούς λοιπόν, η ευχή μας είναι, όσο πιο σύντομα γίνεται χίλιες και μια νύχτες να τα δώσουν όλα και να ζήσουν το παραμύθι τους. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι, αρκετοί κι αυτοί, που ακόμα κι αν τους βγαίνει αυτή η διάθεση του χύμα στο κύμα, δεν μπορεί να εκφραστεί με τις μάσκες και το γλεντοκόπι. Σ' αυτούς τι να πούμε, τι να ευχηθούμε; Το μόνο που μπορούμε να σκεφτούμε τώρα, είναι το να βρουν αυτό που τους πάει. Κι αυτό στις μεγάλες πόλεις, είτε έξω από το σπίτι τους είτε μέσα, είτε μόνοι τους είτε με άλλους δεν είναι ανέφικτο.

Εμείς βασικά αυτά είχαμε να πούμε και ως συμπλήρωμα κάποια πράγματα ακόμα, περισσότερο ιστορικά. Τα καρναβάλια λοιπόν, καιρό τώρα δεν θυμίζουν τίποτα από τα παιδικά μας χρόνια και από αυτά που μας έλεγαν ότι έκαναν τις μέρες αυτές οι γονείς μας, οι γείτονες και οι συγγενείς. Η φάση τότε ήταν χειροποίητη και πηγαία, είχε πολύ κέφι και πολλές καλόγουστες κι αυτοσχέδιες τρέλες εκδηλώνονταν στους δρόμους και στα φιλικά σπίτια από τους περιφερόμενους μασκαράδες της γειτονιάς. Τώρα, ενώ γίνονται όλα όσα προβλέπει η παράδοση ενός τόπου, είναι όλα τόσο προκατασκευασμένα που είναι σχεδόν αδύνατο να σε παρασύρουν σε κάτι που θα το ευχαριστηθείς βγαίνοντας έξω από τον εαυτό σου και που θα σε κάνει να γελάσεις από καρδίας μαζί με άλλους.

Η αλήθεια είναι πιο πολύ γελάμε με άνεση εις βάρος των αδυνάτων και των ανήμπορων κι όχι με το γελοίο των όσων λένε και πράττουν οι όμοιοί μας και οι ισχυροί της κοινωνίας μας. Ένας φίλος που είχε μελετήσει το θέμα με τα καρναβάλια και τα σχετικά, μας είχε πει κάποτε ότι αυτή η επινόηση πολλών κοινωνιών είχε ως αιτία του να μπορούν να εκτονώνονται τα αδύναμα στρώματα κοροϊδεύοντας τους άρχοντες και τις ανεπίτρεπτες πράξεις που συνέβαιναν στις κοινότητές τους. Η ουσία των μεταμφιέσεων και των καρναβαλιών αυτή ήτανε. Το ελευθεριάζον πνεύμα κι ο διονυσιακός οίστρος των λαϊκών στρωμάτων έβρισκε την άνεση και μέσω των αποκριάτικων μεταμφιέσεων για να εκφραστούν δημόσια με τρόπο κωμικό τα ράμματα που είχανε μαζέψει για εκείνες τις πράξεις των από πάνω που παραβίαζαν κώδικες, κανόνες και τρόπους ζωής. Μόνο που παλιά στις κοινότητες κυριαρχούσε ένα ομαδικό πνεύμα που αποφάσιζε ποιες πράξεις και ποια λόγια είναι έξω απ'αυτό και είναι σωστό να καταγγελθεί με αστεία, με καλαμπούρια και με την σάτιρα. Και η ευφορία που προκαλούσε αυτή η γελοιοποίηση συνέβαινε λόγω του ότι ακριβώς υπήρχε ο γνώμονας του ομαδικού πνεύματος όπως τονίζει κι ο λαογράφος - ιστορικός Εμμανουήλ Ζάχος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σκοπιά που υιοθετούσε η σάτιρα ήταν προοδευτική. Όταν ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες έπαιρνε στο ψιλό τον Σωκράτη, το έκανε αυτό πατώντας στο ομαδικό πνεύμα που υπήρχε στους Αθηναίους πολίτες και εξέφραζε αυτό που τους ενοχλούσε και που ήταν ακριβώς τα καινά δαιμόνια που εισήγαγε ο Σωκράτης. Κάτι δηλαδή που ενοχλεί πάντοτε κάθε ομάδα και κοινότητα, κάθε παράδοση και εξουσία, όταν αισθάνεται να κρίνεται και να απειλείται από το καινούργιο που έρχεται. Στις μέρες μας όμως, αν εξαιρέσεις την ομοθυμία που υπάρχει ενάντια στα μνημόνια, αλλά παραδόξως όχι και σε ανάλογο βαθμό απέναντι σ'αυτούς που τα επιλέγουν και τα εφαρμόζουν, δεν υπάρχει κάτι ισχυρό ως θέση που να ενώνει τον κόσμο. Κάποια χρόνια πριν υπήρχε. Ήταν το λάιφ στάιλ που είχε υιοθετηθεί από μια μεγάλη μερίδα του κόσμου, τότε που όλοι θέλανε, ο καθένας για πάρτι του, να ζήσουν άκοπα μια πλούσια ζωή δίχως υποχρεώσεις. Αυτήν την κατάσταση την σατίρισε εύστοχα και καλόγουστα ο Λαζόπουλος στους 10 μικρούς Μήτσους. Μετά όμως, όταν οι Μήτσοι κι όλοι μας δηλαδή, χάσαμε και τ'αυγά και τα πασχάλια, ο Λαζόπουλος πήρε το μέρος μας, το μέρος αυτών που πληρώνουν τα σπασμένα, δυστυχώς δίχως να κρίνει τις προηγούμενες επιλογές μας, τις προτιμήσεις μας και τον τρόπο της ζωής μας. Γι'αυτό το γέλιο του Αλ Τσαντίρ ήταν γέλιο σχεδόν μισό που δεν είχε ούτε μια σταλιά συγκίνησης. Όπως επίσης δεν ήταν και καθαρτήριο, αφού απεύφευγε να πάθει για να μάθει θεωρώντας εξ ολοκλήρου υπεύθυνους για τα παθήματά μας και την κρίση τους πράσινους και τους βένετους που έγιναν ενεργούμενα των νεοφιλελεύθερων της Ευρώπης και είχαν πολιτευθεί ως κατ'εξοχήν εκφραστές ενός άδικου κι αναποτελεσματικού κράτους που το χρησιμοποίησαν ως μαγαζί τους.  

Όλα αυτά που όλη η Ελλάδα κάνει τις μέρες των αποκριών, οι Καστοριανοί τα κάνουν από τις 6 έως τις 8 Ιανουαρίου. Το ξεφάντωμα αυτό το ονομάζουν Ραγκουτσάρια και τότε που υπηρετούσα στην Καστοριά τα είχα ζήσει από κοντά. Με είχαν συνεπάρει οι μπάντες με τα πνευστά που αλώνιζαν την πόλη. Γύρω τους σαν μέλισσες μαζευόντουσαν καρναβαλιστές που χόρευαν τους δημοτικούς σκοπούς και κάποιες σύγχρονες επιτυχίες που έπαιζαν οι μουσικοί. Θυμάμαι ότι τα δύο εκείνα χρόνια όλες οι μπάντες έπαιζαν και το "Ας κρατήσουν οι χοροί".

Ένας ντόπιος φίλος σε μια διάλεξη που έκανε στην παρέα μας για τα Ραγκουτσάρια, είπε σε κάποια στιγμή κάτι που του είχε πει ο πατέρας του ή ο παππούς του, δε θυμάμαι. Κι αυτό είχε να κάνει με τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στα Ραγκουτσάρια. Που στα χρόνια του προγόνου του ενθάρρυνε αυτήν την εκδήλωση και συμμετείχε με τον τρόπο της. Όμως στα χρόνια πριν από τον πόλεμο λες και τσίμπησε τους μητροπολίτες κάποια μύγα και στράφηκαν εναντίον των καρναβαλιών, πετυχαίνοντας μάλιστα την απαγόρευσή τους. Όλοι ξαφνιαστήκαμε, αλλά ο δικός μας ήταν μελετημένος και μάς εξήγησε πως από τη στιγμή που επί Βυζαντίου, η χριστιανική εκκλησία είχε καταφέρει να βγάλει νοκ άουτ όλες τις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές διονυσιακές γιορτές των πόλεων, ένοιωθε πανίσχυρη και δεν είχε λόγους για να στραφεί ενάντια στα νεοεμφανιζόμενα καρναβάλια με τα οποία ξέδιναν τα πλήθη, βάζοντας ταυτόχρονα στο στόχο τους το γελοίο και το αντικοινωνικό.

Τα καρναβάλια μας είπε, όσο και όποτε είχαν ουσιαστική σχέση με τον κόσμο, έπαιρναν το μέρος του και στρεφόντουσαν κατά των πράξεων εκείνων της εξουσίας που δεν ήταν αρεστές από το λαό. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα καρναβάλια ήταν η ελευθεροστομία και η αισχρολογία. Τα δύο αυτά στοιχεία, δηλαδή η ασυδοσία του λόγου και η κριτική στην όποια εξουσία, οδηγούσε πολλές φορές τους θιγόμενους να τα απαγορεύουν. Με τα χρόνια όμως τα καρναβάλια έχασαν την οξύτητα της ματιάς τους, υιοθέτησαν τις λατινοαμερικάνικες μουσικές και τυποποιήθηκαν εντελώς κρατώντας ως μόνο στοιχείο από το παρελθόν τις μάσκες και τις μεταμφιέσεις, που κι αυτές πια δεν γελειογραφούν σχεδόν τίποτα. Ακολούθησαν κι αυτά το δρόμο που ακολουθούν όλες οι μεγάλες και μαζικές τελετές και εκδηλώσεις όποιο κι αν είναι το θέμα τους. Η επανάληψη και η χρονική απόσταση από το συμβάν που τις γέννησε, τις κάνει σιγά σιγά να χάνουν την όποια δραματικότητά τους. Προκύπτει έτσι αυτό το άδειασμα από νόημα και ουσία δίχως να το αποφασίσει και να το αντιληφθεί κανένας. Η αποφόρτιση γίνεται μέσω της ευλαβικής επανάληψης του ίδιου τελετουργικού με παρούσα την απροθυμία των διοργανωτών να επικαιροποιούν τον συμβολισμό της και να εμπλουτίζουν το μήνυμά της. Το στοιχείο που μας δείχνει ότι έχει μια τελετή πιάσει αράχνες είναι η βαρεμάρα που νιώθουν όσοι επιμένουν να την παρακολουθούν και που δεν την ομολογούν ούτε και καν στον εαυτό τους. Ώσπου να μείνουν τρεις κι ο κούκος. Και τότε θα είναι μεγάλη νίκη της ζωής απέναντι στο θάνατο αν αποφασίσουν επιτέλους να κατεβάσουν αυτό το έργο. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές δύσκολα να γελάσεις.

Όμως δύσκολα όχι μόνο γελάμε, αλλά και τραγουδάμε και χορεύουμε γενικώς κι όχι μόνο αυτά τα χρόνια της κρίσης. Λες και είμαστε παρόντες πιο πολύ σε μια αόρατη κηδεία, παρά σε έναν αόρατο γάμο. Σπανίζει το καθάριο γέλιο και το άλλο που τους θάβει. Όμως πιστεύω πως η ευχαρίστηση που μας προκαλεί και η δύναμη που έχει το γέλιο, ένα από τα αποκλειστικά στοιχεία του ανθρώπου, δεν χάνονται ακόμα κι αν αυτό απουσιάζει για καιρό. Να ένα παράδειγμα. Πριν μερικές μέρες δυο τύποι που είναι μέλη της κίνησης Μαβίλη, πήγαν σε μια ομιλία του υπουργού Πολιτισμού κ. Παναγιωτόπουλου. Είχαν αποφασίσει να γελούν δυνατά με όσα τους φαινόντουσαν υποκριτικά και χαζά και γελοία. Το έκαναν και του προκάλεσαν βραχυκύκλωμα. Έγιναν μάλιστα και είδηση.

Για να αναστηθεί το γέλιο και να επιστρέψει στα χειλάκια μας, ίσως το πρώτο βήμα να είναι, το να έχουμε συγκροτημένη και σταθερή άποψη για τα πράγματα και για τους ανθρώπους και ως άτομα και ως κοινωνία. Μετά εύκολα θα γίνει ο εντοπισμός εκείνου του Μαλάκα που μαζί του σπάμε πλάκα. Χρειάζεται επίσης με κάποιον τρόπο να καλλιεργηθεί μια άλλη νοοτροπία, όπου ο αυτοσαρκασμός θα πηγαίνει χέρι χέρι με την επιβολή της ποινής του γέλιου σε όλα όσα γελοία, άδικα και χυδαία λέγονται και πράττονται όχι μόνο από τους γύρω μας, αλλά και από μας. Αυτή η καθαρτήρια λειτουργία του γέλιου θα μας ενώσει και θα μας ανυψώσει το ηθικό. Το δεύτερο αποτέλεσμα που μπορεί να έχει το χιούμορ, είναι να προκαλέσει εκείνο το υπέροχο γέλιο που θα τους θάψει. Όλους αυτούς, τους πανταχού παρόντες κρετίνους, που συστηματικά ταλαιπωρούν τη ζωή μας τη μικρή.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014 16:47
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση