Τα ευρήματα της μελέτης –ποσοτικά και ποιοτικά– δεν αποτυπώνουν απλώς το παρόν, αλλά προεικονίζουν ένα μέλλον όπου οι επαγγελματίες θα συνδυάζουν την τεχνολογική επάρκεια με τη διαχρονική ικανότητα να σκέφτονται κριτικά, να ελέγχουν την πληροφορία και να διατηρούν την ανεξαρτησία τους.1
Οι δημοσιογράφοι φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους κατέχουν ανωτέρου επιπέδου σπουδές και μεσαία προς υψηλά προσόντα. Παράλληλα, η μισθωτή εργασία πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου είναι το βασικό σχήμα που χαρακτηρίζει το επάγγελμα, αν και δεν απουσιάζουν οι ευέλικτες και επισφαλείς εργασιακές συνθήκες. Οι προοπτικές εξέλιξης κρίνονται μέτριες και προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία. Εντοπίζεται δε μέτριας έντασης οριζόντια ή κάθετη κινητικότητα των εργαζομένων, δημιουργώντας έναν ορίζοντα σχετικά μέτριων προσδοκιών για την εξέλιξη τους.
Σε σχέση με το αν και κατά πόσο η διπλή μετάβαση θα επηρεάσει το επάγγελμα του δημοσιογράφου, τα τελευταία χρόνια, και ιδίως κατά την περίοδο της πανδημίας, ενισχύθηκαν οι απαιτήσεις για νέες ψηφιακές δεξιότητες, ενώ ο ρόλος της τεχνολογίας στον μετασχηματισμό του επαγγέλματος έγινε καταλυτικός. Πράγματι, η έκρηξη της χρήσης ψηφιακών μέσων καθιστά την εκτέλεση των καθηκόντων των δημοσιογράφων πιο εύκολη και πιο άμεση (αύξηση ταχύτητας πληροφόρησης, ευκολία στην αναζήτηση, αμεσότητα στην ενημέρωση), ωστόσο δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η ταχύτητα στην ενημέρωση κρύβει και κινδύνους αναφορικά με την ορθότητα των πληροφοριών. Η τελευταία, μάλιστα, αποτελεί κρίσιμη δεξιότητα του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
Αν και η εργασία τους εμπεριέχει ελάχιστη ρουτίνα και υψηλές γνωστικές απαιτήσεις, η αυτονομία των εργαζομένων δεν είναι απόλυτη: έχουν περιορισμένο έλεγχο στο ρυθμό, στη σειρά και στη μέθοδο εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Αυτό, σε συνδυασμό με την πολυπλοκότητα των εργασιών, καθιστά το επάγγελμα –προς το παρόν– λιγότερο ευάλωτο στον κίνδυνο αυτοματοποίησης. Αν και ο κίνδυνος της αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας είναι μεγαλύτερος όταν υφίσταται συνδυασμός υψηλής ρουτίνας και χαμηλών προσόντων, οι πρόσφατες εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται ότι μπορούν να επηρεάσουν ως έναν βαθμό το επάγγελμα του δημοσιογράφου, ιδίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν επίσης ότι, στο πλαίσιο της διπλής μετάβασης αλλά και του γενικότερου διαλόγου σε σχέση με την αναντιστοιχία μεταξύ προσόντων και θέσεων, οι ειδικές επαγγελματικές και οι συστημικές δεξιότητες βρίσκονται στον πυρήνα του επαγγέλματος. Οι ερωτώμενοι αξιολογήσαν τις παραπάνω δεξιότητες ως σημαντικές σήμερα και θεωρούν ότι η σημασία τους θα αυξηθεί στο μέλλον. Στο ίδιο πλαίσιο της αναντιστοιχίας και της επάρκειας των δεξιοτήτων, οι δημοσιογράφοι αξιολόγησαν το βαθμό απαίτησης των δεξιοτήτων από τους εργοδότες τους, και προέκυψε ότι οι ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες είναι οι πλέον απαραίτητες για τους δημοσιογράφους, καθώς είναι δεξιότητες που απαιτούν περισσότερο οι εργοδότες.
Συμπερασματικά, οι περισσότερες δεξιότητες των δημοσιογράφων αναμένεται ότι θα αναβαθμιστούν. Πράγματι, η χρήση ψηφιακών μέσων, η χρήση οπτικών μέσων, η ευελιξία και η καινοτομία αναμένεται ότι θα αναβαθμιστούν ή θα ζητούνται περισσότερο στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, ο έλεγχος ορθότητας των πληροφοριών αναμένεται να υποβαθμιστεί, ενώ οι κοινωνικοσυναισθηματικές δεξιότητες και οι συνθέτες διαπροσωπικέςθα παραμείνουν διαχρονικές ως προς τη σημασία τους.
Παρότι οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι δηλώνουν ότι κατέχουν υψηλού επιπέδου δεξιότητες, η επαγγελματική κατάρτιση εξακολουθεί να είναι κυρίως προσωπική υπόθεση. Οι περισσότεροι δεν έχουν πρόσβαση σε εκπαιδευτικά προγράμματα από τον εργοδότη τους, ενώ η μάθηση πραγματοποιείται άτυπα, κυρίως μέσω της εμπειρίας. Από την ανάλυση των δεδομένων συνάγεται ότι η συμμετοχή σε δράσεις κατάρτισης κινείται σε χαμηλά επίπεδα, κάτι που αντανακλά καταρχάς τις επιπτώσεις της πανδημίας. Από την άλλη πλευρά, αποκαλύπτεται και μια έλλειψη ενδιαφέροντος και κινήτρων από μεριάς των εργαζομένων. Αυτή η σχετικά περιορισμένη συμμετοχή εξηγείται από τον περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο, τη δυσκολία να καλυφθούν με ίδια μέσα τα κόστη της εκπαίδευσης και την ανεπαρκή πληροφόρηση. Σημειώθηκε επίσης ότι η χαμηλή συμμετοχή σχετίζεται με την έλλειψη υποστήριξης από την πλευρά των επιχειρήσεων. Προέκυψε επιπλέον ότι η οικονομική συμβολή των επιχειρήσεων σε δράσεις κατάρτισης, και γενικότερα η στήριξη εκπαιδευτικών διαδικασιών από τους εργοδότες, κινείται σε χαμηλά επίπεδα, συνιστώντας αποφασιστικής σημασίας ερμηνευτικό παράγοντα. Ως κίνητρα για τη συμμετοχή των δημοσιογράφων σε εκπαιδευτικά προγράμματα θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν οι επιδοτήσεις του κόστους συμμετοχής και η απαλλαγή από τα καθήκοντα του εργαζομένου κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης.
Η εξέλιξη της δημοσιογραφίας και των απαιτούμενων δεξιοτήτων αποτελεί ένα παράδειγμα του μετασχηματισμού του επαγγελματικού τοπίου υπό την επίδραση της τεχνολογίας. Στο παρελθόν, οι δημοσιογράφοι εξοπλισμένοι με σημειωματάρια και κασετοφωνάκια αντιμετώπιζαν το ρεπορτάζ ως ένα επάγγελμα που απαιτούσε έρευνα πεδίου και προσωπικές συνεντεύξεις. Η δεξιότητα της κριτικής σκέψης ήταν απαραίτητη για την επεξεργασία και παρουσίαση των ειδήσεων με τρόπο που αντικατοπτρίζει την αλήθεια.
Στο παρόν, η ψηφιακή εποχή έχει μεταμορφώσει τη δημοσιογραφία. Οι δημοσιογράφοι σήμερα αντλούν πληροφορίες από ποικίλες ψηφιακές πηγές, χρησιμοποιούν προηγμένα λογισμικά για την επεξεργασία και ανάλυση δεδομένων, και παρουσιάζουν τις ειδήσεις και τις πληροφορίες μέσω πολλαπλών μέσων. Η ψηφιοποίηση και ο αυτοματισμός έχουν αναδείξει την ανάγκη για υψηλά προσόντα και εξειδίκευση στην τεχνολογία, ενώ παράλληλα διατηρούν την αξία της κριτικής σκέψης. Το μέλλον προμηνύεται γεμάτο με ακόμη πιο εντυπωσιακές αλλαγές με την εμφάνιση των AI δημοσιογράφων. Η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται ότι θα αναλάβει σημαντικό μέρος της συλλογής, ανάλυσης, ακόμη και της παραγωγής ειδήσεων. Αυτό σηματοδοτεί μια μετάβαση από την κριτική σκέψη σε μια εποχή όπου οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να διαχειρίζονται και να εποπτεύουν τις προηγμένες δυνατότητες των εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Η συνδυασμένη χρήση της ανθρώπινης δημιουργικότητας και της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης θα ορίσει το νέο πρότυπο στη δημοσιογραφία.
Αν και η ψηφιακή οικονομία αναμένεται να αλλάξει τον τρόπο εκτέλεσης είτε συγκεκριμένων καθηκόντων είτε ολόκληρων επαγγελμάτων, φαίνεται ότι οι δεξιότητες που σχετίζονται με στάσεις, αντιλήψεις και συναισθήματα των εργαζομένων, καθώς και οι συστημικές, σύνθετες διαπροσωπικές δεξιότητες είναι σχετικά δύσκολο να υποκατασταθούν. Εν κατακλείδι, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μιμηθεί τη δημοσιογραφία. Δεν μπορεί, όμως, να μιμηθεί την κρίση, την ενσυναίσθηση και το θάρρος του δημοσιογράφου.
1 Το άρθρο βασίζεται στην έκθεση που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Υποέργου 2 «Δράσεις διάγνωσης, παρακολούθησης και ανάλυσης εξελίξεων και μεταβολών δεξιοτήτων επαγγελμάτων/ειδικοτήτων – Β΄ Κύκλος» της Πράξης με τίτλο «Παρεμβάσεις για την ενίσχυση της εργασίας, των επαγγελμάτων και τη συστηματική παρακολούθηση των μεταβολών του παραγωγικού περιβάλλοντος» με κωδικό ΟΠΣ 5043320 το οποίο υλοποιείται μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία».
Photo by Sergey Zolkin on Unsplash
Πηγή: epohi.gr

Χριστίνα Παρασκευοπούλου. Πλέον, η ταχύτητα της πληροφορίας ξεπερνά κάθε προηγούμενο και ο ρόλος των δημοσιογράφων αλλάζει ριζικά.