Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014 05:54

Ο Μίμης ήταν ο σύντροφος από το μέλλον

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πέφτει η χούντα κι ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, μα όχι κατά την πασίγνωστη εκδοχή του Ησίοδου, αλλά την μεταγενέστερη κατά δύο αιώνες εκδοχή του Αισώπου. Όπου δηλαδή, με το άνοιγμα του κουτιού, που στην πραγματικότητα ήταν πιθάρι, όλα τα καλά που περιείχε πέταξαν στον ουρανό και ξαναγύρισαν στους θεούς κι έμεινε στον πάτο για τους ανθρώπους μόνο η ελπίδα.

 

Τα ελπιδοφόρα λοιπόν εκείνα πρώτα χρόνια, εικόνες σοβαρών ανταρτών με σταυρωτά φυσεκλίκια πρόβαλλες στις οθόνες του μυαλού σου και δεν υπήρχε στις φαντασιώσεις του θέση για οτιδήποτε άλλο. Έτσι, όταν σε κάποιες κουβέντες με παλιούς Λαμπράκηδες γινόταν αναφορά στην προχουντική «Επιθεώρηση Τέχνης» και λόγος για κάποιον Μίμη Δεσποτίδη, από το ένα αυτί σου έμπαιναν τα ονόματα αυτά και από το άλλο σου έβγαιναν.

Με τα χρόνια και διευρυνόταν και μετατοπιζόταν το κέντρο βάρους των ενδιαφερόντων σου μέσα από ένα πινγκ πονγκ με την άπαιχτη πραγματικότητα, που η ελπίδα ότι θα την κερδίσεις τρεμόσβηνε ακόμα κι όταν πολλές φορές έχανες το μπαλάκι ή δεν είχες ρακέτα. Κι αυτές οι αλλαγές αφορούσαν και στα θέματα της αριστεράς. Διάλεγες λοιπόν τότε, ν’ακούσεις, να διαβάσεις και να συνομιλήσεις με άλλες φυσιογνωμίες που έβλεπαν τα πράγματα μ’ένα λοξό βλέμμα, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις ανεπάρκειες της αριστεράς, αλλά παράλληλα προσπαθούσαν ν’ανοίξουν νέα μέτωπα και μονοπάτια με σκέψεις χειροποίητες κι ανορθόδοξες. Την περίοδο αυτήν ο Δεσποτίδης τράβηξε την προσοχή σου κι έμαθες κάποια πράγματα γι’αυτόν τον άνθρωπο από την Αμοργό. Όλοι όσοι μιλούσαν γι’αυτόν και για την σχέση που είχαν μαζί του, έλεγαν τα καλύτερα λόγια. Να, λόγου χάρη ο Θεοδωράκης στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας σε μια παρουσίαση ενός βιβλίου για τη δεκαετία του ’60, ανάμεσα στα άλλα είχε πει και το εξής: « … ο Μίμης δεν ασχολιόταν με τον εαυτό του. Έφτιαχνε ανθρώπους και ήταν αυτός για μένα ένας από εκείνους τους αριστερούς που με ενέπνευσαν με τη στάση της ζωής τους και με την ιστορία τους ».

Ο Δημήτρης Δεσποτίδης λοιπόν, ήταν ο θρυλικός Πέτρος, ο αρχηγός της ΕΠΟΝ Αθήνας. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 έως το ’67 ήταν η ψυχή του εκδοτικού οίκου «Θεμέλιο» και του περιοδικού «Επιθεώρησης Τέχνης» και τα δύο κάτω από την σκέπη της ΕΔΑ. Το περιοδικό, όπως μας λέει και το όνομά του, είχε στο κέντρο της προβληματικής του την τέχνη και τον πολιτισμό. Ιδιαίτερα το περιοδικό πολεμήθηκε άγρια, τόσο από το επίσημο κράτος όσο και από τους κολλημένους και συντηρητικούς κύκλους της αριστεράς που κατείχαν ηγετικές θέσεις. Από το ’63 και μετά το πάθος και η ζωντάνια των Λαμπράκηδων έδωσαν νέα ορμή και προσανατολισμό στο περιοδικό. 146 τεύχη κυκλοφόρησαν από το 1954 έως το 1967, ενώ το 147ο καταστράφηκε από την χουντική ασφάλεια στο τυπογραφείο.

Κατά κοινή ομολογία η «Επιθεώρηση Τέχνης» ήταν ο κηπουρός στον οποίο οφείλεται η μεγάλη ανθοφορία της τέχνης και των γραμμάτων με επίκεντρο τον χώρο της αριστεράς. Μια ανθοφορία που τα άνθη της μοιράστηκαν απλόχερα σε ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνικού λαού που τα αγάπησε και τα έβαλε στο σπίτι του. Μαζί με τον εκδοτικό οίκο «Θεμέλιο», αποτέλεσαν τους δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η πνευματική ηγεμονία της αριστεράς εκείνη την εποχή.

Το ανοιχτό μυαλό του πλέον γλυκομίλητου καθοδηγητή Δεσποτίδη, η μαχητικότητά του, οι γνώσεις του, οι ευαισθησίες του και η ικανότητά του να οσμίζεται τα ταλέντα από μακριά και να τα ενθαρρύνει, ήταν τα στοιχεία εκείνα που έλκυαν επώνυμους κι ανώνυμους δημιουργούς γύρω από το περιοδικό και το βιβλιοπωλείο Θεμέλιο. Οι άνθρωποι αυτοί στήριξαν μαζικά τους δύο αυτούς πυλώνες σε εθελοντική βάση κι έδωσαν μάχες για να μπορέσουν να αντέξουν στις διώξεις και τις διάφορες πιέσεις.

Είναι κοινός τόπος πια πως δεν φτάνουν μόνο οι συνθήκες μιας εποχής και οι αναζητήσεις της για να εκφραστεί σε όλο το βάθος το πνεύμα της. Απαραίτητοι είναι και εκείνοι οι άνθρωποι που θα αυτοσχεδιάσουν πάνω στα μοτίβα της καινούργιας χαράς και θα γίνουν ένα με το νεογέννητο. Ο Δεσποτίδης μαζί με μια ομάδα φωτισμένων συντρόφων του όπως οι Δημήτρης Ραυτόπουλος, Κώστας Κουλουφάκος, Γιάννης Χαΐνης, Στάθης Δρομάζος, Τίτος Πατρίκιος,

Φίλιππος Ηλιού,

υπήρξαν από τους πρωτεργάτες της λεγόμενης "πολιτιστικής άνοιξης" της ελληνικής Αριστεράς. Μιας άνοιξης που χρωμάτισε κι αρωμάτισε την ειρηνική επανάσταση που ξεδιπλώθηκε στις πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας εκείνα τα χρόνια. Αυτής που έσπασε το μετεμφυλιακό κλίμα τρομοκρατίας που υπήρχε, ανοίγοντας τους ορίζοντες τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτής που φανερώνονταν στους αγώνες και στις πρωτοβουλίες που έφερναν κοντά τους ανθρώπους και έδινε ευκαιρίες στον καθένα για να εκφράσει τα καλύτερα στοιχεία του. Δυστυχώς, από την μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα, η αριστερά έτρωγε από τα έτοιμα, ανακύκλωνε παλιές και εισαγόμενες συνταγές και δεν κατάφερε να ηγεμονεύσει πάλι με νέες σημαντικές δημιουργίες και κινήσεις στον πνευματικό χώρο της πατρίδας μας.

Μίκης Θεοδωράκης, μιλώντας το 1999 για λίγο μετά την απελευθέρωση: " Έτσι αρχίζει ένας νέος κύκλος φιλίας. Ένα τρίγωνο θάλεγα. Δεσποτίδης (Πέτρος) – Μιχάλης Κατσαρός- κι εγώ. Ο Πέτρος είναι ο Διαφωτιστής στην ΕΠΟΝ Αθήνας. Εγώ Β' Γραμματέας και υπεύθυνος εκπολιτισμού.

Μια μέρα ο Πέτρος μου λέει

-Έχουμε ένα νέο συνθέτη από το Παγκράτι. Ζητάει να παιχθούν τα έργα του από την Χορωδία της ΕΠΟΝ (που την διηύθυνα εγώ). Θέλεις να τον συναντήσεις;

Την άλλη μέρα, μεσημεράκι, η Λέσχη της ΕΠΟΝ (Ακαδημίας και Κριεζώτου) είναι σχεδόν άδεια. Στο βάθος, στον πάγκο, κάθεται ένα χλωμό, αδύνατο παιδί. Κρατάει κάτι χαρτιά στα χέρια του. Τον πλησιάζουμε κι ο Πέτρος μας συστήνει:

-Ο συναγωνιστής Μίκης, ο συναγωνιστής Μάνος

Βιργινία Βασιλείου, 1946. Δικάστηκα από έκτακτο στρατοδικείο, με ανυπόστατες κατηγορίες, μαζί με πολλούς συγκατηγορούμενούς μου ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο Μίμης Δεσποτίδης, σχεδόν παράλυτος από τα βασανιστήρια.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στο καινούργιο  βιβλίο του «Μορφές συνέχειας και ασυνέχειας». Το 1961 ερχόμουν βαθμιαία κοντά στον κόσμο της ΕΔΑ, που εξέφραζε τον νέο κόσμο που ανέτελλε. Έτσι προσφέρθηκα να βοηθήσω στην οργάνωση των εβδομάδων «Σύγχρονης Σκέψης» που επέτρεψαν δημόσια την εμφάνιση μιας νέας προβληματικής – εκεί πρωτοεμφανίστηκε κι ο Νίκος Πουλαντζάς. Έτσι γνώρισα τον Μίμη Δεσποτίδη, που με σφράγισε από την πρώτη μέρα με την γοητευτική προσωπικότητά του, την άτεγκτη κι ανυποχώρητη ειρωνεία του και την ακαταμάχητη προσήλωση στις ιδέες του. Από το 1963 το «Θεμέλιο» λειτούργησε ως πόλος έλξης για όλους όσους οραματίζονταν την οριστική ρήξη με το ασφυκτικό μετεμφυλιακό καθεστώς. Πολύ περισσότερο από εκδοτικό οίκος ή βιβλιοπωλείο υπήρξε μια όαση διακίνησης ιδεών και προτάσεων για εκείνο – που – δεν – υπήρχε – ακόμα…..

Μιλάει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, φέτος για το 1965 : Το χρονικό του Μαουτχάουζεν ετοιμάζεται για έκδοση στα τυπογραφεία της εταιρείας Θεμέλιο. Ο αξέχαστος Μίμης Δεσποτίδης, ο διευθύνων την εταιρία, είχε μια ιδέα που την ασπαστήκαμε αμέσως και ο Μίκης Θεοδωράκης, και εγώ: να γραφτούν μια σειρά τραγούδια και να γίνουν δίσκος που θα κυκλοφορήσει ταυτόχρονα με το βιβλίο. Έτσι κι έγινε. Τι ωραία και δημιουργικά ανύποπτοι που ήμασταν τότε.

Μιλάει  ο Βασίλης Ραφαηλίδης το 1992 : «Χρωστώ το ότι έγινα κινηματογραφικός κριτικός στον Δεσποτίδη. Όταν γίναμε φίλοι άρχισα να του διηγούμαι ιστορίες με αγρίους ( Έλληνες). Του άρεσαν και ήθελε να τις εκδώσει το «Θεμέλιο». Το 1965 του υποσχέθηκα πως θα στρωθώ να τις γράψω. Και εκπληρώνω την υπόσχεσή μου 25 χρόνια μετά, κάπου δέκα χρόνια μετά την αυτοκτονία του Μίμη. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που δεν μπόρεσε ν’αντέξει το σχίσμα της Αριστεράς, αλλά και πολλούς από τους ηγέτες της που είχαν επιβληθεί και στα δύο κομμάτια της από την μεταπολίτευση και μετά. Μα αν δεν αυτοκτονούσε τότε, θ’αυτοκτονούσε σήμερα. Πώς να ζήσεις με δολοφονημένα τα ιδανικά σου;

Μιλάει η Άλκη Ζέη,  2012 : Έβρισκα παρηγοριά κι ελπίδα στο Θεμέλιο με τα βιβλία , με τα σχέδια του Δεσποτίδη. Ήταν ο δικός μας «Πέτρος της ΕΠΟΝ». Όσοι πέρασαν από την ΕΠΟΝ σίγουρα δεν ξέχασαν το χαμόγελό του. Μας έχει λείψει τα δύσκολα χρόνια που ζούμε, γιατί με το γέλιο του θα μας έδινε ελπίδα.

Στο καινούργιο βιβλίο της κας. Ζέη « Με μολύβι φάμπερ Νο 2», όπου ξεδιπλώνει τα παιδικά και νεανικά της χρόνια μέχρι το ’45 όπου παντρεύτηκε τον Σεβαστίκογλου, μας δίνει και μία πινακοθήκη ανθρώπων που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην μεταπολεμική Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Δεσποτίδης. 

Μιχάλης Γκανάς, 2012 : Ήρθα το ’62 από το χωριό μου της Θεσπρωτίας στην Αθήνα. Δεν ήξερα κανέναν ποιητή, κανέναν συγγραφέα. Από αγρίμι που ήμουν άρχισα να διαβάζω κι αυτό το οφείλω στους συγγραφείς και τους εκδότες. Τα καλύτερα μου χρόνια μπήκα σ' έναν κόσμο ιδεαλιστών, που απαρτίζονταν πχ. από τον Δεσποτίδη του Θεμέλιου, τον Φίλιππο Βλάχο των εκδόσεων Κείμενα, την Νανά Καλιανέση του Κέδρου, τον Χατζόπουλο των εκδόσεων Κάλβος. Υπήρχε τότε ένας ενθουσιασμός και όσο κι αν ακούγεται κοινότοπο, είχαμε πίστη σε έναν καλύτερο κόσμο. Κατεβήκαμε στους δρόμους, πιστέψαμε, ματώσαμε. Εύχομαι τα νέα παιδιά να σηκώσουν τα μανίκια και να κάνουν κάτι γι αυτό τον τόπο και για όσους αγωνίστηκαν τόσο πολύ.

Βασίλης Βασιλικός, Παρίσι, 1973 :  Ο Μίμης Δεσποτίδης ήταν ο πνευματικός μου ταγός που με μύησε στον Μαρξισμό. Μεγάλη προσωπικότητα της αριστεράς και συνιδρυτής του Θεμέλιο. Οι πιο πολλοί από την αφρόκρεμα της διανόησης ήθελαν να εκδώσουν στο Θεμέλιο τα βιβλία τους. Τον συναντούσα συχνά στο Παρίσι, όπου από το ’67 και μετά ζούσε εδώ ως αυτοεξόριστος. Ο ίδιος, το 1981 λίγο μετά που έφυγε από τη ζωή στα 55του ο Μίμης : «Ο Δεσποτίδης στάθηκε για μένα και για ολόκληρη τη γενιά μου ο άνθρωπος που μας άνοιξε παράθυρα στον κόσμο. Και σαν τον Σωκράτη έτσι κι αυτός δεν έγραψε ούτε μία γραμμή. Μιλώντας όμως σε συνέπαιρνε, σε γοήτευε, σου άνοιγε τους ορίζοντες, πλάταινε τον κόσμο». "...Όσο για τη συμπεριφορά των συντρόφων του, μου είχε πει πέρσι ότι τον είχαν πικράνει πολύ. Τον είχαν κάνει να πίνει, ένας άνθρωπος που δεν είχε βάλλει γουλιά στο στόμα του".

Μίμης Ανδρουλάκης, 1978, φτάσαμε με τον Μίκυ στο σπίτι του Χατζιδάκι όπου πριν από λίγες ώρες είχε πεθάνει η μητέρα του: Στη Ρηγίλλης αγκαλιάζονται με τον Μάνο και ύστερα πάμε οι τρεις μας στο κουζινάκι για κονιάκ. Αρχίζει ο Μάνος: “Θυμάσαι Μίκη, θυμάσαι τον υπέροχο Μίμη τότε που μας τα «έφτιαξε» και που μας αγαπάει και τους δύο το ίδιο; Θυμάσαι τον άλλο σύντροφο που σκοτώθηκε δίπλα μας;”. Σε λίγο τους παίρνουν τα κλάματα κι αρχίζουν να λένε αντάρτικα και επονίτικα τραγούδια. Με τη μάνα του Μάνου δίπλα πεθαμένη».

Αφορμή για να αναφερθούμε στον Δεσποτίδη ήταν μία συνέντευξη του συγγραφέα Θανάση Σκρουμπέλου που δημοσιεύτηκε στην Αυγή της 19/1/14. Η συνέντευξη έγινε εξ αιτίας της κυκλοφορίας του νέου βιβλίου του Σκρουρμπέλου με τίτλο «Το δίκοχο του Μίμη», όπου Μίμης είναι ο Δεσποτίδης, ο σύντροφος από το μέλλον, όπως τον αποκαλεί ο Σκρουμπέλος. Και διαλέξαμε μία εμβληματική φυσιογνωμία να προβάλλουμε, διότι συμφωνώ με όλους εκείνους που έχουν την γνώμη, ότι δεν αρκούν μόνο οι ιδέες και οι αξίες για να μπορούν να αντέχουν μέσα σ'αυτούς που τις πιστεύουν. Πάνω απ'όλα σ'αυτά τα θέματα πίστης, παίζουν ρόλο οι άνθρωποι που τις ασπάζονται και οι τρόποι που τις κάνουν πράξη. Πατώντας   εδώ     θα σας εμφανιστεί η συνέντευξη αυτή.

Το 1994 κυκλοφόρησε ο δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου «Μη πετάξεις τίποτα». Ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του δίσκου ήταν το «Είδα τη Σούλα και το Δεσποτίδη».  Πατώντας      εδώ        μπορείτε να το ακούσετε, ενώ οι στίχοι ακολουθούν. Η Σούλα είναι η δημοσιογράφος Αλεξανδροπούλου που είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν. Ο Δεσποτίδης είχε βοηθήσει τον Σαββόπουλο σε κάποιες δύσκολες στιγμές του και είχε σταθεί στο πλάι του όταν του επιτίθονταν από τ'αριστερά οι θρονιασμένοι.

Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη, 

στο όνειρό μου τους είδα ζωντανούς

κι άστραψε το όνειρο σαν δαχτυλίδι
που ήρθε να ντύσει πάλι τους γυμνούς.

Ανησυχούσα μην καταλάβουν
πως ήταν πεθαμένοι από καιρό
το ανεμιστήκαν· και για να με προλάβουν
με πλύναν μ’ ένα γέλιο καθαρό.

Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη μου αίφνης;
Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά
που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης
με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά.

Ένα κουβούκλιο μου `χαν κατεβάσει
πλάι στο τριφύλλι, σε γήπεδο βαθύ
φωνές και κόρνες είχαν σωπάσει
στον Υμηττό είδα φως τριανταφυλλί.

Είδα τους φίλους, τα πρόσωπα όλα, 
την Ιπποκράτους, τη θάλασσα μακριά, 
τα σκαλοπάτια του Αϊ Νικόλα, 
καρέκλες άδειες στο υπαίθριο σινεμά.

Κι είδα ένα τέλος στο σινεμά τους
στο μαξιλάρι μου έκλαψα βαθιά, 
τα πρόσωπά μας, τα ονόματά μας, 
πόση προσπάθεια, πόση μοναξιά;

Και τι ιδρώτας απ’ τη μεριά μου
μες στων ονείρων τις αόρατες κλωστές...
όταν ανοίξανε τα βλέφαρά μου
στο στόμα πλάι μου ακόμα ήταν υγρές.

Φιλί και σάλιο από μετάξι
σαν σκουληκάκι στα φύλλα της μουριάς
που έγινε νύμφη για να πετάξει
μέσα στου ήλιου τα εκατομμύρια φλας.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014 19:07
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση