Κυριακή, 16 Ιουνίου 2024 18:43

Λιάζονται οι μπάμιες. Με λίγο ξύδι και χοντρό αλάτι, του Yorgos Kyriakopoulos, από το fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kyriakopoylos3Ιούνιος. Ο μήνας που κάθε πιτσιρίκι της γενιάς μου μισούσε, επειδή έπρεπε να φάει μπάμιες. Το φριχτό αυτό ζαρωμένο δάχτυλο με τις μίξες. Κι όμως, εγώ θυμάμαι με νοσταλγία τη γιαγιά μου και τον παππού μου να με παίρνουν στην Αίγινα, στις πρώτες διακοπές του προσχολικού καλοκαιριού. Κι εκείνοι να κάθονται λίγο πριν το μεσημέρι στη σκιερή πλευρά του σπιτιού με τα γυαλιά τους και τα βιβλία τους ή τις παλιοκαιρισμένες εφημερίδες τους, να ακούν το Τρίτο Πρόγραμμα από ένα μαύρο τρανζιστοράκι, να σηκώνονται που και που, εκείνος γιά μιά βόλτα στο αμπέλι, να διορθώσει το ψαθάκι του σκιάχτρου ή να χαϊδέψει ένα άγουρο τσαμπί,

εκείνη γιά μιά βόλτα στην κουζίνα, να επιβλέψει αν τα λαμπόγυαλα γυαλίστηκαν καλά, αν ο πάγος στο ψυγείο έχει ακόμη λίγη διάρκεια ζωής, αν τα αμυγδαλωτά του Καραγιάννη είναι σωστά αποκλεισμένα από τα μυρμήγκια, αν η Ασημίνα ή η Άννα ή η Σταματούλα ή η Χριστίνα ξεφλούδισαν τις ντομάτες και ψιλόκοψαν τα κρεμμύδια.

Και μετά μιά βόλτα από το μπροστινό πεζούλι, όπου στο μεγάλο στρογγυλό ταψί, που ζεματούσε ήδη στον μεσημεριάτικο ήλιο, ξεραίνονταν οι μπάμιες πριν μαγειρευτούν. Οι δικές μας δεν είχαν "μίξες". Και τρελαινόμουνα γι αυτές.

Ήταν κι εκείνη η βόλτα που είχε προηγηθεί νωρίς το πρωί, όταν κατεβαίναμε με τον παππού με τα πόδια στο χωριό από τον κάτω σκιερό δρόμο και μου απήγγελε τα αγαπημένα του ποιήματα, από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου μέχρι το "Ένας Γέρος" του Καβάφη, με μιά αγωνία μπας και δεν ακονίσει την καλαισθησία μου όσο πρέπει. Και περνάγαμε την μοναχική κολώνα και κατηφορίζαμε την τελευταία ευθεία, τινάζοντας τα παπούτσια μας από το αργιλόχωμα που ήταν παχύ σαν πούδρα στο σημείο εκείνο. Μιά ερώτηση στο σινεμά Γλάρος "τι παίζει απόψε;" κι έπειτα μιά στάση στου Μαλτέζου γιά κεφαλοτύρι και κανένα όσπριο γιά την επομένη, μιά καλημέρα στον "Κολγκέϊτ" και την αδελφή του την "δεσποινίδα Βαρβαρούλα" γιά μισό κιλό κιμά, μιά στάση στο τηλεφωνείο γιά ειδήσεις μας σε γονείς και φίλους, μιά επόμενη στάση στου Γιώτη γιά την χθεσινή εφημερίδα και το Ραδιοπρόγραμμα, μιά περασιά από τα μανάβικα γιά κανένα κολοκυθάκι με τον ανθό του ή καμμιά ώριμη ζουμερή ντομάτα και κανένα μεθυστικό πεπόνι κι έπειτα, με το δίχτυ γεμάτο καλούδια, στο αμαξάκι του μπαρμπα-Σεραφείμ γιά την επιστροφή από τον πάνω δρόμο, με την απαραίτητη στάση στον φούρνο γιά μοσχομυριστό ζεστό ψωμί.

Πώς να μη λατρεύω τις μπάμιες...

Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση