Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013 16:14

Για την ομορφιά με ποτά στην Αφροδίτη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ήμασταν μια φορά κι ένα καιρό στο μπαρ Αφροδίτη, μία από αυτές τις τρύπες όπου παραδόξως νοιώθεις ασφαλής. Εκτός από εμάς, τους εφτά υπέροχους φίλους, είχαν απομείνει ακόμη τρεις χαμηλόφωνες παρέες και δυο μόνοι τους που κουτσόπιναν στην μπάρα. Ο μπάρμαν είχε από ώρα ανοίξει παρτίδες με το εντός του άπειρο.

 

 Ακουγόταν μια ανάλαφρη και σε χαμηλούς τόνους μουσική που μαζί με τους απαλούς φωτισμούς μας κρατούσε χαλαρούς και στην επιφάνεια. Το καλό σ’εμάς ήταν πως ο καθένας είχε την άνεση να χάνεται στον κόσμο του, δίχως να δημιουργείται  πρόβλημα στην παρέα. Όταν επέστρεφε στις αστειότητες και στα  μπούρου μπούρου του τραπεζιού ήταν καλοδεχούμενος. Ένα κλίμα ευφρόσυνο, δίχως κινητά, ήταν ένα κι ένα για το νυχτερινό κρύο που έκανε έξω. Μετά τα σφηνάκια παραγγείλαμε και ποτά κι εγώ διάλεξα ένα στην τύχη, που ούτε το θυμάμαι πια. Μου άρεσε η γεύση του, αλλά καρφώθηκα στο χρώμα του, μια απόχρωση του γαλάζιου. Και τότε ήρθε στο το μυαλό μου μια σκηνή από τα πολύ παιδικά μου χρόνια.

Τότε λοιπόν, μου είχε αγοράσει η μάνα μου κάτι γαλάζια λουστρινέ παπουτσάκια, ένα χρώμα που δεν ήταν συνηθισμένο. Επειδή ξεχώριζαν κι έκαναν εντύπωση πολλοί μου έλεγαν «αχ, τι ωραία γαλάζια παπουτσάκια που φοράς Λάκη» κι εγώ σήκωνα και τέντωνα μπροστά το ποδαράκι μου και χαμογελούσα ευχαριστημένος. Όταν κάποια στιγμή δεν μου έκαναν πια, επέμενα με πείσμα να μου ξαναπάρει η μάνα μου γαλάζια παπουτσάκια. Το είχα πιστέψει κι εγώ πως ήταν όμορφα, που μπορεί και να’ταν. Το ίδιο μου έχει συμβεί και με την Ακρόπολη όπως και με την Άγια Σοφιά, με τον Ζορμπά και με τον Καζαντζίδη, αλλά όχι με το Πήλιο, με τους Ρόλλινγκ Στόουνς, με τον Ελεφάντη, με τον Βαμβακάρη, ή τον Γκοντάρ. Κάπως έτσι κατέληξα πως όλα όσα τα βρήκα ωραία στη ζωή μου δεν μου τα φόρεσαν καπέλο οι προηγούμενοι. Κάποια από αυτά, στο περίπου, τα διάλεξα εγώ. Όσο για τα καπέλα δεν τα απόρριψα, τα ξαναδοκίμασα αργότερα αλλιώς και όποια μου πήγαιναν τα κράτησα.   

Και να ένα αίσθημα που μας γεννάει η ομορφιά όταν την συναντούμε στην φύση, σε πράγματα και σε ανθρώπους Νομίζω λοιπόν, πως όλοι όταν βλέπουμε κάτι που το θεωρούμε όμορφο ευχαριστιόμαστε, μας κατακλύζει η αρμονία μιας θείας ταραχής  και συνήθως θέλουμε να το κατακτήσουμε, να το κάνουμε δικό μας. Η όποια συζήτηση που γίνεται χιλιετίες σχετικά με την ομορφιά νομίζω πως προκύπτει βασικά για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αυτονόητος, δηλαδή η ασυμφωνία των ανθρώπων για το ποιο είναι όμορφο και ποιο πιο όμορφο ( εγώ ή η Χιονάτη ;). Οι συγκρίσεις γίνονται είτε πρόκειται για ανθρώπους, είτε για έργα της φύσης ή των ανθρώπων. Οι απόψεις αμέτρητες και η κλιμάκωση ανεξάντλητη. Όμως πως γίνεται και μέσα από μυστήριες διαδρομές, κατά εποχές και κοινωνίες, συνήθως δημιουργούνται συγκλίσεις και προκύπτουν συμφωνίες και πλειοψηφικές και μειοψηφικές; Αυτό δεν σημαίνει πως κάποια στοιχεία της ομορφιάς είναι σχεδόν αντικειμενικά;

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το αντικείμενο της ομορφιάς. Τα δύο άκρα στην περίπτωση αυτή είναι αυτοί που την ψάχνουν παντού και οι άλλοι που την εντοπίζουν σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να απολαμβάνουν τα σχήματα, τα χρώματα και τις κινήσεις των σύννεφων και άλλοι που δεν τους λέει τίποτα ο ουρανός κι ότι κυκλοφορεί σ’αυτόν. Άλλοι παθαίνουν με τον τρόπο που εκφράζεται ένας ομιλητής κι άλλοι τους αγγίζει ελάχιστα η προφορική έκφραση. Κάποιοι εκστασιάζονται ακούγοντας ένα τραγούδι, όπως εγώ στα δεκαοχτώ μου με τον «Μπάλλο» του Σαββόπουλου και για άλλους η μουσική, στην καλύτερη περίπτωση, είναι απλώς διακοσμητική. Και υπάρχουν πάντοτε αρκετοί που βρίσκουν ομορφιά και σ’ένα φόρεμα και σε μια πλατεία, και σε έναν άνθρωπο και σ’ένα φίλμ και σε μια καρέκλα και σ’ένα φαγητό και σε μία παραλία, και σε ένα μονοπάτι και σ’ένα βιβλίο και σε μια εξίσωση και σ’ένα λουλούδι, και σε μια νιφάδα και σ’ένα άλμα και σε μια πασχαλίτσα και σε μία τρίπλα και παντού.

Μέσα σ’αυτό το πολυπληθές σύνολο συναντάς και αντιφάσεις, παράξενες αντιδράσεις και αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές. Πιθανόν να έχετε γνωρίσει άτομα που τους τρέχουν τα σάλια βλέποντας ένα αμάξι, φτάνοντας μερικοί να το αποκαλούν «κούκλα μου» και δεν τους λένε τίποτα έργα με θέμα τα αμάξια, ή άλλοι που νοιάζονται τόσο για κάποια ζώα λες κι είναι άνθρωποι, αλλά  πίνακες, γλυπτά, ταινίες ή βιβλία που μιλούν γι’ αυτά τους αφήνουν παντελώς αδιάφορους. Πολλές φορές κάποιες χειρονομίες και κινήσεις ανθρώπων που έχω συναντήσει τις έχω βρει υπέροχες, μα όταν παρόμοιες τις έχω δει να τις κάνουν άλλοι δεν μου λένε τίποτα. Μου έχει μιλήσει φίλος με θαυμασμό για μία σκάλα, αλλά ιδιαιτέρως για τα δυο τρία πρώτα υπέροχα σκαλιά της που μάλλον κανείς δεν τα έχει προσέξει. Πολλοί συνδυασμοί, που εύκολα μας οδηγούν στο συμπέρασμα της κυριαρχίας της υποκειμενικότητας ως προς το τι και ποιο θεωρούμε ωραίο. Τέλος, ανάμεσα σ’αυτά που οι ειδικοί θεωρούν ωραία και σ’αυτά που αρέσουν στην πλειονότητα των κοινών ανθρώπων, πάντα βρίσκουν χώρο και κάνουν χοντρό παιχνίδι και οι έμποροι. Έτσι ο καθένας μας μπλέκεται σ’αυτό το τριπλό δίχτυ, που αν είναι τυχερός, ανοιχτός κι αγνός μπορεί και να ξεφύγει διαμορφώνοντας την προσωπική του άποψη για το τι του αρέσει και τι όχι.

Αυτό που έχω καταλάβει με τα χρόνια  είναι, η ας πούμε, κοινότυπη άποψη, ότι το τι θεωρεί ο καθένας όμορφο εξαρτάται πάρα πολύ από το πως αυτός βιώνει τη ζωή. Το τι έχει ζήσει, ποια είναι η παράδοσή του, ποιες είναι οι εμπειρίες του και πως τις αξιολόγησε, τι έχει περάσει, τι περνάει και πως, που το πάει και τι ψάχνει, όλα αυτά συγκροτούν ασυνείδητα μία βάση, που για τον καθένα είναι εν πολλοίς και τα κριτήριά του για την ομορφιά και τη λίστα αυτής. Αλλά είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσεις τα ρυάκια που τα διαμόρφωσαν. Άντε να εξηγήσεις τους λόγους για τις οποίους σε ταράζει αυτή η κοκκινομάλλα και δεν σε αγγίζει η εξ ίσου όμορφη μελαχρινή, που τρελαίνει όμως τον φίλο σου με τον οποίον μεγαλώσατε μαζί. Κι αυτό γιατί όπως προείπα είναι σα να δουλεύει μέσα μας και σχεδόν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας και τη θέλησή μας, μια αόρατη δύναμη που διαμορφώνει τα γούστα μας καθώς τα συναισθήματα και τις σκέψεις που συνδέονται μ’αυτά.  Ίσως, λοιπόν, γι’αυτό το λόγο, των θεμελίων δηλαδή της εμπειρίας που μέσα σ’αυτήν περιλαμβάνονται και οι συναντήσεις με το κυρίαρχο ωραίο του περίγυρου και της κρατικής παιδείας, να είναι πολύ δύσκολο να πείσει ένας χ κάποιον ψ για κάτι που ο χ το θεωρεί όμορφο και ο ψ ή αμφιβάλλει ή δεν του μιλάει με τον τρόπο και την ένταση που επιδρά στον χ, όσα καλά επιχειρήματα κι αν αραδιάζει αυτός ο χ.

Υπάρχουν κάποια, έστω και αμφιλεγόμενα κριτήρια που να είναι όμως αποδεκτά σ'ένα ευρύ κοινό για την κρίση του ποιο αντικείμενο, έργο ή έμβιο ον είναι όμορφο; Αν πρόκειται για έργο τέχνης, πάντα μετράει φυσικά η αποδοχή και η αναγνώριση του καλλιτέχνη που το φιλοτέχνησε από ένα μέρος των σπουδαίων ομότεχνών του καθώς και τα βραβεία που κέρδισε.

Υποθέτω πάντως ότι οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν πως η εμβέλεια της επίδρασής του όμορφου, τόσο σε κάποιο κοινό όσο κι ανάμεσα στα είδη που ανήκουν στην ίδια κατηγορία μ’αυτό, η διάρκεια της αποδοχής του μέσα στο χρόνο, η πραγματική και συμβολική θέση που κατέχει σε πολιτισμούς πέρα από αυτόν που το γέννησε,είναι κάποια κριτήρια που μπορεί να δίνουν στην ομορφιά ένα μέτρο αντικειμενικότητας, που φυσικά πάντα είναι υπό αίρεση. Όπως επίσης έχουμε μάθει και από την εμπειρία μας, αυτό που εμείς σήμερα  βρίσκουμε όμορφο δεν αποτελεί εγγύηση ότι και αύριο θα μας πλανεύει. Παλιά τρελαινόμουνα για τον Ελύτη, τον Χριστιανόπουλο και τον Μπρέχτ. Τώρα όχι και τόσο. Να λοιπόν, που πέρα από την εποχή, φαίνεται πως παίζει ρόλο και η ηλικία. Έτσι, σχετικά με τις επιλογές που κάνει ο καθένας μας μέσα στο κάδρο της εποχής του κι αν περιοριστούμε σε καλλιτέχνες, ο Μπαχ και ο Σοφοκλής, η Ντα Βίντσι κι ο Πικάσο, ο  Σαίξπηρ και ο Χίτσκοκ μπορεί και να πάψουν μετά από χρόνια ή αιώνες να θεωρούνται  τόσο εξαιρετικοί και αξεπέραστοι. Ή μπορεί να εξακολουθούν να βρίσκουν πανέμορφα τα έργα τους οι απόγονοί μας, αλλά για διαφορετικούς λόγους από τους σημερινούς. Να πούμε και το πιο γνωστό ακραίο. Του Ελ Γκρέκο, σχεδόν για τρεις αιώνες, κανείς σ’όλον τον κόσμο  από όλους αυτούς που είχαν αλισβερίσι με πίνακες και ζωγράφους δεν τον ήξερε. Και το άλλο πασίγνωστο, που όσο ζούσε ο Βαν Γκόγκ η ζωγραφική του περνούσε απαρατήρητη και πολύ αργότερα οι άνθρωποι αισθάνθηκαν τη δύναμή της. 

Εκείνη τη στιγμή η διπλανή μου με γείωσε στο τραπέζι μας λέγοντάς μου « ρε συ τι απαίσιο ποτό πίνεις;» Αχα, είπα από μέσα μου, εδώ ήρθαμε. Να σε ρωτήσω κάτι καλή μου, για πες μου, σ’αρέσει ο Μπράντ Πητ; Όμορφος άντρας είναι, ξεχωρίζει, μου απαντάει. Αυτό που μου έβγαζε όταν ήταν πιο νέος, ήθελα να ήταν γιός μου. Αλλά σαν ηθοποιός λίγα πράγματα και για το λόγο αυτό δεν ήθελα να ήταν γιός μου. Όσο για τα κοινωνικά που κάνει με την κουκλάρα τη γυναίκα του, εντάξει, τι να πούμε, νοιάζονται για κάποια πράγματα κι αυτό μετράει υπέρ τους. Εγώ στη θέση τους, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι θα έκανα για αυτούς που βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Αυτά που είπε η διπλανή μου με βοήθησαν να σκεφτώ πως για την ομορφιά, πέρα από αυτό που κρίνουμε εμείς ως θεατές, παίζει ρόλο κι ο δημιουργός τους, η εποχή αλλά και η κοινωνία, που όλα αυτά περνούν μέσα στις επιμέρους γνώμες μας, στις προσεγγίσεις που κάνουμε. Φαντάζεστε την εποχή της Αναγέννησης να τους προέκυπτε ένας Νταλί ή ένας Μπέικον; Σε ποιον θα άρεσαν; Μάλλον, σαν τον Τζορντάνο Μπρούνο θα τους έκαιγαν ζωντανούς κι αυτούς. Αν και η περίπτωση του Ιερώνυμου Μπος δεν πρέπει να μας κάνει τόσο απόλυτους.

Εν πάση περιπτώσει, θέλω να πω με άλλα λόγια, ότι όσο σημαντικό ρόλο ως προς την ομορφιά παίζει η φύση του ξεχωριστού έργου, άλλο τόσο σημαντική είναι και η ανθρώπινη φύση, ο συγκεκριμένος ανθρώπινος ψυχισμός στη μοναδικότητά του, έτσι όπως αυτός φτιάχνεται σε μια συγκεκριμένη εποχή και κοινωνία. Αυτών των δύο βασικά η αλληλοεπίδραση διαμορφώνει τις τάσεις για τα προσωπικά κριτήρια της ομορφιάς και όσο πιο πολύ αυτά αντέχουν στο χρόνο και πείθουν ένα κόσμο, τόσο ενισχύεται η αυθεντία των υποστηρικτών τους.

Όμως ο πολιτισμός έχει δείξει πως δεν μπορεί να αρκεστεί στην άποψη «απλά μ’αρέσει και δεν έχω τίποτα άλλο να σας πω». Έστω και μια φορά στη ζωή τους οι φορείς αυτής της στάσης δεν θα έχουν αναρωτηθεί, ακόμα και για πάρτη τους, γιατί το συγκεκριμένο πράγμα το θεωρώ πανέμορφο; Και πιθανόν να έχουν μπει στον κόπο να διατυπώσουν με λόγια τις σκέψεις τους για την επίδραση του έργου αυτού πάνω τους καθώς και για το τι αυτοί προβάλλουν πάνω σ’αυτό. Αυτή η δύσκολη αναζήτηση είναι πιθανόν να τους οδηγήσει στα βαθιά νερά, τόσο του εαυτού τους όσο και της κοινωνίας τους, με όλα τα συμπράγκαλα που μεταφέρει αυτή. Και να ψελλίσουν κάτι σαν "να είδα την ψυχή μου εκεί, τον κόσμο μου", ή "ένοιωσα πολύ όμορφα λες και ήμουνα στην ζεστή και μυρωδάτη αγκαλιά της μάνας μου και βύζαινα", ή "μου φάνηκε σαν τυφώνα που με πήρε και με πήγε πολύ ψηλα, πολύ μακριά", και άλλα τέτοια, ωραία κι αληθινά.

Από εκεί και πέρα αρχίζει μια άλλη συζήτηση, αυτή της επίδρασης της ομορφιάς σ’αυτόν που την αναγνωρίζει και παθαίνει κάτι. Κάποιες φορές αυτό το κάτι είναι σαν νεράκι που μας λούζει και μετά εξατμίζεται. Νεράκι από ντους αλλά και διεγερτικό καταρράκτη. Η άλλη άκρη είναι οι περιπτώσεις εκείνες  που η συγκίνηση εξ αιτίας της σφραγίζει την μνήμη μας. Και ακόμα πιο βαριά, είναι όταν ακαριαία ή σιγά σιγά μας μεταμορφώνει εκ βαθέων, μας κάνει άλλους ανθρώπους, τέτοιους που ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό μας ότι θα μπορούσαμε να γίνουμε.

Όμως εκ των προτέρων δεν ξέρουμε αν θα είναι τυχεροί ή άτυχοι όσοι συναντήσουν εκείνη την ομορφιά που θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή τους. Οι περισσότεροι τυχεροί έχουν εξομολογηθεί ότι τους έσωσε αυτή η αλλαγή. Μιλάνε λες και είδαν το φως το αληθινό. Αυτοί όμως που έχασαν τ’αυγά και τα πασχάλια σπάνια μιλάνε γι’αυτήν την εμπειρία που τους άλλαξε τα φώτα. Γιατί είναι αλήθεια πως είναι πάντα πολύ δύσκολο να είσαι  ψύχραιμος και ειλικρινής όταν τα έχεις χάσει όλα, όταν νομίζεις πως έχεις χάσει για πάντα τον εαυτό σου. Τι να πεις τότε, γιατί και σε ποιον; Απλώς ενδόμυχα ελπίζεις να θεραπευτείς όσο γίνεται πιο γρήγορα και να επιστρέψεις στην αφόρητη μετριότητα μιας άδειας ζωής, αν το αντέχεις.

Ρε σεις, τους λέω ξαφνικά, επιστρέφοντας στο τραπέζι, δεν ξέρω πως θα το πάρετε – το είπα αυτό γιατί εκτός από δύο οι άλλοι πέντε ήμασταν γαύροι - αλλά φέτος θέλω το πρωτάθλημα να το πάρει ο ΠΑΟΚ, με το σπαθί του όμως και παίζοντας ωραία μπάλα. Ναι ο ΠΑΟΚ. Έχει καταντήσει πια ανιαρό που το παίρνει συνέχεια ο Ολυμπιακός, κάτι προς ολοκληρωτισμό μου φέρνει. Ωραία φάση δε θα’ναι;  Κι ο Ολυμπιακός, τι, θα κάνει ο Ολυμπιακός, με ρώτησε ο πιο φανατικός. Ε, ο Ολυμπιακός ας φτάσει στους 8 του Τσάμπιονς Λίγκ, να πιάσουν τόπο και τα ωραία φράγκα του Μαρινάκη. Με τον Μίτσελ όμως, αν και ομορφάντρας, χλωμό το βλέπω.

Όταν περασμένα μεσάνυχτα βγήκαμε από το μπαρ το κρύο τσουχτερό, αλλά μια ξαστεριά, άλλο πράμα. Κι όταν πήγαμε για το τελευταίο τσιγάρο σε μια σκοτεινή παραλία, κοίταξα για λίγο τον ουρανό και σαν να ελάφρυνα. Να, σαν τα χρυσά άστρα στο μαύρο της ζωής, τούς είπα, λάμπει η ομορφιά. Μα όσοι διδάχτηκαν Αστρονομία στο Λύκειο δεν θα έχουν ξεχάσει πως αυτά που φέγγουν στον ουρανό είναι ετερόφωτοι πλανήτες δίχως ζωή ή ήλιοι που μπορεί και να έχουν πεθάνει. Στις περιπτώσεις αυτές αγαπητοί μου, άνθρακας ο θησαυρός. Και κάτι θα ψυλλιάστηκαν και οι αρχαίοι μας που τη θεά της ομορφιάς την πρωτοαντίκρισαν στον αφρό και δεν την ταύτισαν με τον έρωτα..

Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος υπενθύμισα στον εαυτό μου, φωναχτά. Δικέ μου ακόμα και άνθρακας αν δεν αποδειχτεί η ομορφιά, το έχεις μάθει πια, ότι εκ φύσεως είναι αλλεργική στη φτώχεια και έχει μία ροπή στο να κάνει μεγάλα χρέη. Μα έχει και την ικανότητα να βρίσκει πάντα κάποιους άλλους να τα πληρώνουν. Όσο για τους αριστερούς φίλους, που πιθανόν να στραβομουτσουνιάσουν μ’αυτό το άρθρο, ψελλίζοντας κάτι σαν το «εδώ ο κόσμος χάνεται….», να τους υπενθυμίσω πως ο Λένιν είχε πει κάποτε, πως η ηθική του μέλλοντός μας σύντροφοι, θα είναι η ομορφιά. Καληνύχτα σας.

 

Στις φωτογραφίες του άρθρου είναι η Αφροδίτη της Μήλου, ένας πίνακας του Λούσιαν Φρόιντ, ένας του Φράνσις Μπέικον και κι ο τέταρτος του Μαρσέλ Ντυσάν.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013 09:21
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση