Σάββατο, 19 Ιουνίου 2021 18:30

Νίκος Ξυδάκης: Από τη μία να προσπαθείς να αντιμετωπίσεις ηρωικά την πανδημία και από την άλλη εξίσου ηρωικά ένα έργο για το Εικοσιένα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

ksidakisΣ.Δ. Ακούγοντας και ξανακούγοντας τα τραγούδια και τις μουσικές του Νίκου Ξυδάκη (Κάιρο, 1952), από την "Εκδίκηση της Γυφτιάς" (1978) μέχρι το "Ημερολόγιο τρίτο "(2015), πάντα έβγαζα μικρά και μεγάλα πολύχρωμα φτερά. Τότε φτερούγιζα, με χάρη νομίζω, μισός άγγελος μισός Ίκαρος πάνω από μυστικούς κόσμους όπου το φως τους άνοιγε κάποια από τα μάτια της ψυχής μου. Έτσι αισθανόμουν. Ένας αγαθός μαχητής, παράτολμος και παράλογος. Και συχνά συγκρουόμουνα με ανεξιχνίαστες αφορμές με τον τρέχοντα εαυτό μου, θέλοντας να πιστεύω ότι κάθε φορά διέσωζα έστω και λίγο από την εναπομείνουσα τρυφερότητά μου μέσα στις εξαίσιες μελωδίες του. 

Κυριακή Μπεϊόγλου. Από το αγαπημένο «Γρήγορα η ώρα πέρασε» με την Ελευθερία Αρβανιτάκη μέχρι το «Μάρθα: Μια ιστορία από το Μεσολόγγι» για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, η μουσική ενώνεται με την ποίηση στο έργο του ακμαίου συνθέτη Νίκου Ξυδάκη.

Με αφορμή τη «Μάρθα: Μια ιστορία από το Μεσολόγγι», ένα μουσικοποιητικό έργο των Νίκου Ξυδάκη και Διονύση Καψάλη για το επετειακό πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, μιλήσαμε με τον Νίκο Ξυδάκη για το πώς δημιουργήθηκε αυτό το έργο. Αλλά και για την παράσταση στο Ηρώδειο, όπου στις 29 Ιουνίου η Ελευθερία Αρβανιτάκη παρουσιάζει μια σημαντική παλιότερη συνεργασία τους, το «Γρήγορα η ώρα πέρασε», όπου ο σημαντικός Ελληνας συνθέτης μελοποίησε ποιήματα της Σαπφούς (σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη και Κ.Χ. Μύρη), του Κώστα Καρυωτάκη και του Διονύση Καψάλη. 

• Πώς ανακαλύψατε τη Μάρθα, τη μάνα που «έπαψε να ζηλεύει το πουλάκι που βρήκε ένα μικρό σπόρο και τραγούδησε», από τα σχεδιάσματα του Διονυσίου Σολωμού για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους; Και γιατί την επιλέξατε;

 Δεν νομίζω πως οι μεγάλοι ήρωες του ´21 μάς χρειάζονται. Πολλά έργα και σημαντικά έχουν φωτίσει δεύτερα πρόσωπα ή τον «Αφανή» άνθρωπο. Τους αφανείς ήρωες, που λέμε. Και υπάρχουν σχεδόν πάντα πίσω από μεγάλα γεγονότα. Και εδώ σ’ αυτή την ιστορία από το Μεσολόγγι, τα πρόσωπα αυτά είναι γυναίκες. Οι γυναίκες του Μεσολογγίου. Εφάμιλλες των ανδρών. Και βέβαια η Μάρθα. Οσοι γνωρίζουν το έργο του Σολωμού γνωρίζουν και την ύπαρξή της. Τη συναντάμε στα ιταλικά σχεδιάσματα.

Στα σπαράγματα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονυσίου Σολωμού. Κι εμένα πάντα με άγγιζαν περισσότερο θα ‘λεγα αυτά τα πρόσωπα. Τα πια ευάλωτα... να πω, τα λιγότερο διακεκριμένα. Η αναζήτηση της φωνής τους. Αυτή η πλευρά μού ταιριάζει. Τους δίνουμε αβίαστα χώρο. Με τον Διονύση Καψάλη έχουμε ήδη κάνει αρκετά πράγματα. Τον ξέρω. Με ξέρει. Υπάρχει πλέον μια συνεννόηση χωρίς πολλά λόγια. Πρότεινε ως κεντρικό πρόσωπο τη Μάρθα και καταλήξαμε σε αυτή την ιστορία από το Μεσολόγγι.

Οι πολιορκημένοι είναι λίγο πριν από την έξοδο. Μια ιστορία τυραννισμένη από διλήμματα. Ο πειρασμός της άνοιξης. Να σφάξουν τα γυναικόπαιδα. Μην προδοθούν. Καίνε τα υπάρχοντά τους. Σκηνές σκληρές που βασίζονται στη μαρτυρία του Κασομούλη από τα Απομνημονεύματά του. Πάνω σε αυτή την πραγματικότητα χτίζεται η «Μάρθα» ως ένα μουσικό και ποιητικό έργο βέβαια. Δεν κάνουμε μαθήματα Ιστορίας.

Εάν δεν είχα μελοποιήσει πριν από χρόνια την Ευρυκόμη, την Αγνώριστη, την Ψυχούλα, τα σπαράγματα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ή εάν δεν με συγκινούσαν από νωρίς οι γυναικείες μορφές του Σολωμού, η Φεγγαροντυμένη, άλλοτε αιθέριες, μεταφυσικές κι άλλοτε γενναίες και ηρωικές, δεν νομίζω πως σήμερα έτσι ξαφνικά θα μπορούσα να καταπιαστώ με τη «Μάρθα», που είναι μια έξοχη αναφορά στο ποίημα του Διονύση Καψάλη. Το λέω αυτό διότι δεν πιστεύω ότι ξυπνάς ένα πρωί, σε μια επέτειο, και ασχολείσαι με το ’21, τις γυναίκες του ή την Επανάσταση. Εχουν εισχωρήσει από καιρό μέσα σου αυτές οι συγκινήσεις με τα νοήματά τους. Αναπνέουν μαζί σου. Και αν ευνοηθείς, μπορεί ν’ αξιωθείς να κάνεις, να γράψεις, κάτι καλό. Εν ολίγοις δυσπιστώ σ’ αυτά τα ξαφνικά καλέσματα των επετείων.

• Αγαπάτε ιδιαίτερα τους ποιητές. Και έχετε μελοποιήσει σπουδαίους. Πώς ήταν η συνεργασία σας αυτή με τον Διονύση Καψάλη;

Οπως είπα, έχουμε μια ιστορία πλέον. Στον τομέα μουσική και λόγος! Ο Διονύσης είναι και φίλος μου. Αλλά και με συγκινούν αυτά που γράφει εν γένει. Και για μένα αυτό είναι μια προϋπόθεση. Να «ξεσηκώνει» όση μουσική διαθέτω μέσα μου. Και δεν γνωρίζεις κάθε φορά εάν έχεις άλλα αποθέματα. Νιώθω μια ευθύνη απέναντι σε ένα ποίημα, σε ένα κείμενο, στις λέξεις του άλλου. Σαν ένα ιερό σώμα το αντιμετωπίζω. Τι μουσική θα βάλω, με τι αίσθημα θα το φορτίσω. Πάντα ανήσυχος. Κι αυτό κάνει και δύσκολα τα πράγματα. Τη δουλειά τη μαθαίνεις λίγο-πολύ. Κι εμείς δεν βρήκαμε το κολάι ούτε κάνουμε απλώς δουλειές μαζί.

• Πολλοί πιστεύουν, κι εγώ ανάμεσά τους, πως ο Δ. Σολωμός είναι ο κορυφαίος ποιητής μας. Ποια είναι η δική σας γνώμη για το έργο του;

Ασφαλώς είναι σε υψηλότατο βάθρο. Δεν το λέω εγώ. Από την πλευρά του μουσικού μού φαίνεται πως είναι ο μουσικότερος όλων. Αυτός που με την ποίηση πλησιάζει το μυστήριο της μουσικής περισσότερο. Μου έκανε πάντοτε μεγάλη εντύπωση πώς ένας ποιητής που άφησε πίσω σπαράγματα, που δεν ολοκλήρωσε τα μεγάλα του έργα, αναγνωρίστηκε ως μεγάλος ποιητής εκεί που άλλοι μοχθούν με ολοκληρωμένο έργο. Ισως κι αυτό να είναι το μυστικό του έργου του. Αυτό συνέβη και με τη Σαπφώ, με τα σπαράγματα της ποίησής της, αλλά εκείνης χάθηκαν μέσα στα χρόνια. Δεν σώθηκαν ολόκληρα.

Ο ποιητής μεριμνά για την ομορφιά. Ακόμα και μέσα στη φρίκη του πολέμου, στη συμφορά και την καταστροφή και στον ζόφο είναι παρούσα. Και μοιάζει με σκάνδαλο. «Αηδονολάλειε στήθος μου πριν το σπαθί με σκίσει», τραγουδάει η Μάρθα.

• Η επέτειος των 200 χρόνων πέρα από τους εορτασμούς πιστεύετε πως θα έπρεπε να μας δώσει τροφή για σκέψη;

Πιθανόν να είναι μια αφορμή. Αν και φοβάμαι μην ξεχαστούν όλα με τη λήξη της επετείου. Πάντως έχουν σκεφτεί, έχουν γράψει άνθρωποι σε ανύποπτο χρόνο. Αλλά δεν είναι και τόσο γνωστά αυτά. Και δεν ξέρω αν πρέπει να τα γνωρίζουν μόνο μελετητές και καθηγητές. Εντάξει, ας μην τα ξέρουμε όλα. Αλλά κι αυτό το ανιστόρητο που είμαστε… Τι έλλειμμα! Και να πεις ότι είμαστε ή γίναμε πιο ανάλαφροι δίχως το βάρος της Ιστορίας.

• Ηταν δύσκολη η υλοποίηση του έργου μέσα στην πανδημία;

Δουλεύοντας, είχα μπροστά μου για καιρό τη συγκλονιστική εκείνη σκηνή που για τελευταία φορά ο στόλος του Μιαούλη σπεύδει να βοηθήσει το Μεσολόγγι. Οταν φτάνουν στη λιμνοθάλασσα διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε πλέον, «Λογαριάσατε ως χαμένον το Μεσολόγγι». Ως φόρο τιμής και για εμψύχωση στέκονται σιωπηλοί, ακίνητοι για λίγο χρόνο και αποπλέουν. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν και εύκολο. Από τη μία να προσπαθείς να αντιμετωπίσεις ηρωικά την πανδημία και από την άλλη εξίσου ηρωικά ένα έργο για το Εικοσιένα. Μέσα στους φόβους σου αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είσαι ο Κολοκοτρώνης. Τον θαυμάζω τον Κολοκοτρώνη.

• Θα γράφατε κάτι με αφορμή την πανδημία;

Ελεγα πως εάν ήμουν κανένας υπερσύγχρονος συνθέτης θα έγραφα κάτι, ένα έργο όπως «Ενός λεπτού σιγή». Επίσης θαυμάζω έργα της σύγχρονης μουσικής. Αλλά προέρχομαι και από το τραγούδι. Θα έγραφα κοντά σε κάτι ελαφρώς πιο ομιλητικό. Σε μια προσευχή, σε μια αγρυπνία και με την παρηγοριά και τη θέρμη της ελληνικής γλώσσας.

• Τι μουσικού ύφους είναι η «Μάρθα»; Τι να περιμένει ο θεατής;

Εχει έναν αέρα συλλογικό αυτό το έργο. Και με συγκινεί πολύ αυτό. Μαζευτήκαμε παλαιοί και νέοι. Κυρίως μια ομάδα νέων μουσικών, θαυμάσιων. Οι περισσότεροι προέρχονται από τις μουσικές σχολές. Και κατά κάποιο τρόπο είμαι κι εγώ στη μέση, ανάμεσά τους, ολίγον αόρατη παρουσία. Ηθελα να υπάρχει ένας μουσικός ανδρικός χορός, που είναι και η ορχήστρα.

Οι Polis. Κι ένας γυναικείος, που είναι οι Πλειάδες, κι ένα μοναχικό πιάνο ο Νεοφυτίδης για τους μονολόγους με την Ειρήνη Δερέμπεη ως Μάρθα. Ενα τσέλο η Σοφία Ευκλείδη, και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, βαρύτονος λεπτών αποχρώσεων, ως ποιητής-αφηγητής. Τους αναφέρω έτσι διότι ο ρόλος όλων, και ως μονάδων, είναι εξαιρετικά δημιουργικός. Οπως εξάλλου και η σκηνοθεσία και το οπτικό υλικό του Βασίλη Κεχαγιά με τους φωτισμούς του Χρήστου Τσιόγκα και τον ήχο του Γιώργου Καρυώτη. Προστέθηκε και αυτό το στοιχείο καθώς μαγνητοσκοπήθηκε το έργο.

Τώρα που ολοκληρώθηκε πάντως παρατηρώ πως υπάρχουν αντηχήσεις πανελλήνιες. Από την Ηπειρο ώς τα πιο φωτεινά Επτάνησα και από την Κρήτη ώς τον Ερωτόκριτο. Το μοναχικό πιάνο στους μονολόγους της Μάρθας είναι πιο ατομική προσωπική έκφραση. Ακόμη και ιταλικά ακούγονται, από τα ιταλικά σχεδιάσματα του Σολωμού. Αναφορές στη μουσική μπαρόκ, την ευρωπαϊκή μουσική, στον Μπαχ, τον Περγκολέζι και τον Σοπέν. Σε μεταγραφές βέβαια. Εξάλλου το ´21 ήταν και οικουμενικό. Ελπίζω να τα δένει ένα βαθύτερο μουσικό αίσθημα, μια ειρηνική συνύπαρξη και δικαιοσύνη.

• Η ιστορία της Επανάστασης, της Μάρθας συγκεκριμένα, είναι ιδωμένη από την πλευρά των γυναικών, ίσως για πρώτη φορά. Μοιάζει να έρχεται το πλήρωμα του χρόνου τον τελευταίο καιρό ώστε να αποδοθεί η τιμή που αξίζει στις γυναίκες για τη συμβολή τους;

Λέτε και να δικαιωθεί ο Λέοναρντ Κοέν που λέει... «Θα ήθελα να βιαστούν οι γυναίκες και να αναλάβουν τον κόσμο»; Πάντως κάτι έχει αποδοθεί και πριν από το πλήρωμα. Το λέει στο ποίημά του ο Σολωμός: «Θαυμάζω τις γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω». Και νομίζω, θα συνεχίζεται, θα διαρκέσει αυτός ο θαυμασμός. Θα είναι εκεί να μας το θυμίζει και θα απαιτείται κάθε φορά που θα αδικείται μια γυναίκα ή που θα βρίσκεται σε έκπτωση.

• Ποια σχέδια έχετε στο συρτάρι σας για το μέλλον;

Ολοκληρώνεται ένα CD με επτά τραγούδια με τη Βερόνικα Δαβάκη. Και θα κυκλοφορήσει σύντομα. Και ακόμα ένα Ημερολόγιο, το τέταρτο. Και βέβαια περιμένουμε την προβολή της «Μάρθας» από τη Λυρική. Και ελπίζω να το παρουσιάσουμε και ζωντανά.

Η συνεργασία με την Αρβανιτάκη

• Στις 29 Ιουνίου η Ελευθερία Αρβανιτάκη θα τραγουδήσει στο Ηρώδειο το «Γρήγορα η ώρα πέρασε». Ποια είναι η ιστορία αυτής της συνεργασίας;

Ηταν για πολλούς λόγους ένας σημαντικός δίσκος για μένα. Θα ’λεγα πως ήταν και προϊόν μιας απογοήτευσης εκείνης της εποχής. Οχι εξάπαντος ερωτικής. Ας μην ξεχνάμε, ήταν τότε μια εποχή χλιδής και σπατάλης. Το χρήμα στο απόγειό του. Και το τραγούδι πρώτο και οι μουσικές. Μαγαζιά, τσιφτετέλια με νόημα ή όχι. Ουίσκι, κρασιά. Πανάκριβα βίντεο. Kαι παραγωγές δίσκων.

Είχα μια τάση φυγής όπως και το ´78 μετά την «Εκδίκηση της Γυφτιάς» που χάθηκα περίπου τέσσερα χρόνια. Μόνο που τώρα δεν ήθελα ακριβώς να φύγω! Δεν ήθελα να αντιπαρατεθώ σε κάτι. Ούτε να απορρίψω κάτι. Αλλά δικαίως ή αδίκως ένιωθα σαν να πρέπει να σωθώ. Δεύτερη φορά. Εκείνη την εποχή πήγαινα στην Αρχαία Αγορά. Και διάβαζα. Είναι ένα ωραίο μέρος να συχνάζεις σε δύσκολες στιγμές.

Είχα τη Σαπφώ στη μετάφραση του Ελύτη. Δεν ξέρω αν επηρεάστηκα από τα αρχαία λείψανα γύρω μου. Ανάμεσα στα ερείπια. Κι αυτό το τοπίο το λίγο σεφερικό… έτσι μου φαινόταν. Είχα και παρά πόδα τον Καρυωτάκη. Κι έτσι άρχισα να ασχολούμαι με τα θραύσματα από τα ποιήματα της Σαπφώς. Με τον καιρό συγκεντρώθηκε ένα υλικό από τα σπαράγματα αυτά. Σημεία από ποιήματα του Διονύση Καψάλη, ένα χορικό από τον Ευριπίδη και το μόνο ολόκληρο, το ποίημα του Καρυωτάκη, τo «Τελευταίο ταξίδι».

Αλλά κανείς δεν πίστευε ένα τέτοιο εγχείρημα. Δίσκος με ποίηση και δη με σπαράγματα! Η φρίκη της αγοράς. Μου έμεινε λοιπόν κάποια χρόνια να τον ονειρεύομαι. Και με σπαράγματα μπορείς να κάνεις κάτι όμορφο, πίστευα. Ηταν σαν να έπαιρνα μια μικρή θέση κι εγώ με τη μουσική ανάμεσα στις ρωγμές που άφηναν τα διασωθέντα αποσπάσματα. Να κρατηθώ εκεί μέσα. Είχα και μια εμμονή. Ηθελα ορχήστρα εγχόρδων, που έκανε δύσκολη οικονομικά την παραγωγή.

Κι αυτό όχι τόσο για να κάνω κλασική μουσική, όπως νόμισαν, ή να προσθέσω πλούτο στο τραγούδι. Ηθελα έναν ηχητικό θόλο. Ενα απέριττο φόντο σχεδόν αρχαϊκό. Εναν ουρανό που θα τον διέσχιζαν μέσα στον χρόνο αυτά τα θραύσματα μελωδικού λόγου. Αυτή η αίσθηση. Ο μεγάλος ορίζοντας μου φαινόταν πως ταίριαζε στον κόσμο της Σαπφούς. Εν τέλει έπειτα από καιρό σε μια στιγμή από εκείνες τις ρωγμές που δημιουργούνται στις εταιρείες, δέχτηκαν να βγάλουν τον δίσκο.

Και ήρθε να προστεθεί η αέρινη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Ισως χωρίς την alegria που τη χαρακτηρίζει. Αλλά με μια μοναδική αγαλλίαση, ένα αίσθημα διαρκείας όταν την ακούς, όχι μόνο να τραγουδάει αλλά ακόμη και να μιλάει... να εξομολογείται, τα λόγια της Σαπφούς σαν δικά της…που είναι και από τις μη αναμενόμενες και ωραίες στιγμές του δίσκου.

Γρήγορα Η Ώρα Πέρασε  ( 2006)

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021 16:22
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση